Supreme Court dismisses appeals and suspends discussion pending Full Bench ruling on unjust enrichment applicability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed all contested appeals while suspending the discussion of specific arguments regarding unjust enrichment and wage calculations. The court noted that the applicability of unjust enrichment laws to temporary employment contracts with public bodies is a complex issue already referred to the Full Bench. Consequently, the court deferred the final judgment on these specific points until the Full Bench issues a definitive ruling to ensure legal consistency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend the discussion of appeal arguments concerning the applicability of unjust enrichment laws to specific employment contracts when the issue has been referred to the Full Bench for a general ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 969 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 969/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Β. του Α., κατοίκου …, 2) Α. Σ. του Β. – Χ., κατοίκου …, 3) Σ. Ο. του Ι., κατοίκου…, 4) Κ. Β. του Β., κατοίκου…, 5) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου …, 6) Π. Δ. του Ι., κατοίκου …, 7)Ε. Θ. του Χ., κατοίκου …, 8) Κ. Α. του Δ., κατοίκου..., 9) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου …, 10) Π. Π. του Θ., κατοίκου …, 11) Α. Δ. του Ι., κατοίκου …, 12) Μ. Κ.
του Δ., κατοίκου …, 13) Μ. Π. του Ε., κατοίκου …, 14) Σ. Δ. του Δ., κατοίκου …, 15) Λ. Δ. του Σ., κατοίκου …, 16) Δ. Ε. του Ι., κατοίκου …, 17) Β. Β. του Χ., κατοίκου …, 18) Λ. Ε. του Η., κατοίκου …, 19) Μ. Φ. του Α., κατοίκου …, 20) Π. Κ. του Ν., κατοίκου …, 21) Α. Β. του Δ.., κατοίκου …, 22) Δ. Φ. του Β., κατοίκου …, 23) Γ. Μ. του Β., κατοίκου …, 24) Τ. Ν.
του Δ., κατοίκου …, 25) Π. Ε. του Ε., κατοίκου…, 26) Κ. Β. του Κ., κατοίκου …, 27) Π. Ά. του Χ., κατοίκου …, 28) Δ. Α. του Α., κατοίκου …, 29) Γ. Π. του Χ., κατοίκου …, 30) Β. Β. του Α., κατοίκου …, 31) Μ. Κ. του Π., κατοίκου …, 32) Χ. Ο. του Α., κατοίκου …, 33) Χ. 'Α. του Γ., κατοίκου …, ., 34) Π. Α. του Ε., κατοίκου …, 35) Τ. Α. του Ι., κατοίκου …, 36) Κ. Ε.
του Γ., κατοίκου …, 37) Π. Α. του Π., κατοίκου …, 38) Κ. Σ. του Π, κατοίκου .., 39) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 40) Σ. Α. του Δ., κατοίκου …, 41) Τ. Χ. του Ν., κατοίκου …, 42) Τ. Α. του Μ., κατοίκου …,43) Κ. Α. του Ι., κατοίκου …, 44) Χ. Λ. του Γ., κατοίκου …, 45) Ζ. Α. του Ν., κατοίκου …, 46) Τ. Μ. του Π., κατοίκου …, 47) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου …, 48) Π. Α. του Α., κατοίκου …, 49) Μ.
Σ. – Α. του Ι., κατοίκου …, 50) Γ. Σ. του Γ., κατοίκου …, 51) Ξ. Ο. του Α., κατοίκου …, 52) Σ. Ε. του Α., κατοίκου …, 53) Π. Σ. του Γ., κατοίκου …, 54) Π. Μ. του Α., κατοίκου …, 55) Κ. Λ. του Α., κατοίκου …, 56) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου …, 57) Ο. Κ. του Γ., κατοίκου …,58) Ρ. Χ. του Ι., κατοίκου …, 59) Δ. Ε. του Δ., κατοίκου …, 60) Μ. Α. του Χ., κατοίκου …, 61) Γ.
Ε. του Ε., κατοίκου …, 62) Τ. Ά. του Ε., κατοίκου …, 63) Α. Σ. του Β., κατοίκου …, 64) Μ. Ε. του Ν., κατοίκου …, 65) Μ. Ά. του Ε. κατοίκου …, 66) Α. Ε. του Α. κατοίκου … και 67) Δ. Σ. του Κ. κατοίκου…, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β) Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ζ. Β. του Α., κατοίκου …, 2) Α. Σ. του Β. – Χ., κατοίκου …, 3) Σ. Ο. του Ι., κατοίκου…, 4) Κ. Β. του Β., κατοίκου…, 5) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου …, 6) Π. Δ. του Ι., κατοίκου …, 7)Ε. Θ. του Χ., κατοίκου …, 8) Κ. Α. του Δ., κατοίκου..., 9) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου …, 10) Π. Π. του Θ., κατοίκου …, 11) Α. Δ. του Ι., κατοίκου …, 12) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 13) Μ.
Π. του Ε., κατοίκου …, 14) Σ. Δ. του Δ., κατοίκου …, 15) Λ. Δ. του Σ., κατοίκου …, 16) Δ. Ε. του Ι., κατοίκου …, 17) Β. Β. του Χ., κατοίκου …, 18) Λ. Ε. του Η., κατοίκου …, 19) Μ. Φ. του Α., κατοίκου …, 20) Π. Κ. του Ν., κατοίκου …, 21) Α. Β. του Δ.., κατοίκου …, 22) Δ. Φ. του Β., κατοίκου …, 23) Γ. Μ. του Β., κατοίκου …, 24) Τ. Ν. του Δ., κατοίκου …, 25) Π.
Ε. του Ε., κατοίκου…, 26) Κ. Β. του Κ., κατοίκου …, 27) Π. Ά. του Χ., κατοίκου …, 28) Δ. Α. του Α., κατοίκου …, 29) Γ. Π. του Χ., κατοίκου …, 30) Β. Β. του Α., κατοίκου …, 31) Μ. Κ. του Π., κατοίκου …, 32) Χ. Ο. του Α., κατοίκου …, 33) Χ. 'Α. του Γ., κατοίκου …, ., 34) Π. Α. του Ε., κατοίκου …, 35) Τ. Α. του Ι., κατοίκου …, 36) Κ. Ε. του Γ., κατοίκου …, 37) Π.
Α. του Π., κατοίκου …, 38) Κ. Σ. του Π, κατοίκου .., 39) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 40) Σ. Α. του Δ., κατοίκου …, 41) Τ. Χ. του Ν., κατοίκου …, 42) Τ. Α. του Μ., κατοίκου …,43) Κ. Α. του Ι., κατοίκου …, 44) Χ. Λ. του Γ., κατοίκου …, 45) Ζ. Α. του Ν., κατοίκου …, 46) Τ. Μ. του Π., κατοίκου …, 47) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου …, 48) Π. Α. του Α., κατοίκου …, 49) Μ. Σ.
– Α. του Ι., κατοίκου …, 50) Γ. Σ. του Γ., κατοίκου …, 51) Ξ. Ο. του Α., κατοίκου …, 52) Σ. Ε. του Α., κατοίκου …, 53) Π. Σ. του Γ., κατοίκου …, 54) Π. Μ. του Α., κατοίκου …, 55) Κ. Λ. του Α., κατοίκου …, 56) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου …, 57) Ο. Κ. του Γ., κατοίκου …,58) Ρ. Χ. του Ι., κατοίκου …, 59) Δ. Ε. του Δ., κατοίκου …, 60) Μ. Α. του Χ., κατοίκου …, 61) Γ.
Ε. του Ε., κατοίκου …, 62) Τ. Ά. του Ε., κατοίκου …, 63) Α. Σ. του Β., κατοίκου …, 64) Μ. Ε. του Ν., κατοίκου …, 65) Μ. Ά. του Ε. κατοίκου …, 66) Α. Ε. του Α. κατοίκου … και 67) Δ. Σ. του Κ. κατοίκου…, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή των ήδη A) αναιρεσειόντων-B) αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2739/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1902/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες Α, με την από 10-10-2017 αίτησή τους και το αναιρεσείον Β, με την από 10-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων A-αναιρεσίβλητων Β, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκεινται προς κρίση η από 10/10/2017 και με αριθμό κατάθεσης 693/12-10-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και η από 10-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 683/11-10-2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου ΟΑΕΔ, κατά της 1902/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης και της από τους ενάγοντες αντέφεσης κατά της 2739/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 23-12-2010 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 8072/ 23-12-2010 . Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση,- κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεκι της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού ( η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
4. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Ένα μέλος του δικαστηρίου και δη η Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, έχει τη γνώμη ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι, που απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Τούτο διότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των διατάξεων του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, ο φορέας απασχόλησης, ως καθιστάμενος εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 126/2015).
Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 497/2020, 1805/2017, ΑΠ 260/2012).
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, (αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 309/2017 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 23-12-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις, που καταρτίστηκαν από το Νοέμβριο του έτους 2004 και εντεύθεν, διάρκειας δεκαοκτώ (18) μηνών, που στη συνεχεία παρατάθηκαν διαδοχικά μέχρι το έτος 2010, όπως ο χρόνος έναρξης και παράτασης αναφέρεται για κάθε έναν αναλυτικά, προσλήφθηκαν για να απασχοληθούν στον εναγόμενο, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, στα πλαίσια εκτέλεσης σχετικού προγράμματος (stage) του ΟΑΕΔ.
Ότι, όμως, στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβασή τους ήταν μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν ίδια με αυτή των τακτικών υπαλλήλων και είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι εργάστηκαν ο καθένας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα στις θέσεις και με την ειδικότητα που αναφέρουν στην αγωγή, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες τον υπηρεσιών του εναγόμενου που τους προσέλαβε, παρέχοντας την υπηρεσία τους οπουδήποτε καθίστατο αναγκαία καθόμοιο τρόπο, όπως ακριβώς και το προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά και το με σχέση δημοσίου δικαίου μόνιμο προσωπικό.
Ειδικότερα, τα χαρακτηριστικά της υπό καθεστώς εξάρτησης, παρεχόμενης εργασίας τους στις υπηρεσίες του εναγομένου, είχαν το ίδιο αντικείμενο εργασίας, το οποίο διεκπεραιώνει με πάγιο και διαρκή τρόπο το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου τακτικό, αλλά και το με σχέση δημοσίου δικαίου μόνιμο προσωπικό του, ήτοι σχετίζεται:
με την έκδοση καρτών ανεργίας, με την έκδοση βεβαιώσεων διαστήματος ανεργίας, με τις διακοπές επιδόματος, με τις εγγραφές ανέργων, με οικογενειακά επιδόματα και επιδόματα μητρότητας, με τα επιδόματα θέρμανσης, με το λογιστικό έλεγχο και διαχείριση, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλο αντικείμενο εργασίας τους αντίθετο, όπως ακριβώς και το τακτικό - μόνιμο προσωπικό του.
Η εν λόγω παρεχόμενη εργασία τους πραγματοποιούνταν στις υπηρεσίες του εναγομένου, όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με νόμιμο - πλήρες ωράριο εργασίας από τις 7:30' π.μ. το πρωί έως τις 14:45' το μεσημέρι, όπως ακριβώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι και υπό τις εντολές και οδηγίες των οικείων προϊσταμένων.
Ότι η σχέση που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτούς δε χαρακτηρισμός των συμβάσεών τους ως "απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας" δεν ανταποκρινόταν στη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, αναφερόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του.
Ότι η φύση της εργασίας, τα χαρακτηριστικά της και ο σκοπός της, που ήταν η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου στις κατά τόπους υπηρεσίες που παραπάνω αναφέρουν, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και καταχρηστικά ονομάστηκε σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.
Ότι το εναγόμενος βάση τις συμβάσεις αυτές καθώς και τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, έπρεπε να τους καταβάλει τις νόμιμες μηνιαίες τακτικές αποδοχές του μονίμου και τακτικού υπαλλήλου του εναγομένου κατηγορίας ΔΕ - ΤΕ - ΠΕ (αντίστοιχα για τον καθένα), τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΑΕΔ να καταβάλει νομιμοτόκως σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει με βάση τη σύμβαση και τις διατάξεις περί ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού ο εναγόμενος ΟΑΕΔ χωρίς νόμιμη αιτία κατέστη πλουσιότερος κατά τα αιτούμενα από κάθε ενάγοντα ποσά, διότι διασφάλισε προς όφελος του την αντίστοιχη δαπάνη με ζημία τους, την οποία αποκόμισε από τη μη χορήγηση του εν λόγω ποσού , στην οποία θα υποβάλλετο, αν ενεργούσε σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, ο δε πλουτισμός αυτός σώζεται μέχρι σήμερα, να τους καταβάλει νομιμοτόκως τα υπόλοιπα από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τα έτη 2004 έως 2010 για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας.
7. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 2739/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της . Κατά της ανωτέρω απόφασης, ο εναγόμενος ΟΑΕΔ άσκησε έφεση, ενώ οι ενάγοντες άσκησαν αντέφεση με τις προτάσεις τους. Επί της ασκηθείσας έφεσης και αντέφεσης, εκδόθηκε η 1902/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε δεκτή η έφεση, απορρίφτηκε η αντέφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε εν μέρει αυτή δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας που ανάγονται στο ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις που ανάγονται στο έτος 2004 έως και 2007, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω διετούς παραγραφής.
8. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, 'Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (ΑΠ 106/2020).
9. Με τον 6° λόγο της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν του τον νομίμως προταθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμοί του περί αοριστίας της αγωγής, η οποία και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Όμως, η αγωγή, με τον ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή της. Ειδικότερα, ως προς την βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία έγινε δεκτή από το Εφετείο, οι ενάγοντες στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται στο αντικείμενο της εργασίας τους, στον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους, ότι κάλυπταν τις αναφερόμενες πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΟΑΕΔ, ότι χωρίς νόμιμη αιτία αυτός κατέστη πλουσιότερος κατά τα αιτούμενα από κάθε ενάγοντα ποσά, διότι διασφάλισε προς όφελός του την αντίστοιχη δαπάνη με ζημία τους, την οποία αποκόμισε από τη μη χορήγηση του εν λόγω ποσού, στην οποία θα υποβάλλετο, αν ενεργούσε σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, ο δε πλουτισμός αυτός σώζεται μέχρι σήμερα.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ορισμένη την αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως έχουσα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 216 ΚΠολΔ και 904 επ. ΑΚ που ακολούθως έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 904 επ. και 648 επ του ΑΚ και ως εκ τούτου ο 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αναφορικά με την ως άνω βάση της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
10. Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης του ΟΑΕΔ , ο τελευταίος υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση και ιδίως τα άρθρα 145-150,αποφαινόμενο ότι οι ενάγοντες, που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δήθεν συνδέονταν με αυτό με συμβάσεις απλής σχέσης εργασίας, ανεπίτρεπτα μετάλλαξε τον χαρακτήρα των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, τα οποία εισήχθησαν στην Ελλάδα με το άρθρο 20 παρ 15 Ν. 2639/1998.
11. Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης ο ΟΑΕΔ επικαλείται ότι κρίνοντας το Εφετείο ότι η υπαγωγή των εναγόντων σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν συνιστά μέτρο διευκόλυνσης για την ένταξη αυτών στην αγορά εργασίας εν γένει, όπως πρότεινε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις δυνάμει του άρθρου 148 παρ 2 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ε.Ε εκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση , όπως τούτο έγινε αποδεκτό από το Ελληνικό Κράτος με το άρθρο 20 παρ 15 Ν 2631/1998, εξέδωσε απόφαση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την απασχόληση , δηλ κοινοτικού στόχου υπό την έννοια του άρθρου 4 παρ 3 της Συνθήκης της Ε.Ε.
12. Με τον 3° λόγο της αίτησης αναίρεσης ο ΟΑΕΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι " ... οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου... Κατ' επέκταση οι προαναφερόμενες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο της παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1997/70/ΕΚ " έσφαλε, διότι η Οδηγία αυτή δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαρμοστέο δίκαιο στην επίδικη διαφορά , αλλά μόνο εργαλείο ερμηνείας, ενώ όσον αφορά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 ο χαρακτήρας των επίδικων συμβάσεων ως " συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ", τις εξαιρεί οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ 1 του Ν. 2112/1920.
13. Με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το 2° σκέλος του, ο ΟΑΕΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ.3 του ν.2112/1920 " και σε άλλο σημείο "Περαιτέρω εμπόδιο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν.2112/1920 δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος"• εσφαλμένα ερμήνευσε την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη , αφού η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη είναι σαφής και η υιοθέτηση της απαγόρευσης μονιμοποίησης του προσωπικού η ή μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου απόλυτη, γιατί απαγορεύονται ρητά οι προσλήψεις στο δημόσιο είτε με αδιαφανείς διαδικασίες (που γίνονται χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή και υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, είτε με τρόπο που παρακάμπτεται η ως άνω διαδικασία, μέσω μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου με το πρόσχημα κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών.
14. Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εκ της μη εφαρμογής διατάξεων που ήταν κατά το αναιρετήριο εφαρμοστέες, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται ακριβώς το σφάλμα, που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρεται, πλην ελαχίστων κατ' επιλογή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβάσεις των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Όσον αφορά ειδικότερα τον 4ο λόγο της ίδιας αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το δεύτερο σκέλος του, αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο δεν προέβη σε απόρριψη ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από μέρους των εναγόντων.
15. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1902/2016 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και στην έκταση που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Ότι με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, για το λόγο ότι οι επικαλούμενες συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, που συνήφθησαν μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994 και ό του Ν. 2527/1997, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε να αναγνωριστούν ως τέτοιες, ακόμα και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, άλλωστε, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.α ) και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70, προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό σημείο αυτό και όχι αυτών που μεταγενέστερα καταρτίστηκαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η πρώτη σύμβαση καθενός από τους ενάγοντες καταρτίστηκε μετά την 19-7-2004, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΠΔ 164/2004, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε, μετά την έναρξη ισχύος του, κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωση, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.
Ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό περί σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν γίνονταν δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καθόσον έχουν συναφθεί υπό την ισχύ του καθώς και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, διότι το εναγόμενο δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ, οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησής τους προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου όσο και στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος.
Ότι (περαιτέρω, η ένδικη αγωγή δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ ούτε μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες είναι δυνατή η μετατροπή μιας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί καταγγελίας της σύμβασης διατάξεων του ν. 2112/1920, αφού όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως στην προκειμένη περίπτωση με τις συμβάσεις των εναγόντων και με το ν. 2190/1994, η κατάρτιση αυτής της σύμβασης εργασίας δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920.
Ότι, εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγόντων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον στη διάταξη της παρ. 1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας ορίζεται ότι η Οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με εξαίρεση:
α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις , που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία- πλαίσιο.
Ότι σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, επομένως, και τα στην αγωγή δεδομένα δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού τέτοια σύμβαση προσκρούει στο Π.Δ. 164/2004, στα άρθρα 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 219011994, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι ως προς τη βάση της αγωγής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επίσης η αγωγή είναι απορριπτέα, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως προαναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου δεν υπήρχε σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω.
Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη αποφασή του έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και, δεχόμενο την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, επιδίκασε σ' αυτούς τις αιτούμενες διαφορές για το επίδικο διάστημα (πλην των ετών 2004 έως και 2007 για τις οποίες δέχθηκε ότι έχουν υποκύψει τη διετή παραγραφή) έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της κρινόμενης έφεσης του εναγομένου, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις άνω κρίσεις και διατάξεις της (κεφάλαια) που αφορούν στην κύρια βάση της και τη βάση περί παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
16. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτό προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα που δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούνταν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα παροχής της εργασίας τους, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης των αναιρεσειόντων (εναγόντων), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επίσης, ο 5ος λόγος της αίτησης του ΟΑΕΔ , με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια αναιρετική πλημμέλεια και με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τη δικονομική αρχή του άρθρου 110 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στις προτάσεις του ισχυρισμό ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 20 παρ 15 του Ν.2639/1998, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα αμέσως προαναφερθέντα.
17. Στο άρθρο 48 παρ.1 και 3 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 204), ορίζεται ότι "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος... 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δυο ετών", στο δε άρθρο 49 αυτού ορίζεται ότι "Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Περαιτέρω, με την παρ.2 του άρθρου 56 του πιο πάνω ν.δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 15 του ν. 369/1976 και στη συνέχεια από το άρθρο 2 του ν. 578/1977 (ΦΕΚ Α' 106), παρασχέθηκε εξουσιοδότηση (πέραν των εξαιρέσεων της παρ.1 του άνω άρθρου) να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, ολικά ή εν μέρει, και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με προεδρικά διατάγματα, τα οποία θα εκδίδονταν μέχρι την 30-11-1977 και τα οποία ήταν δυνατόν να καταργηθούν με την ίδια διαδικασία, αν εξέλειπαν οι λόγοι για τους οποίους είχαν εκδοθεί.
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το π.δ. 1022/1977 (ΦΕΚ Α' 343), με το άρθρο μόνο του οποίου ο ΟΑΕΔ εξαιρέθηκε της εφαρμογής όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, ενώ με το άρθρο μόνο του π.δ. 314/1987 (ΦΕΚ Α' 149) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 4, 8, 17, 18 και 19 του ν.δ. 496/1974, όπως διαμορφώθηκαν με το ν. 369/1976 (ΦΕΚ Α' 164), εφαρμόζονται και για τον ΟΑΕΔ, καταργούμενης της εξαίρεσης που θεσπίσθηκε για τα θέματα αυτά με το π.δ. 1022/1977.
Ακόμη, με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ Α' 91) ζορίσθηκε ότι ο ΟΑΕΔ "έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια, που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο". Η αληθής έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης είναι ότι στην εξομοίωση του ΟΑΕΔ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, μεταξύ των οποίων και το αναγνωριζόμενο υπέρ αυτού από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", με την οποία ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της" (πρβλ ΟλΑΠ 2/2014).
Με την ανωτέρω διάταξη της παρ.3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία, όπως κρίθηκε με την 1/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ.1), ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης (ΑΕΔ 32/2008).
18. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, που πρόβαλε το εναγόμενο ΝΠΔΔ παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, δέχτηκε τα εξής: Ότι στην προκειμένη περίπτωση οι απαιτήσεις των εναγόντων αφορούν αξιώσεις που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν το χρονικό διάστημα από 13-12-2004 έως 15-4-2010.
Ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 27-12-2010, ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο, σύμφωνα με την … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ. και συνεπώς, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις περί παραγραφής αξιώσεων κατά του δημοσίου και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, που αφορούν στα έτη 2008, 2009 και 2010, δεν έχουν υποκύψει στη διετή ως άνω παραγραφή, αφού ήταν δικαστικά επιδιώξιμες εντός της διετίας από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν, ενώ για τον ίδιο λόγο έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι αξιώσεις των ετών 2004 έως και 2007.
Ότι, επομένως, όσα αναφέρει το εναγόμενο περί παραγραφής των αξιώσεων μέχρι το 2007 είναι βάσιμα, της παραγραφής άλλωστε ερευνωμένης και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες και με τον μοναδικό λόγο της αντέφεσης, ότι η διετής παραγραφή αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί θεσπίζει αδικαιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των Ελλήνων Πολιτών και ακόμη αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
δεν εμποδίζουν τη θέσπιση διατάξεων που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής για απαιτήσεις που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος των. "Αλλωστε, η πενταετής παραγραφή, που ισχύει επί αποζημιώσεων για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ και επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πρόκειται για αποδοχές από άκυρη σύμβαση εργασίας που αποδίδονται με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις περί διετούς παραγραφής, που προαναφέρθηκαν.
Ακόμη, τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ προϋποθέτουν παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου ή των ΝΠΛΛ, που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, ούτε μπορούν να θεωρηθούν παράνομες πράξεις οι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας που περιγράφονται στην αγωγή, με την ερμηνεία που τους αποδίδονταν.
19. Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, το Εφετείο, έστω και αν εσφαλμένα θεώρησε ότι η παραγραφή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που αναφέρεται στην παραγραφή των αξιώσεων υπαλλήλων κατά των ΝΠΔΔ, σε ορθό τελικώς, ως προς το ζήτημα αυτό, διατακτικό κατέληξε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που είναι εφαρμοστέα, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΑΚ με την μη εφαρμογή τους .'Ετσι, το παρόν δικαστήριο προβαίνει σε αντικατάσταση της αιτιολογίας στην ορθή, κατ' αρθ. 578 ΚΠολΔ, ότι δηλ εν προκειμένω είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, καθώς και ο τέταρτος λόγος της ίδιας αίτησης, για παραβίαση των άρθρων 249, 250 ΑΚ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων υπόκεινται σε διετή παραγραφή, με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, πλην όμως δεν πλήττεται κατά τούτο η απόφαση με την αντίθετη αίτηση αναίρεσης.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της ίδιας αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 16 του ν. 3762/2009, που ορίζει πενταετή παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι το άρθρο 16 εδ.
α' του ν. 3762/2009 (ΦΕΚ Α' 75/15-5-2009), που ορίζει ότι "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του ΟΑΕΔ παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και άρχισε να ισχύει από 15-5-2009, δεν τυγχάνει εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις, που το Εφετείο έκρινε ως παραγεγραμμένες, ήτοι των ετών 2004 έως και 2007, ανάγονται σε προγενέστερο της ισχύος αυτού χρονικό διάστημα.
20. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, ΑΠ 78/2020, 71/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 3762/2009, που προβλέπει ειδικό νομικό πλαίσιο πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για πράγμα κατά την έννοια του νόμου, αλλά για απλά επιχειρήματα.
Προσέτι, με τον πέμπτο λόγο της ίδιας αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου (Μισθοδικείου), που δέχθηκε την πενταετή παραγραφή ομοίων αξιώσεων και συνιστά νομολογία επί της υπόθεσης, την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επίκληση νομολογίας, από άλλη συναφή δικαστική απόφαση, προσκομιζόμενο προς ενίσχυση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής κ.λ.π. δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. (ΑΠ 60/2020, 127/2018).
22. Αναφορικά με το αίτημα του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη νομική φύση των συναπτομένων στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), αυτό κρίνεται, πέραν της αοριστίας του, απορριπτέο ως αβάσιμο.
23. Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 602/2015, ΑΠ 355/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το 2° σκέλος του, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τους επιδίκασε εσφαλμένως μόνο το βασικό μισθό του 18ου μ.κ.
ανά μήνα, σύμφωνα με την κατηγορία που ανήκει ο καθένας, το κίνητρο απόδοσης και τα επιδόματα εορτών και άδειας, ενώ όφειλε να τους επιδικάσει το σύνολο των αποδοχών, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, που διέπει και το εναγόμενο, βάσει του οποίου αμείβονται οι μόνιμοι και με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι αυτού, όπως οι αποδοχές αυτές διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 επ.
και 904 επ. ΑΚ. Επίσης, το αναιρεσείον ( εναγόμενο), με τον 4° λόγο της αίτησής του κατά το 1° σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον στις συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενώ με τον 6ο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι εσφαλμένα το Εφετείο επιδίκασε στους ενάγοντες και τα επιδόματα κινήσεως και ειδικής παροχής, κατά παράβαση του αρ. 16 του ν. 1405/1983.
Όμως, με την 186/2019 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και ενόψει του ότι το παρόν Β1 τμήμα, με σειρά αποφάσεων του, διατύπωσε αντίθετη άποψη περί μη νομιμότητας της αγωγής και ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (μνημονεύονται οι ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017), το ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος στο Δημόσιο (ή σε δημόσιο φορέα), υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση όπου απασχόλησε τον συμβασιούχο, ο οποίος απασχολήθηκε εκεί δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ του απασχοληθέντος και του ΟΑΕΔ στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος (stage), παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας, συντρέχει, ευλόγων, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
24. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω κριθέντες ως απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων των διαδίκων και να αναβληθεί η συζήτηση του 4ου λόγου της αίτησης του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά το 1ο σκέλος του, του 6ου λόγου της ίδιας αίτησης κατά το ανωτέρω σκέλος, καθώς και του 2ου λόγου της αίτησης των αναιρεσειόντων (εναγόντων), κατά το 2ο σκέλος του, μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ανωτέρω ζητήματος. Τα δικαστικά έξοδα θα καθορισθούν με την τελική απόφαση επί των εκκρεμούντων αναιρετικών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 693/12-10-2017 και από 10-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 683/11-10-2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
Απορρίπτει τους κριθέντες στο σκεπτικό ως απορριπτέους λόγους αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων.
Αναβάλλει τη συζήτηση επί του 4ου λόγου της αίτησης του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά το 1ο σκέλος του, επί του έκτου λόγου της ίδιας αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του και επί του 2ου λόγου της αίτησης αναίρεσης, των αναιρεσειόντων (εναγόντων) κατά το 2ο σκέλος του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ