Legislator Case Law & Legislation
1101/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance judgment for lack of admissible grounds.

Case Number 1101/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident involving a pedestrian and a garbage truck. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate evidence concerning the pedestrian's blood alcohol level and reaction times. The court ruled that the appellant's claims were merely arguments rather than specific legal grounds for annulment and constituted an unreviewable assessment of facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument challenging a court's evaluation of evidence or factual assessment without citing specific legal grounds is inadmissible as it does not constitute a 'thing' under Article 559(10) but rather a substantive argument.

Keywords

AI generated
traffic accident liability blood alcohol evidence appellate review limits admissible appeal grounds factual assessment unreviewable insurance contract dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(10), 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1101 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Π. του Α., 2) ..., 3) ..., κατοίκων ..., 4) Δ. Π. του Α., 5) Χ. - Χ. Π. του Δ., κατοίκων ..., 6) Ζ. Π. του Α. και 7) Κ. Π. του Ζ….., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Καμπούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (οι 2ος, 3η και 7η, όπως εκπροσωπούνταν τότε από τους γονείς τους, οι οποίοι ασκούσαν τη γονική μέριμνα αυτών), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1248/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5000/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2018 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 517/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 2252/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 12-7-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. ……/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης[άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθμ. 2252/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β`.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ.ΑΠ 27/2007, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017). Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 23-4-2013 (αριθμ. εκθ. κατάθ.

…./2013) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (εκ των οποίων οι Α. Π. του Φ. και Π. Π. του Φ. τότε ανήλικοι εκπροσωπήθηκαν από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους-πρώτο και δεύτερη των εναγόντων), εξέθεσαν ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφορίας …….. ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου μεταφοράς απορριμμάτων (απορριμματοφόρου) του Δήμου Φ. Α., Κ. Μ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό της Χ.

Π. του Δ., μητέρας των πρώτου, τρίτου και πέμπτου και γιαγιάς των λοιπών εναγόντων. Ζήτησαν, κατόπιν τούτου, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου της οικείου τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και να υποχρεωθούν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.610,48 ευρώ ως αποζημίωση για έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1248/2014 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους η, από 7-5-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …../2015) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την καθ` ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής τους ως βάσιμης κατ` ουσίαν.

Επί της εφέσεως εκδόθηκε η με αριθμ. 5000/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, εξαφανίστηκε η με αριθμ. 1248/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η ως άνω αγωγή των εναγόντων και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση στον πρώτο ενάγοντα και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά.

Ακολούθως, με την από 16-6-2018 αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία προσέβαλε την ως άνω με αριθμ. 5000/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η με αριθμ. 517/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου(Δ' Τμήμα), με την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση καθόσον η πληττόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Το κατά παραπομπή Δικαστήριο, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εξέδωσε την με αριθμ. 2252/2021 απόφαση, με την οποία δεχόμενο την από 7-5-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …./2015) έφεση, εξαφάνισε την με αριθμ. 1248/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας δε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.044,20 ευρώ, ενώ αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους πρώτο, τρίτο και πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 18.000 ευρώ και στους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 4.000 ευρώ στον καθένα.

Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων ως άνω με αριθμ. 2252/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν......''. Κατά δε το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ".

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 2252/2021 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''.......

Στις 12-5-2012 και περί ώρα 06.20 πρωινή, η Χ. Π. του Δ., ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 78 ετών, μητέρα των πρώτου, τρίτου και πέμπτου των εναγόντων και γιαγιά από την πατρική τους γραμμή των Α. και Π. Φ. Π., Χ. - Χ. Δ. Π. και Κ. Ζ. Π., επίσης, εναγόντων, (ήδη αναιρεσιβλήτων) κινείτο πεζή επί του δεξιού πεζοδρομίου της οδού Βυζαντίου με κατεύθυνση από τη Φιλοθέη προς τη Νέα Ιωνία Αττικής, στο ύψος των οικοδομικών αριθμών …-… της εν λόγω οδού.

Η οδός Βυζαντίου είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος από άσφαλτο 7,30 μ., με μία λωρίδα κυκλοφορίας, καμπύλη-οριζόντια, φέρει δε διαχωριστική νησίδα με μπάρες ασφαλείας και κάγκελα ύψους 1,40 μ., η οποία διαχωρίζει αυτή με την παράλληλη και προς αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Ν. Ιωνία προς Φιλοθέη, υφιστάμενη οδό Εθνικής Αντιστάσεως, ενώ σε απόσταση 59 μέτρων υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ρυθμίζοντες την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, οι οποίοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά και εμφανής, στο ίδιο σημείο, διάβαση πεζών.

Η κατάσταση της οδού κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ξηρά, επικρατούσε ημέρα και καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ των πεζών αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50 χλμ/ώρα ως κατοικημένης περιοχής. Η ως άνω πεζή, προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Βυζαντίου για να διέλθει στην έναντι νησίδα ασφαλείας μεταξύ των προαναφερομένων οδών Βυζαντίου και Εθνικής Αντιστάσεως, με μη προκύψασα από την αποδεικτική διαδικασία περαιτέρω κατεύθυνση προορισμού, παρότι στο σημείο αυτό δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες και διάβαση πεζών, κατήλθε στο οδόστρωμα και χωρίς να ελέγξει την από αριστερά κίνηση των επ' αυτού κινουμένων οχημάτων, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κινουμένου κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο και στο ύψος των ως άνω αριθμών …-… στο μέσον και προς αριστερά της οδού Βυζαντίου πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλ. ….. Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου μεταφοράς απορριμμάτων (απορριμματοφόρου) του Δήμου Φ…. Α……, με κατεύθυνση από Φιλοθέη προς Νέα Ιωνία Αττικής, το οποίο (Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο) κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα).

Και ενώ η πεζή Χ. Δ.. Π. είχε διανύσει 4 μ. του οδοστρώματος, ήτοι αυτή είχε διασχίσει το ήμισυ και πλέον του οδοστρώματος, όντας ορατή εν όψει της απόστασης που είχε διανύσει από τα δεξιά του οδοστρώματος και λαμβανομένου υπόψη του πλάτους αυτού, επέπεσε επ' αυτής με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο και την παρέσυρε προκαλώντας τον θανάσιμο τραυματισμό της, χωρίς ο οδηγός αυτού, ο οποίος είχε αντιληφθεί την κάθετη διέλευση αυτής επί του οδοστρώματος, να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.

Σύμφωνα με την Έκθεση Αυτοψίας της Τροχαίας και το Σχεδιάγραμμα αυτής ανευρέθη κηλίδα αίματος [Α] επί του οδοστρώματος μήκους 0,80 μέτρων και σε απόσταση 3,50 μέτρων από το αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας του φορτηγού (το όχημα εκινείτο προς Ν. Φιλαδέλφεια, η πεζή διέσχισε το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά, προς την πορεία του οχήματος και το όχημα δεν ευρέθη στην τελική του θέση).

Σύμφωνα και με την Έκθεση Αυτοψίας της Τροχαίας, το όχημα παρέσυρε την πεζή με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζονται η πορεία του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου και της πεζής, η διαμόρφωση της οδού και τα ευρήματα της πρόσκρουσης. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσον της πεζής, όσον και του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του Ι.Χ.Φ. απορριμματοφόρου αυτοκινήτου και δη κατά ποσοστό 60% της πεζής και 40% του πρώτου εναγομένου αντίστοιχα, καθόσον αμφότεροι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν ως πεζή η πρώτη και ως μέσος και ευσυνείδητος οδηγός ο δεύτερος, (άρθρ. 330 ΑΚ) και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, η πεζή Χ. Δ.. Π. αν και ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει τη διάβαση πεζών και τους φωτεινούς σηματοδότες που υπήρχαν σε απόσταση μόλις 59 μέτρων από τον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με την άνω υποχρέωσή της και επέδειξε συμπεριφορά που εξέθεσε σε κίνδυνο την κυκλοφορία και τη σωματική ακεραιότητά της και προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω οδού Βυζαντίου, ήτοι κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επ' αυτής και να βεβαιωθεί εάν μπορούσε να πραγματοποιήσει ακινδύνως την κάθοδό της στο οδόστρωμα και ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση του απορριμματοφόρου.

Έπρεπε δηλαδή να λάβει υπόψη της την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους και την ταχύτητα του Ι.Χ.Φ., εάν, δηλαδή, ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσει ακινδύνως την κάθετη διέλευσή της στο οδόστρωμα και κυρίως διότι δεν ανέμενε να διέλθει πρώτα το απορριμματοφόρο προκειμένου η ίδια να διασχίσει στη συνέχεια το οδόστρωμα με ασφάλεια, ενώ αν είχε ελέγξει την κίνηση των οχημάτων θα αντιλαμβανόταν την κίνηση του κατερχόμενου απορριμματοφόρου και θα του παρείχε προτεραιότητα (αυτό είναι εμφανέστατο λόγω του όγκου και του θορύβου που εκπέμπει) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και επί πλέον δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητα και επικρατούσε ημέρα καθώς επίσης, ήταν αναμμένα και τα φώτα του, ενώ αν κατέβαλε την απαιτούμενη στις ανάλογες περιστάσεις από τον μέσο συνετό πεζό επιμέλεια, όπως ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 εδάφ.

α' και 38 παρ. 4 εδάφ. ε' του ν. 2696/1999, θα έβλεπε τα αναμμένα φώτα του Ι.Χ.Φ., δεν θα εκτιμούσε εσφαλμένα την ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου πιστεύοντας ότι θα σταματήσει αφού την είχε δει από 42 μέτρα απόσταση και δεν θα εισερχόταν στο οδόστρωμα για να το διασχίσει, αιφνιδιάζοντας τον οδηγό, αφού το όχημα του τελευταίου την είχε πλησιάσει σε απόσταση εννέα μέτρων περίπου.

Αλλά και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του Ι.Χ.Φ. απορριμματοφόρου, επέδειξε αμελή συμπεριφορά και ειδικότερα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και μπορούσε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός να επιδείξει ενεργώντας κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και, έτσι, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ανωτέρω πεζή η οποία εκινείτο επί του οδοστρώματος της ως άνω οδού Βυζαντίου, επί του οποίου και ο ίδιος εκινείτο, με δεδομένο ότι αυτή είχε διανύσει ήδη 4 μέτρα εντός του οδοστρώματος και δεν ρύθμισε εγκαίρως την ταχύτητά του, η οποία ναι μεν ήταν μικρή (42 χλμ/ώρα), θα μπορούσε, όμως, να μειώσει αυτή στο ελάχιστο ή έστω και να ακινητοποιήσει το όχημά του, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε αποφευκτικό ελιγμό που ήταν εφικτός καθότι δεν αποδείχθηκε να διερχόταν πίσω του η παράλληλα άλλο όχημα και δη ούτε τροχοπέδησε το όχημά του, ώστε να την αποφύγει ούτε προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όσο τουλάχιστον του επέτρεπε η απόστασή του από την εκεί.

ευρισκόμενη νησίδα με μπάρα ασφαλείας, χειρισμούς, όμως, τους οποίους, όπως αποδείχθηκε, δεν εκτέλεσε ο ως άνω οδηγός, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999). Εκ των προεκτεθεισών εσφαλμένων πράξεων και παραλείψεών τους, οι οποίες τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνιστούν σαφή παράβαση των παραπάνω διατάξεων, αμφότεροι, κατά στοιχειοθέτηση της αμέλειάς τους, δεν προείδαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απέτρεψαν την ένδικη σύγκρουση και τα αποτελέσματα αυτής.

Να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι βρέθηκε στο αίμα της θανούσας πεζής περιεκτικότητα σε οινόπνευμα 0,2%ο (20gr/l), το ποσοστό βέβαια το οποίο δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή βρισκόταν σε κατάσταση μέθης (και τούτο ανεξάρτητα του ότι δεν προβλέπεται στον ισχύοντα ΚΟΚ ως παράβαση για τους πεζούς) και σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τεχνικού συμβούλου αυτών, το ως άνω ποσοστό δημιουργεί τουλάχιστον ευφορία, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνεπάγεται μείωση της αντίληψης και των αντανακλαστικών σε ποσοστό που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και το σωματότυπο του ατόμου καθώς και την προϋπάρχουσα εξοικείωση αυτού στην ανάλωση οινοπνεύματος, δεν κρίνεται όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση επηρέασε την κίνηση και τα αντανακλαστικά της ως άνω πεζής.

Ειδικότερα σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και με την διεθνή βιβλιογραφία [βλ. με το σύγγραμμα " TRAFFIC ACCIDENT RECONSTRUCTION, LYNN B.FRICKE, NORTHWESTERN UNIVERSITY-ENTER FOR PUPLIC SAFETY''] με δεδομένο ότι η ταχύτητα κίνησης πεζού κυμαίνεται από τρία έως έξι και μισό χιλιόμετρα ανά ώρα (3,00 έως 6,50 χλμ/ώρα), η ταχύτητα κίνησης της μεγάλης ηλικίας [78 ετών] πεζής, εκτιμάται σε τέσσερα χιλιόμετρα ανά ώρα (4 χλμ/ώρα).

Έτσι, προκύπτει ότι η θανούσα πεζή διήνυσε την απόσταση των 4 μ. του οδοστρώματος της οδού Βυζαντίου σε χρονική διάρκεια 3,6 δευτερολέπτων της ώρας, ήτοι 4.000 μ. ανά ώρα: 3.600 δευτερόλεπτα = 1,11 μέτρα ανά δευτερόλεπτο Χ 3,6 δευτερόλεπτα = 3,99 μέτρα.

Συνεπώς, η πεζή κινείτο επί χρονική διάρκεια 3,6 δευτερολέπτων εντός του οδοστρώματος της οδού Βυζαντίου. Αντίστοιχα, το ζημιογόνο φορτηγό αυτ/το, ακόμη και κινούμενο με την αποτυπωθείσα στον ταχογράφο του ταχύτητα των 42 χλμ/ ώρα, κατά την χρονική αυτή διάρκεια των 3,6 δευτερολέπτων της κίνησης της πεζής, διήνυσε απόσταση σαράντα δύο μέτρων (42μ.), ήτοι 42 μέτρα ανά ώρα: 3.600 δευτερόλεπτα = 11,66 μέτρα ανά δευτερόλεπτο Χ 3,6 δευτερόλεπτα = 42,00 μέτρα.

Συνεπώς, ο πρώτος εφεσίβλητος οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτ/του όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί την κάθοδο της πεζής και την έναρξη της κίνησής της εντός του οδοστρώματος από απόσταση σαράντα δύο μέτρων (42 μ.) πριν το σημείο της σύγκρουσης. Είναι διεθνώς αποδεκτό, ότι ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο σε ένα δευτερόλεπτο (1") της ώρας.

Έτσι, το ζημιογόνο αυτ/το διήνυσε την απόσταση των 11,66 μ. επί της οδού Βυζαντίου κατά τον χρόνο αντίδρασης του ενός δευτερολέπτου, χωρίς να μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια (τροχοπέδηση κλπ) εκ μέρους του οδηγού του Ι.Χ.Φ. Όμως, ο οδηγός αυτός είχε στην διάθεσή του χρονικό διάστημα 2,6 δευτερολέπτων ή αντίστοιχα απόσταση τριάντα μέτρων και τριάντα τεσσάρων εκατοστών (30,34 μ.), για την διακοπή της πορείας του οχήματός του με τροχοπέδηση και την εντεύθεν αποφυγή της σύγκρουσης με την πεζή.

Με την αποδεδειγμένη ταχύτητα των 42 χλμ/ώρα του ζημιογόνου φορτηγού οχήματος, η απαιτούμενη απόσταση διακοπής πορείας του οχήματος αυτού ανέρχεται σε είκοσι ένα μέτρα (21,00 μ.), κατά την διεθνώς αναγνωρισμένη και παγίως γενομένη δεκτή κλίμακα που περιέχεται στο σύγγραμμα "ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" του Αστυνόμου Λαζάρου ΛΑΜΠΡΑ ΚΑΚΗ.

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος οδηγός είχε την ευχέρεια να διακόψει την πορεία του οχήματός του και να ακινητοποιήσει αυτό σε απόσταση εννέα μέτρων (9,00 μ.) τουλάχιστον πριν την σύγκρουσή του με το σώμα της πεζής θανούσας [βλ. και την από 4-2-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου Β.

Κ., η οποία προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως και ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου]. Εξάλλου, αν ο πρώτος εφεσίβλητος επιδείκνυε έστω και την τελευταία στιγμή, παρά την καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, την ψυχραιμία, αλλά και την επιδεξιότητα ενός μέσου οδηγού περί την οδήγηση, θα μπορούσε να προβεί σε κάποια αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια, πραγματοποιώντας ελαφρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, όπως μπορούσε, αφού δεν προέκυψε ότι τον εμπόδιζε οτιδήποτε για μία τέτοια ενέργεια και έτσι να παρακάμψει το εμπόδιο του πεζού, χωρίς κανένα κίνδυνο για την πορεία του Ι.Χ.Φ.

Τέλος, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, οδηγού του Ι.Χ.Φ. ζημιογόνου αυτοκινήτου, ότι "αντιλήφθηκε την πεζή την τελευταία στιγμή καθότι εμπρός από το δικό του όχημα εκινείτο ομόρροπα και σε απόσταση 15 μέτρων έτερο φορτηγό αυτοκίνητο" δεν κρίνεται πειστικός και δεν αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός αυτού ότι η ανωτέρω πεζή "πετάχτηκε" ξαφνικά μπροστά του και τούτο δεδομένου ότι η πεζή είχε διασχίσει 4 μέτρα εντός του οδοστρώματος κατά το χρόνο της παράσυρσής της από το ως άνω απορριμματοφόρο, ήτοι αυτή διέσχισε κατά το ήμισυ και πλέον το οδόστρωμα.

Επίσης τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από όσα εσφαλμένως δέχθηκε, η εκκαλουμένη απόφαση ότι δηλαδή ο οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτ/του αντιλήφθηκε την θανάσιμα τραυματισθείσα πεζή από απόσταση περί τα δέκα πέντε μέτρα (15,00 μ.) και παρά την άμεση τροχοπέδηση που επιχείρησε, επέπεσε σε αυτή με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός του, προκαλώντας την βίαιη πτώση της στο οδόστρωμα και τον θανάσιμο τραυματισμό της και έτσι έκρινε ότι ουδεμία αμελής συμπεριφορά προέκυψε για τον οδηγό αυτό.

Η εκκαλουμένη απόφαση στήριξε τις παραδοχές της αυτές και την αντίστοιχη κρίση της κυρίως και πρωτίστως στο περιεχόμενο της από 12-5-2010 προανακριτικής έκθεσης εξέτασης κατηγορουμένου του οδηγού, στην οποία προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, ως ρητώς μνημονεύεται στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης. Όμως, το περιεχόμενο της εν λόγω από 12-5-2010 έκθεσης εξέτασης κατηγορουμένου οδηγού στερείται αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και μάλιστα να αποτελέσει το κυρίαρχο αποδεικτικό στοιχείο, ως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, καθ' όσον:

α. Στην από 12-5-2010 έκθεση εξέτασής του ο οδηγός αυτός αναφέρει επί λέξει: "...εμπρός από το δικό μου όχημα εκινείτο ομόρροπα και σε απόσταση δέκα πέντε μέτρων (15,00 μ.) έτερο φορτηγό αυτ/το... Λόγω του έμπροσθεν από εμένα κινούμενου φορτηγού αυτ/του η ορατότητα περιοριζόταν στα δέκα πέντε μέτρα (15,00 μ.) περίπου".

Αντίθετα, στην από 7-10-2010 μεταγενέστερη έκθεση εξέτασής του, ο ίδιος αυτός οδηγός αναφέρει επί λέξει: "...Η ορατότητά μου εκείνη την στιγμή περιοριζόταν από άλλο φορτηγό αυτ/το, το οποίο κινούνταν μπροστά από εμένα στην ίδια κατεύθυνση και σε απόσταση περίπου στα πέντε μέτρα (5,00 μ.)". Στο περιεχόμενο μεταξύ των δύο (2) αυτών εκθέσεων εξέτασης του οδηγού αυτού του ζημιογόνου φορτηγού αυτ/του υπάρχει πλήρης και σαφής αντίφαση, αφού στην πρώτη από 12-5-2010 έκθεση αναφέρει προπορευόμενο φορτηγό αυτ/το σε απόσταση δέκα πέντε μέτρων (15,00 μ.) και στην δεύτερη από 7-10-2010 έκθεση αναφέρει προπορευόμενο φορτηγό αυτ/το σε απόσταση πέντε μέτρων (5,00 μ.).

Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο αμφοτέρων των ως άνω εκθέσεων εξέτασης του πρώτου εφεσίβλητου οδηγού και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του στερούνται αξιοπιστίας, β. Ομοίως, στην από 12-5-2010 έκθεση εξέτασής του ο οδηγός αναφέρει επί λέξει: "Η σύγκρουση έγινε στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματος". Αντίθετα, στην από 7-10-2010 μεταγενέστερη έκθεση εξέτασής του, ο ίδιος αυτός οδηγός αναφέρει επί λέξει: "....με αποτέλεσμα η πεζή να συγκρουστεί με το οπίσθιο δεξιό φτερό του φορτηγού μου.

Από λάθος μου είπα στους αστυνομικούς αρχικά ότι είχε η πεζή με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του φορτηγού. Εγώ πιστεύω ότι η ηλικιωμένη γυναίκα πήγε και έπεσε με το κεφάλι πάνω στο φτερό του φορτηγού μου". Στην προσαχθείσα από την εναγόμενη ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος, ο ίδιος αυτός οδηγός αναφέρει επί λέξει: "Στην προσπάθειά μου να την αποφύγω την κτύπησα με το πίσω δεξί φτερό".

Από την ανάγνωση του περιεχομένου των ανωτέρω δύο (2) προανακριτικών εκθέσεων εξέτασης του οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτ/του και της υπεύθυνης δήλωσής του προς την δεύτερη ασφαλιστική εταιρεία, καθίσταται σαφής η πλήρης και απόλυτη αντίφαση αυτού ως προς τα πραγματικά περιστατικά της παράσυρσης και του θανάσιμου τραυματισμού της θανούσας Χ.

Π., αφού στην πρώτη από 12-5-2010 έκθεση αναφέρει ότι η σύγκρουση με την πεζή αυτή έγινε στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του φορτηγού αυτ/του, ενώ στην δεύτερη από 7-10-2010 έκθεση εξέτασης και στην προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωσή του αναφέρει ότι η σύγκρουση έγινε στο οπίσθιο δεξιό φτερό του φορτηγού. Ως εκ τούτου, οι περιεχόμενοι στα ανωτέρω έγγραφα ισχυρισμοί του ως άνω οδηγού ως προς τα πραγματικά περιστατικά του επίδικου θανάσιμου τραυματισμού της Χ.

Π. στερούνται αξιοπιστίας, εκτίμηση που και οι ενάγοντες ρητώς επισήμαναν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήτοι την αναξιοπιστία του οδηγού αυτού ως προς τα πραγματικά περιστατικά του θανάσιμου τραυματισμού της συγγενούς τους Χ. Π.. Το ότι δε ο πρώτος εναγόμενος αθωώθηκε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, η κρίση αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και τούτο ενόψει του ότι η κρίση του πολιτικού Δικαστηρίου είναι ανεξάρτητη του ποινικού.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση περί συνυπαιτιότητας της θανούσας πεζής που πρόβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και προβάλουν παραδεκτά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτια του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού της την πεζή και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης των εναγόντων.......'' Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα της πεζής -συγγενούς τους και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό, που υπέστη η πεζή, κατά το αναφερόμενο σ` αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ, του ν. ΓΠΝ/1911 και των άρθρων 12 παρ.1 α', 19 παρ. 1 και 38 παρ. 4 ε' του ν. 2696/ 1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα αμέλεια της θανατωθείσας πεζής και του οδηγού του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού (απορριμματοφόρου) αυτοκινήτου και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε η ως άνω πεζή, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: α) αυτή κινείτο πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Βυζαντίου με κατεύθυνση από τη Φιλοθέη προς τη Νέα Ιωνία Αττικής, στο ύψος των οικοδομικών αριθμών 143-145, β) ότι σε απόσταση 59 μέτρων, από το ως άνω σημείο υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ρυθμίζοντες την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, οι οποίοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, ενώ υπήρχε στο ίδιο σημείο και εμφανής διάβαση πεζών, γ) ότι έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Βυζαντίου για να διέλθει στην απέναντι νησίδα ασφαλείας μεταξύ των προαναφερομένων οδών Βυζαντίου και Εθνικής Αντίστασης, χωρίς να προκύπτει (από την αποδεικτική διαδικασία) η περαιτέρω κατεύθυνση του προορισμού της, κατήλθε στο οδόστρωμα και χωρίς να ελέγξει την από αριστερά κίνηση των κινούμενων οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει χωρίς κίνδυνο την κάθετη διέλευσή της στο οδόστρωμα, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Βυζαντίου, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κινουμένου, στο ύψος των ως άνω αριθμών …-…, στο μέσον και προς αριστερά της οδού Βυζαντίου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …….

ιδιωτικής χρήσης φορτηγού (απορριμματοφόρου) αυτοκινήτου, με κατεύθυνση από Φιλοθέη προς Νέα Ιωνία Αττικής. Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού (απορριμματοφόρου) αυτοκινήτου το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς και με αμελή συμπεριφορά του, δεχόμενο ότι:

α) αυτός κινούμενος επί της οδού Βυζαντίου, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή η οποία είχε εισέλθει στην οδό και είχε διανύσει ήδη 4 μέτρα εντός του οδοστρώματος, ενώ αν την είχε αντιληφθεί έγκαιρα από απόσταση 42 μέτρων από την οποία απόσταση, ενόψει του πλάτους της οδού 7,30 μ., είχε τη δυνατότητα να την αντιληφθεί, θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημά του σε απόσταση εννέα μέτρων πριν την πρόσκρουση, β) δεν ρύθμισε έγκαιρα την ταχύτητά του, η οποία ναι μεν ήταν μικρή (42 χλμ/ώρα), θα μπορούσε, όμως, να μειώσει αυτή στο ελάχιστο και πέραν των επιβαλλόμενων από το νόμο ορίων για την ασφαλή και ακίνδυνη κίνησή του ή ακόμη και να ακινητοποιήσει το όχημά του (ΑΠ 565/2018), γ) δεν προέβη σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ο οποίος ήταν εφικτός, αλλά ούτε σε τροχοπέδηση ώστε να την αποφύγει, όταν είχε πλησιάσει την πεζή σε απόσταση εννέα μέτρων περίπου.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία πλημμέλεια της παράθεσης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον από τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές της σαφώς συνάγεται ότι: α) η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα της οδού Βυζαντίου χωρίς να ελέγξει την από αριστερά κίνηση των κινουμένων επί της οδού οχημάτων και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει χωρίς κίνδυνο την κάθετη διέλευσή της στο οδόστρωμα, ενέργειες στις οποίες αν προέβαινε θα αντιλαμβάνονταν την κίνηση του απορριμματοφόρου σε απόσταση 42 μ.

και θα του παρείχε προτεραιότητα και β) ο οδηγός του φορτηγού είχε τη δυνατότητα να την αντιληφθεί από απόσταση 42 μέτρων και θα μπορούσε, ενόψει της ταχύτητάς του, να ακινητοποιήσει το όχημά του σε απόσταση εννέα μέτρων πριν τη σύγκρουση. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι:

α) δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια γιατί ο οδηγός του απορριμματοφόρου δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και β) δεν προσδιορίζεται γιατί ο ως άνω οδηγός επέδειξε αμελή συμπεριφορά, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.

Επίσης, όλες οι λοιπές αναφερόμενες, στους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτή εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια (σε ποσοστό 40%) του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου.

Κατ` ακολουθία, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους(Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.

α' και 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την, μετ` επικλήσεως, νομίμως προσκομισθείσα από αυτήν με αριθμ. 846/2015 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως ο οδηγός του ασφαλισμένου σ` αυτήν οχήματος Κ. Μ., αθώος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών (θανάσιμος τραυματισμός της Χ.

Π. του Δ.), αφού: α) δεν προέβη σε καμιά αντίκρουση, αναφορά ή σχολιασμό αυτής, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα και β)δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη, όπως όφειλε, κατά νόμο το κατοχυρωμένο τεκμήριο αθωότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ` αυτήν φορτηγού αυτοκινήτου, που στηρίχθηκε στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, που έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε υπόθεση που η βάση της αδικοπραξίας ήταν το ίδιο ποινικό αδίκημα (ανθρωποκτονία από αμέλεια).

Όπως έχει ήδη εκτεθεί, κατά την έρευνα του αμέσως παραπάνω αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο Κ. Μ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, είναι συνυπαίτιος σε ποσοστό 40% για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών. Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, και την προαναφερθείσα αθωωτική ποινική απόφαση και την συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, διαλαμβάνοντας ειδική αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω δε και καθ` όσον αφορά στο επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα τεκμήριο αθωότητας πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Λόγω της αυτοτέλειας των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (πολιτικής και ποινικής), το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Ο σεβασμός, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του.

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, αντίθετα το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα (Ολ.ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 83/2021).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες με τους ως άνω λόγους αναίρεσης πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α'και 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής [ΑΠ 163/2022, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 545/2014).

Ο λόγος, όμως αυτός, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021) ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, από την αναιρεσείουσα, η, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό, περί συνυπαιτιότητας της πεζής σε ποσοστό 95%, καθόσον αυτή επιχείρησε να διασχίσει την οδό Βυζαντίου σε σημείο που απαγορεύεται η διέλευση πεζών, λόγω της ύπαρξης κιγκλιδώματος ύψους 1,40 μ.

επί της νησίδας ασφαλείας, η οποία διαχωρίζει την οδό, δηλαδή παραβίαση εκ μέρους της πεζής της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 2696/1999. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 93/2020).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 750/2018). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο '' δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά στοιχεία πάνω στα οποία στήριξε την κρίση του ότι η πεζή πίστευε πως ο οδηγός του απορριμματοφόρου θα σταματούσε για να κατέλθει στο οδόστρωμα αφού την είχε δει από 42 μ.

απόσταση και ότι το ποσοστό 0,2gr/l οινοπνεύματος που βρέθηκε στο αίμα της θανούσας πεζής, ποσοστό που δημιουργεί τουλάχιστον ευφορία, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνεπάγεται μείωση της αντίληψης και των αντανακλαστικών σε ποσοστό που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και το σωματότυπο του ατόμου, καθώς και την προϋπάρχουσα εξοικείωση αυτού στην ανάλωση οινοπνεύματος, δεν κρίνεται όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση επηρέασε την κίνηση και τα αντανακλαστικά της ως άνω πεζής''.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον: α) ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεών της και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 12-7-2021 (αριθμ. εκθ. Κατάθ…../2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 2252/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσίουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ