Legislator Case Law & Legislation
1107/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds and failure to cite constitutional arguments as legal issues.

Case Number 1107/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's decision terminating an indefinite-term employment contract. The appellant failed to specify the exact grounds for appeal or identify the specific factual premises relied upon by the lower court. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible under the Code of Civil Procedure because it lacked the required specificity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the factual premises or legal contradictions essential to the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specific grounds requirement factual premises labor contract termination Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 669 of the Civil Code
Law 2112/1920
Law 3198/1955
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335, 338, 341 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1107 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1107/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 140/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6131/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10/10/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 6131/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 21.3.2017 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 140/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η από 23.12.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4347/2015) αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 166/2018, ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.

Εξάλλου, η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.

Η καταγγελία αυτή κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. και στην οποία, καταγγελία, είχε δικαίωμα να προβεί, χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό πειθαρχική διαδικασία (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 960/ 2017). Το δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 458/2013, ΑΠ 555/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.

του ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ' αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεόγραφα κ.λ.π. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σε αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση.

Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλ' εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν.

Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1123/2006).

Εξ άλλου, η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28ης Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65). Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο προβλέπεται ότι "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία...Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας.

Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματα τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό...2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται:

α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας.

Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής - Web Banking - ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές.

Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία...6. Η ΠΝΠ επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.

Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66) προβλέφθηκαν τροποποιήσεις στα ανωτέρω και, ειδικότερα, αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 ΠΝΠ ως εξής: "...Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας.

Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη.

Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων, για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ), ζ) και η) στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, ως εξής: "...2.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) προστίθενται στοιχεία στ), ζ) και η), ως εξής: στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".

Εξάλλου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της 30.6.2015 ΦΕΚ Β 1302) προβλέφθηκαν στο άρθρο 1 τα εξής: "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α 65), ορίζεται σε 120 ευρώ. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη: καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών Καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων, εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κ.λπ. για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους (Β' 1290)".

Περαιτέρω, με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84) προβλέφθηκαν τα εξής: Άρθρο πρώτο "Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων". 1. Από την Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65), όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθμ.ΓΔΟΠ 0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16.7.2015 (Β' 1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα... 13.

Η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητας της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.

Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση... 18. Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...". Σημειώνεται ότι ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές.

Ωστόσο από το περιεχόμενο της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται με σαφήνεια η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων.

Σημαντική ιδιαιτερότητα του νομικού καθεστώτος των τραπεζικών θυρίδων, που τις διαφοροποιεί από άλλες τραπεζικές δραστηριότητες, αποτελεί το γεγονός, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας η τράπεζα παραχωρεί στο πελάτη της, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, το δικαίωμα χρήσης της θυρίδας με μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας.

Αυτό συνεπάγεται ότι την κατοχή της θυρίδας και του χώρου της έχει μόνο ο πελάτης, ενώ η τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη τη χρήση της θυρίδας η οποία (χρήση της θυρίδας) δεν είναι δυνατή χωρίς τη σύμπραξη του τραπεζικού υπαλλήλου. Πρόκειται, συνεπώς, για ιδιότυπη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του συναλλασσόμενου η οποία αφορά μίσθωση πράγματος.

Επίσης, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι: "Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις" (παράγραφος 55).

Κατ' ακολουθία αυτών, η εκμίσθωση τραπεζικών θυρίδων και η πρόσβαση σε αυτές αποτελεί τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Εξ άλλου, και με την εκδοχή ότι η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας και με τους ελέγχους κεφαλαίων.

προσβάλλεται και η αρχή της ισότητας, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται έναντι όλων των πελατών της εναγομένης Τράπεζας, δεδομένου ότι οι πελάτες οι οποίοι διέθεταν θυρίδες σε υποκαταστήματα, τα οποία δεν άνοιξαν καν, δεν θα είχαν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα πρόσβασης στις θυρίδες τους, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας και κατά την 1η, 2α και 3η Ιουλίου 2015, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω.

Στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται οιανδήποτε μνεία στο καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας. Ως εκ τούτου ανέκυψε κατά τα προαναφερθέντα, έστω και εκ περισσού, η ανάγκη παροχής διευκρινίσεων σχετικά με το νομικό καθεστώς των θυρίδων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών να προβούν στην έκδοση και κοινοποίηση υπηρεσιακών σημειωμάτων προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων, με οδηγίες για το επίμαχο ζήτημα.

Τούτο, διότι από το περιεχόμενο της από 28. 6. 2015 ΠΝΠ, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται σαφώς η πρόσβαση και το άνοιγμα τραπεζικών θυρίδων, ανεξάρτητα αν η πρόσβαση στις θυρίδες αποτελεί τραπεζική εργασία εν στενή ή εν ευρεία εννοία ( ΑΠ 744/2020, ΑΠ 1369/2018).

Εξ άλλου, η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28.6.2015 (άρθρο 6) προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι σε πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη διάταξη αυτή ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αλλά και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 9/2015).

Περαιτέρω, οι διατάξεις, των άρθρων 24-27 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού Τράπεζας Αττικής καθορίζουν τα πειθαρχικά παραπτώματα, τις πειθαρχικές ποινές και την πειθαρχική διαδικασία. Η ποινή της οριστικής παύσης, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. στ' του ως άνω Κανονισμού Εργασίας και εκτελείται δια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλλεται για την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 24 αυτού, με την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 27 του Κανονισμού.

Η καταγγελία, που οφείλεται στη συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία συνιστά συγχρόνως πειθαρχικό παράπτωμα, υπόκειται στην απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο εργοδότης θα μπορούσε εξίσου αποτελεσματικά να αποφύγει την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στον Κανονισμό της επιχείρησης (επίπληξη, πρόστιμο, μετάθεση, προσωρινή αργία κλπ).

Η αδικαιολόγητη επιλογή του επαχθέστερου για τον εργαζόμενο μέσου, στην προκειμένη περίπτωση της καταγγελίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Τούτο δε διότι η στέρηση από τον εργαζόμενο της θέσης εργασίας, η οποία αποτελεί τη βάση της οικονομικής και κοινωνικής του ύπαρξης χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων λόγων που να δικαιολογούν επαρκώς την καταγγελία, δεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αξιολογήσεις, με τις οποίες, το συμφέρον του εργαζόμενου στη διατήρηση της εργασιακής σχέσεως έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη έννομη θέση (άρθρα 2 παρ. 1, 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος).

Εξάλλου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται υποθέσεως που αφορά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στη βάση νομοθετικής εντολής δικαιούται να ελέγξει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας σε συνδυασμό με το δικαίωμα εργασίας. Στην παρ. 6 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 65/28.6.2015 και στην παρ. 14 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 84/18.7.2015 ορίζεται κατά γενικό τρόπο ότι "όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος τιμωρείται...

Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παραβίαση". Οι ως άνω διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας γιατί δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και κυρίως το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε τη διάταξη.

Λόγω της γενικότητάς της και της, χωρίς διακρίσεις, επιταγής στον εργοδότη να προχωρήσει στο μέτρο της καταγγελίας, η ως άνω διάταξη υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια που επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας και η αρχή του κράτους δικαίου. (ΑΠ 1368/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 19/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 23.12.2015 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε την 12.3.1997 από την εναγομένη, ως τραπεζικός υπάλληλος. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα κανονικά μέχρι την 1.10.2015, στο επιχειρηματικό κέντρο Αγίας Παρασκευής.

Ότι στις 28.6.2015 επιβλήθηκε τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας με την από 28.6.2016 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 65/Α/ 28.6.2915), όπως τροποποιήθηκε με την από 30.6.2015 ΠΝΠ (ΦΕΚ 66/Α/ 30.6.2015). Ότι τις πρώτες ημέρες μετά την επιβολή της αργίας και συγκεκριμένα στις 2 και 3 Ιουλίου 2015, και ενώ δεν είχαν δοθεί διευκρινίσεις αναφορικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης των μισθωτών στις θυρίδες τους, επέτρεψε σε δύο (2) συναδέλφους και στη μητέρα τρίτης συναδέλφου του, την πρόσβαση στις θυρίδες που διατηρούσαν στο ως άνω κατάστημα.

Ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, επικαλούμενη σχετική υποχρέωσή της απορρέουσα από την από 28.6.2015 ΠΝΠ, κατήγγειλε την 1.10.2015 τη σύμβαση εργασίας του, παράνομα και καταχρηστικά, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αυτή και η δημοσιοποίηση των λόγων για τους οποίους έλαβε χώρα, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτού, της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να του προκληθεί και ηθική βλάβη.

Ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα, η εναγόμενη αρνείται παρανόμως να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες του, οι δε μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας στο ποσό των 3.083,46 ευρώ. Ενόψει αυτών, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη, διότι η ΠΝΠ δεν ήταν υποχρεωτική για την εναγομένη μετά τις 40 ημέρες από την έκδοσή της, ούτε η πρόσβαση σε θυρίδα συνιστά παραβίαση της ΠΝΠ.

Επικουρικά, αν ήθελε θεωρηθεί η πρόσβαση σε θυρίδα τραπεζική εργασία, τότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και της επαγγελματικής ελευθερίας, β) αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω αντίθεσής της στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία του και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 48.802,82 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος. Κατόπιν άσκησης εφέσεως από την εναγομένη, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι η πρόσβαση σε θυρίδα συνιστά τραπεζική εργασία, ότι η αναιρεσίβλητη απέλυσε τον αναιρεσείοντα κατ' εφαρμογή της σχετικής διάταξης της ΠΝΠ και ότι η εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 6 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 ΠΝΠ και του άρθρου 281ΑΚ και συγκεκριμένα:

α) εσφαλμένα υπήγαγε στην έννοια της απαγορευμένης τραπεζικής εργασίας τη χορήγηση πρόσβασης σε δικαιούχο σε ήδη μισθωμένη θυρίδα, β) αν ήθελε θεωρηθεί ότι η χορήγηση πρόσβασης σε ήδη μισθωμένη θυρίδα αποτελούσε απαγορευμένη τραπεζική εργασία, εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της της άνω Π.Ν.Π.

κατά το μέρος που επιτάσσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καθ' όσον τούτο αντίκειται στα άρθρα 5 και 25 του Συντάγματος. Η αντισυνταγματικότητα αυτής έγκειται, στο ότι η υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας των παραβατών της τραπεζικής αργίας, συνιστά ευθεία παρέμβαση του νομοθέτη στη συμβατική ελευθερία των μερών, αφού η εργοδότρια τράπεζα, κατόπιν διαπίστωσης της υπαίτιας παράβασης από τον εργαζόμενο των διατάξεων της Π.Ν.Π., υποχρεούτο εκ του νόμου να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης αυτού, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει ελεύθερη δικαιοπρακτική βούληση προς τούτο, γ) επικουρικά, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση ελεύθερης δικαιοπρακτικής βούλησης της αναιρεσίβλητης εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη ότι δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία από μέρους της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι έγινε:

α) κατά παράλειψη της προβλεπόμενης από τον κανονισμό της τράπεζας πειθαρχικής διαδικασίας με την επιβολή ηπιότερης της απόλυσης ποινής, β) παρά την ευδόκιμη επί (18) έτη υπηρεσία του αναιρεσείοντος και γ) χωρίς έλεγχο και επιβολή προστίμου από την Τράπεζα της Ελλάδος σε βάρος της αναιρεσίβλητης τράπεζας.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους κατ' αυτόν: α) ήταν εσφαλμένη η εκ μέρους του αναιρεσείοντος, υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στην έννοια της απαγορευμένης "τραπεζικής εργασίας" η χορήγηση πρόσβασης σε δικαιούχο σε ήδη μισθωμένη τραπεζική θυρίδα, β) στην αντίθετη περίπτωση, ότι ήταν αντισυνταγματικές οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 Π.Ν.Π.

και γ) σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση ελεύθερης δικαιοπρακτικής βούλησης της αναιρεσίβλητης, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική. Εν συνεχεία της παράθεσης των πιο πάνω πραγματικών ισχυρισμών υπέρ των απόψεών του, περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο αποσπασματικά μόνο και επιλεκτικά την ελάσσονα πρόταση και όχι το τμήμα αυτής, στο οποίο περιγράφεται η αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία υπήρξε η αιτία για την καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του.

Περαιτέρω με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και αντιφατικότητας των λόγων αυτής για τους οποίους κρίθηκε ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από μέρους της αναιρεσίβλητης.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος και τρίτος από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, όπως ορθώς επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις της η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία υπήρξε η αιτία για την καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ούτε εκθέτει ο αναιρεσείων ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών και σε ποια μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, κατά την οποία χωρεί αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 341 § 2 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, ή την αντένσταση, όχι δε και ισχυρισμοί, που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου ή στο ανίσχυρο τούτου, γιατί προσκρούει σε διάταξη του Συντάγματος (ΑΠ 969/2020, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 1504/2018, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1632/2017).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε ο αναιρεσείων περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 Π.Ν.Π., καθ' ο μέρος επέτασσαν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ενώ τούτο αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 και 25 του Συντάγματος, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν δεν λήφθηκαν υπόψη ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου, διότι δεν πρόκειται για πράγμα.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο και νόμιμο αίτημα αυτής, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2019 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 6131/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ