Supreme Court allows appeal against single-judge court ruling on debt restructuring under Law 3869/2010.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a single-judge court's decision regarding debt restructuring under Law 3869/2010. The appellant argued that the lower court failed to order the continuation of salary deductions as required by the specific law, noting the contract still governs the payment method. The court accepted this argument and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(6) of the Code of Civil Procedure; Article 8(6)(b) of Law 3869/2010: When a single-judge court fails to order the continuation of salary deductions for debt restructuring as mandated by the specific law, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1083/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Παλάσκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (Α.Π. 811/2023, Α.Π. 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη, από 6-5-2022 (αριθ. κατ. 1/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 87/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκηθείσα στις 9-5-2022, με την κατάθεσή της, στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της και από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλομένης αποφάσεως (10-12-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 9-12-2019, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.
α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στις 10-5-2022. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-7-2012, της ένδικης, από 23-7-2012, αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχήν, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 656/2021).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π.. 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 656/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 889/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι σήμερα 45 ετών, έγγαμος με την Ν.
Κ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας σήμερα 11 και 8 ετών. Ο αιτών είναι έμμισθος δημόσιος υπάλληλος (ιερέας) και ιερολογεί στον ιερό ναό του Αγίου Κων/νου του Δήμου Βόλου του Νομού Μαγνησίας. Οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν το 2014 στο ποσό των 965 ευρώ, ενώ πριν από τα χρονικά αυτά διαστήματα οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο (1.200 ευρώ), αλλά λόγω των γενικότερων μισθολογικών περικοπών στο δημόσιο τομέα, πλέον κυμαίνονται στο ανωτέρω ποσό.
Ειδικότερα, όπως εμφαίνεται από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, η μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος είναι μεγάλη, αφού κατά το οικονομικό έτος 2013 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2012 έως 31-11-2012), δήλωσε εισοδήματα της τάξεως των 14.549,85 Ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2011 έως 31-11-2011), δήλωσε εισοδήματα της τάξεως των 14.810,10 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2010 έως 31-11-2010) δήλωσε εισοδήματα της τάξεως των 14.932,85 ευρώ.
Ήδη το οικονομικό έτος 2016 δήλωσε εισοδήματα της τάξεως των 14.281,16 Ευρώ. Η σύζυγός του, που παλιότερα εργάζονταν, με μηνιαίες απολαβές 400 ευρώ, είναι ήδη άνεργη και δεν έχει ως εκ τούτου εισόδημα, τουλάχιστον από το έτος 2008. Ο αιτών διαμένει με την οικογένειά του σε διαμέρισμα 2ου ορόφου πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας αυτού και της συζύγου του σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, που βρίσκεται στο Βόλο, επί των οδών Κ.
και Δ. Γ.. Το ως άνω διαμέρισμα, εμβαδού 75 τ.μ., περιήλθε στον αιτούντα δυνάμει του 5634/15-12-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβ/φου Βόλου Παναγιώτη Λαζάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Το κόστος διαβίωσης του αιτούντος, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 700 Ευρώ περίπου, το οποίο αφορά τόσο την ικανοποίηση των δικών του βιοτικών αναγκών, αλλά και της οικογένειας του, η οποία αποτελείται από δύο ανήλικα τέκνα.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ... από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον) έχει χορηγηθεί στον αιτούντα στεγαστικό δάνειο, με αριθμό λογαριασμού δανείου 01/111498, με υπόλοιπο οφειλής, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, την 05-04-2014 το ποσό των 88.325,11 Ευρώ.
Η ανωτέρω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του αιτούντος σε ποσοστό 50%. Ο αιτών, κυρίως λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων του την τελευταία τριετία ... δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Με βάση τα παραπάνω εισοδήματα του αιτούντος και τις οφειλές του, εκτιμάται ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει την παραπάνω ληξιπρόθεσμη χρηματική οφειλή του, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του πιστωτή ότι δεν τελεί σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ...
Η αδυναμία του δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στο γεγονός ότι μειώθηκε ο μηνιαίος μισθός του και η σύζυγος του έμεινε άνεργη και ως εκ τούτου χωρίς κανένα εισόδημα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 3-6-2016 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 224/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση, αναφέρονται μεν τα μηνιαία εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, (965 ευρώ), και οι βασικές βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του (700 ευρώ), δεν προσδιορίζεται, όμως, το ύψος της μηνιαίας υποχρέωσής του για την εξυπηρέτηση του δανείου του, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, αν ο αναιρεσίβλητης - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Επιπλέον, παρότι δέχεται ότι η αδυναμία πληρωμής του αιτούντος οφείλεται και στην επελθούσα, κατά το έτος 2008, ανεργία της συζύγου του, δεν αναφέρει το χρόνο ανάληψης του δανείου, ώστε να ελεγχθεί αν η ανεργία της συζύγου του επήλθε σε μεταγενέστερο της δανειοδότησής του χρόνο και, ως εκ τούτου, συνέβαλε πράγματι στην αδυναμία αυτού να εκπληρώνει την έναντι του αναιρεσείοντος δανειακή του υποχρέωση.
Λόγω των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών, δεν καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, περί του εάν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ανταποκριθεί στις εν λόγω υποχρεώσεις του, ώστε να κριθεί αν έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, αν δικαιούται ή όχι να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη.
Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις του, όπως ορθά εκτιμώνται, πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω, δεκτού γενόμενου, λόγου, στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα 1) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 2) του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 455 επ.
του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης των καθορισθέντων από αυτό, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, από το μισθό του αναιρεσίβλητου [και τούτο, ανεξαρτήτως του λυσιτελούς και της βασιμότητας του λόγου αυτού, ενόψει του ότι το δικαστήριο, με την απόφασή του, δεν μετέβαλε τον τρόπο καταβολής της οφειλής, με παρακράτηση αυτής από το μισθό του οφειλέτη, με βάση την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αλλά μόνο το ύψος του ποσού, που θα παρακρατείται μηνιαίως το αναιρεσείον, βλ.
σχετ. Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 606/2023]. Με βάση τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 87/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία
καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο
β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ