Legislator Case Law & Legislation
606/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to defendant's legal summons and procedural default.

Case Number 606/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against the absent defendant. The defendant failed to appear at the hearing, yet the court verified that a legal summons had been properly served on them. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the defendant was legally notified and thus could not validly contest the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the absent party was legally and timely summoned, as the court may proceed with the hearing despite their absence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal summons procedural default absence of defendant Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1294/2022
Supreme Court allows appeal against insurance intermediary contract dismissal, ruling the lower court erred in rejecting the claim's legal basis.
AP 904/2022
Supreme Court partially allows appeal against lower court's salary calculation error for doctors in public health region.
AP 1544/2021
Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to improper summons of absent parties.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 1379/2019
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
AP 882/2019
Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.
AP 156/2018
Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring law grounds, citing insufficient evidence of fraudulent insolvency.
AP 1208/2017
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient reasoning on insolvency grounds.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 606/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 1544/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ../30-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Έδεσσας, Η. Κ.. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 12-5-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../13-5-2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος ήταν απών και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

Η κρινόμενη από 12-5-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../13-5-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 07-02-2014 αίτηση του αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο ...

στις 07-02-2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν απαιτείται, αφού άλλωστε δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 778/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 515/2018).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής Τ.Π.Δ.) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την Υ.Α. 2/19843/0094, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση, ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1203/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 897/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, καθόσον οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις, ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ.

από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (ΑΠ 1050/2021).

Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 ν. 2214/1994.

Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου), το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του.

Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του, και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και ειδικότερα αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη, μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο.

Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ 1031/2015).

Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του Ν. 3869/2010.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο.

Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (13.5.2021), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η οποία (έννοια) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/20, ΑΠ 595/20, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 701/2011). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 778/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 07-02-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../07-02-2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το καθ' ου η αίτηση (ήδη αναιρεσείον) πρότεινε ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην άλλων και την ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30/2018 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο απέρριψε ως αόριστη την ανωτέρω ένσταση περί δόλου του αιτούντος - αναιρεσίβλητου, που προβλήθηκε από το καθ' ου η αίτηση - αναιρεσείον και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου, ρύθμισε τα χρέη αυτού καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς το αναιρεσείον ποσού 370 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσίβλητου, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 27-04-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με τον τέταρτο λόγο της οποίας επανέφερε την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, παραπονούμενο για εσφαλμένη απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 162/2019 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω τέταρτο λόγο της έφεσης, δεχόμενο ότι η προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλου του αναιρεσίβλητου ήταν απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη και σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ορισμένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη και περαιτέρω δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς τον αναιρεσείον στο ποσό των 534 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών [αντί του ποσού των 370 ευρώ μηνιαίως που είχε ορίσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο] και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσίβλητου, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής της αξίας, ανερχόμενο σε 55.794,14 ευρώ, καθορίζοντας το ύψος των μηνιαίων καταβολών για την εξόφλησή του στο ποσό των 273 ευρώ για χρονικό διάστημα δεκαεπτά (17) ετών, αρχής γενομένης από την πάροδο του χρονικού διαστήματος της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, που επαναφέρθηκε με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 162/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το μέρος που την απέρριψε ως αόριστη, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, το εκκαλούν (αναιρεσείον) ισχυρίζεται, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα εκ μέρους του ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος (αναιρεσίβλητου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Από την επισκόπηση των προτάσεων του εκκαλούντος, αποδεικνύεται ότι τούτο είχε ισχυριστεί, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι ο αιτών απέκρυπτε από το ίδιο την κακή οικονομική του κατάσταση και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και προέβη σε πολλαπλή δανειοδότηση, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους ικανοποίησης κάποιας σοβαρής βιοτικής του ανάγκης.

Ότι δημιούργησε χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, ενόψει, μάλιστα, και της επικείμενης (τότε) δημιουργίας οικογένειας, γνωρίζοντας ότι θα ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος, με τον τρόπο που προβλήθηκε, είναι απορριπτέος προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν προτείνονται, με σαφήνεια και πληρότητα, τα γεγονότα που θεμελιώνουν τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 3869/2010 ένσταση της δολιότητας, καίτοι βαρύνονται με την προβολή και απόδειξή της οι πιστωτές. Ειδικότερα, το καθ' ου η αίτηση δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη συμπεριφορά του αιτούντος, από την οποία να προκύπτει, ότι τούτος γνώριζε ή έστω προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, ή ότι τούτος, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές του και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, προέβη στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, κατά τα αναφερόμενα και στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Επίσης, δεν αναφέρει μεταγενέστερα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν δική του υπαιτιότητα για την περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, περιστατικά δηλαδή τέτοια τα οποία συνετέλεσαν στο να οδηγηθεί σ' αυτήν την κατάσταση, τα οποία γνώριζε ή μπορούσε να προβλέψει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε αόριστο το σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο τέταρτος λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Ο αιτών, που γεννήθηκε το έτος…, είναι Αρχιφύλακας και υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα …της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας.

Από την εργασία του αποκόμιζε, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά μέσο όρο, το καθαρό ποσό των 1.290 ευρώ περίπου (βλ. τα προσκομιζόμενα σημειώματα αποδοχών των μηνών Νοεμβρίου 2016-Ιουνίου 2017). Είναι έγγαμος με τη Μ. Χ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, το…, που γεννήθηκε την 07.11.2010 και την…, που γεννήθηκε την 03.02.2013.

Η ως άνω σύζυγος του αιτούντος εργάζεται, με σύμβαση μερικής απασχόλησης, ως ιδιωτική υπάλληλος (πωλήτρια) σε κατάστημα της αλυσίδας σούπερ μάρκετ …, έναντι μηνιαίων καθαρών αποδοχών, που ανέρχονταν κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, συνυπολογιζομένων και των δώρων εορτών, στο καθαρό ποσό των 480 ευρώ μηνιαίως (βλ.

τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου 2017-Αυγούστου 2017). Δηλαδή, το μηνιαίο συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν -κι εξακολουθεί να ανέρχεται και σήμερα, εφόσον δεν αποδεικνύεται μεταβολή του- στο ποσό των 1.770 ευρώ περίπου. Δεν αποδείχθηκε άλλη πηγή εισοδημάτων του αιτούντος ή της συζύγου του, οι δε δαπάνες τους ανέρχονται σε αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών.

Ο αιτών διαμένει, με την οικογένειά του, σε ιδιόκτητη ισόγεια μονοκατοικία, που βρίσκεται στη ..., εμβαδού 130 τ.μ. και κατασκευάστηκε το έτος 2010 επί οικοπέδου εμβαδού 1.462 τ.μ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης και, συγκεκριμένα, το έτος 2010 ο αιτών έλαβε, για την ανέγερση της ως άνω κατοικίας του, δάνειο από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (καθ' ου η αίτηση-εκκαλούν), ύψους 121.626 ευρώ (βλ.

την από 28.12.2010 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου), για την αποπληρωμή του οποίου εκχώρησε στο ως άνω πιστωτικό ίδρυμα μέρος των μηνιαίων αποδοχών του. Συγκεκριμένα, το τελευταίο του παρακρατούσε μηνιαίως το ποσό των 633,61 ευρώ μέχρι και την έκδοση της από 10.04.2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Α.., με την οποία ορίστηκε το ποσό της προσωρινής ρύθμισης σε 100 ευρώ μηνιαίως.

Για την εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης του καθ' ου η αίτηση ενεγράφη την 29.12.2010 στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο 99 και αριθμό 93) υποθήκη επί του ανωτέρω ακινήτου του αιτούντος [...]. Η δε απορρέουσα από την ανωτέρω σύμβαση δανείου οφειλή του τελευταίου προς το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα του ανερχόταν, κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης, στο συνολικό ποσό των 129.318,06 ευρώ.

Σημειώνεται ότι η ως άνω οφειλή, ως εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, συνέχιζε να εκτοκίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως (16.03.2018), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 3869/2010, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης- εφόσον δε δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους στοιχεία, ώστε να υπολογιστεί η αξία αυτής κατά τον τελευταίο αυτό χρόνο (έκδοσης της απόφασης), για τον υπολογισμό της οφειλής λαμβάνεται υπ' όψη η από 20.09.2017 κατάσταση οφειλών, που προσκομίζει το εκκαλούν, η οποία ανάγεται στο χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Κατά το έτος κατά το οποίο ο αιτών έλαβε το δάνειο του και, συγκεκριμένα, κατά το έτος 2010, τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 18.214,43 ευρώ (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα του αντίστοιχου οικονομικού έτους 2011 που προσκομίζει), ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.517,87 ευρώ. Με βάση τα εισοδήματα αυτά, σε συνδυασμό και με το ύψος των (τότε) βιοτικών αναγκών του, ο τελευταίος μπορούσε να αποπληρώσει τη δόση του δανείου που έλαβε και ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 633,61 ευρώ.

Ωστόσο, κατά τα έτη 2013 και 2014, οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος μειώθηκαν, με αποτέλεσμα αυτός να παύσει τις πληρωμές του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις Ε1 και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2011-2017, που προσκομίζει, τα εισοδήματα του αιτούντος από το επόμενο του έτους ανάληψης της δανειακής του υποχρέωσης μέχρι και τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαμορφώθηκαν ως εξής:

Το οικονομικό έτος 2012 (ήτοι το φορολογικό έτος 2011), το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 18.284,98 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.523,75 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 (ήτοι το φορολογικό έτος 2012) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 17.642,33 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.470,20 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (ήτοι το φορολογικό έτος 2013) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 16,240,35 ευρώ (15.946,86 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 293,49 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.353,36 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 15.810,99 (14.990,95 ευρώ από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους και 820,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.317,58 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα του ανήλθε στο ποσό των 17.785,31 ευρώ (17.465,27 ευρώ από μισθωτή εργασία και 320,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.482,11 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα του ανήλθε στο ποσό των 18.038,18 ευρώ (17.718,14 ευρώ από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους και 320,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.503,19 ευρώ και το φορολογικό έτος 2017 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα του ανήλθε στο ποσό των 18.167,12 ευρώ (17.847,08 ευρώ από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους και 320,04 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 1.513,93 ευρώ.

Αντιστοίχως, κατά τα έτη 2010 έως 2017, τα εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος διαμορφώθηκαν, με βάση τα ίδια ως άνω αποδεικτικά έγγραφα: Το οικονομικό έτος 2011 (ήτοι το φορολογικό έτος 2010) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ήταν μηδενικό, το οικονομικό έτος 2012 (ήτοι το φορολογικό έτος 2011) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 4.825,36 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 402,11 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 (ήτοι το φορολογικό έτος 2012) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 5.179,13 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 431,59 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (ήτοι το φορολογικό έτος 2013) το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 5.418,67 ευρώ (1.828,26 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, 1.172,36 ευρώ από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και 2.418,05 ευρώ από επίδομα ανεργίας), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 451,55 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 6.154,26 ευρώ (από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 512,85 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα της ανήλθε στο ποσό των 6.485,01 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 540,41 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα της ανήλθε στο ποσό των 6.406,94 ευρώ (από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 533,91 ευρώ και το φορολογικό έτος 2017 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα του ανήλθε στο ποσό των 6.076,09 ευρώ (από μισθωτή εργασία και μερίσματα-τόκους), ήτοι το μηνιαίο στο ποσό των 506,34 ευρώ.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι τα εισοδήματα του αιτούντος υπέστησαν κατά τα έτη 2013 και 2014 (οπότε και κατατέθηκε η ένδικη αίτησή του) μείωση ύψους περίπου 200 ευρώ μηνιαίως. Βέβαια, τα εισοδήματα του αιτούντος αποκαταστάθηκαν σταδιακά κατά τα επόμενα έτη, κατά τα οποία, άλλωστε, αυξήθηκαν και τα εισοδήματα της συζύγου του.

Ωστόσο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, αυξήθηκαν σημαντικά οι βιοτικές του ανάγκες, αφενός λόγω της απόκτησης των τέκνων του κι αφετέρου λόγω της γενικότερης αύξησης του κόστους ζωής στη χώρα, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα το εισόδημά του να μην επαρκεί πλέον, σε συνδυασμό και με το ύψος των μηνιαίων δόσεων του δανείου του, για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του και να περιέλθει, έτσι, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του.

Η κρίση αυτή περί μόνιμης αδυναμίας πληρωμής συνάγεται, συνεπώς, από τη σχέση της ρευστότητας του προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του.

Ειδικότερα, λαμβανομένης υπ' όψη της ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης του αιτούντος, αλλά και της ηλικίας των τέκνων του, το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του (για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, φορολογικές υποχρεώσεις κ.λ.π.), και με δεδομένο το γεγονός της μη καταβολής ενοικίου, ανέρχεται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα 1.200 ευρώ (ποσό στο οποίο και ο ίδιος ο αιτών προσδιορίζει με την αίτησή του τις οικογενειακές ανάγκες του, χωρίς να δικαιολογείται η μεταγενέστερη -με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου- αναβίβαση του ποσού αυτού στα 1.500 ευρώ, μολονότι δεν αποδεικνύεται ότι επήλθε στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα κάποια σημαντική μεταβολή στην προσωπική ή περιουσιακή του κατάσταση), το οποίο ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτού και των ανωτέρω μελών της οικογένειας του (άρθρο 2 παρ. 1 Σ.), και λαμβανομένου, επιπλέον, υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών [...].

Στην κάλυψη των ως άνω οικογενειακών δαπανών, ο αιτών συνεισφέρει μηνιαίως, κατά το λόγο των δυνάμεών του σε σχέση με τις δυνάμεις της συζύγου του (1.290/480), σύμφωνα με το άρθρο 1389 ΑΚ, το ποσό των 756 ευρώ, ενώ η σύζυγός του συνεισφέρει το ποσό των 444 ευρώ.

Συνεπώς, το υπόλοιπο ποσό του μηνιαίου μισθού του αιτούντος ύψους 534 ευρώ (1.290-756), δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση του δανείου του, η οποία απαιτεί μηνιαίως, κατά τα προεκτεθέντα, την καταβολή ποσού 633,61 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στη χώρα, να βελτιωθεί, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης του δανείου με τόκους υπερημερίας.

Επισημαίνεται, ότι δεδομένης της εκχώρησης ποσοστού του μισθού του αιτούντος προς το καθ' ου η αίτηση, η ως άνω μόνιμη αδυναμία πληρωμής του πρώτου δεν μπόρεσε πρακτικώς να εξωτερικευθεί, δεδομένου ότι το καθ' ου, σε πάγια μηνιαία βάση, ελάμβανε αυτομάτως το προαναφερθέν ποσό από τον αιτούντα. Πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του τελευταίου στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω μη ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών του κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ούτε ότι δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής του αιτούντος.

Το γεγονός ότι, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, η οφειλή του τελευταίου ήταν ενήμερη, οφειλόταν στην αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής του, συνεπεία της ως άνω καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εκχώρησης, η οποία, όμως, επέφερε παράλληλα και την ως άνω αδυναμία πληρωμής. Σε κάθε περίπτωση, το ληξιπρόθεσμο των οφειλών του αιτούντος απαιτείται κατά νόμον ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον τελευταίο για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου [...].

Το γεγονός δε, ότι ο πιστωτής του αιτούντος έχει δυνάμει ειδικής συμφωνίας το δικαίωμα να παρακρατεί ποσό του μισθού του οφειλέτη δεν αναιρεί, άνευ ετέρου, την ως άνω μόνιμη αδυναμία πληρωμής του, καθώς εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, μπορεί τούτος να υπαχθεί στο ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που του καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών του σε σχέση με τα εισοδήματά του δεν του επαρκεί ώστε να καλύπτει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του [...].

Ενόψει τούτων, τόσο ο πρώτος λόγος έφεσης (περί μη ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος) όσο και ο τέταρτος λόγος έφεσης (περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του τελευταίου της προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών γνώριζε την αδυναμία αποπληρωμής του δανείου του κατά το χρόνο ανάληψης αυτού, ή έστω προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, ενόψει και των απρόβλεπτων δυσμενών οικονομικών συνθηκών, που επέφερε η επελθούσα οικονομική κρίση στη χώρα.

Άλλωστε, ο αιτών, όπως προεκτέθηκε, κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου του, είχε εισοδήματα που επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση των μηνιαίων δόσεων αυτού, αλλά και για την κάλυψη των καθημερινών βιοτικών του αναγκών, οι οποίες, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν, ενόψει των προεκτεθέντων, πολύ μικρότερες. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο αιτών προέβη σε πολλαπλή δανειοδότηση ή ανέλαβε υπέρμετρα χρέη σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, καθώς έλαβε ένα μόνο δάνειο, το ποσό του οποίου χρησιμοποίησε για την ανέγερση της κύριας κατοικίας του, όπου διαμένει με την οικογένειά του.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ορισμένος, θα ήταν απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος, ότι αυτός έχει στην πλήρη κυριότητά του, όπως προεκτέθηκε, μια ισόγεια μονοκατοικία, που βρίσκεται στη ... ..., εμβαδού 130 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 2010 επί οικοπέδου εμβαδού 1.462 τ.μ. [...]..

Αποτελεί δε την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του, για την οποία υποβάλλει αίτημα υπαγωγής της στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση. Επίσης, έχει στην κυριότητα του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας ROVER, τύπου 416 SI, 1598 κ.εκ., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το έτος 96.

Η εκποίηση του αυτοκινήτου αυτού δεν κρίνεται πρόσφορη, αφενός μεν διότι εξυπηρετεί τις ανάγκες μετακίνησης του ίδιου και της οικογένειας του, κι αφετέρου, διότι, ενόψει της χαμηλής εμπορικής του αξίας (η οποία εκτιμάται περίπου στο ποσό των 1.000 ευρώ), δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του πιστωτή του.

Από όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 και θα πρέπει η οφειλή του προς το καθ' ου η αίτηση-εκκαλούν να ρυθμιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 [...].Η ρύθμιση θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στο καθ' ου η αίτηση, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, ήτοι τον Απρίλιο του 2018, όπως όρισε η τελευταία [...].

Όσον αφορά στο ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό του αιτούντος στο ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών, ανέρχεται σε 534 ευρώ το μήνα (1.200 ευρώ μηνιαίως οι συνολικές οικογενειακές του ανάγκες - 756 ευρώ που αποτελεί το ποσό με το οποίο συμμετέχει ο ίδιος στην κάλυψη αυτών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν), το οποίο θα καταβάλλεται στο καθ' ου για χρονικό διάστημα πέντε ετών (60 δόσεις).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά ως προς τη ρύθμιση των χρεών του αιτούντος, εκτιμώντας τις συνολικές οικογενειακές του ανάγκες στο ποσό των 1.400 ευρώ και καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς το μετέχοντα πιστωτή του ποσού 370 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του σχετικού πέμπτου λόγου έφεσης, που θίγει το ανωτέρω κεφάλαιο και συνακόλουθα δεκτής γενομένης της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμης.

Πρέπει, συνεπώς, να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση προς εξασφάλιση του ενιαίου του τίτλου της εκτέλεσης [...] και, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση επ' αυτής, να οριστούν οι μηνιαίες καταβολές του αιτούντος, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, στο ποσό των 534 ευρώ.

Περαιτέρω, ωστόσο, στις καταβολές αυτές πρέπει να συνυπολογιστούν οι μηνιαίες καταβολές που πραγματοποίησε ο αιτών από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και, συγκεκριμένα, να αφαιρεθεί συνολικά ό,τι καταβλήθηκε σε εκτέλεση της από 10.04.2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη ..., διαιρούμενο διά το πλήθος των δόσεων της οριστικής ρύθμισης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 εδ.

β' του ν. 3869/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της διάταξης του άρθρου 59 παρ. 2 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α 105/14.06.2018) και 8 παρ. 2 εδ. δ' ν. 3869/2010, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 61 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 4549/2018. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω τροποποιημένες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 άρχισαν μεν να ισχύουν την 14.06.2018 (ήτοι μετά την κατάθεση της αίτησης, αλλά και την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης), πλην, όμως, εφαρμόζονται από το παρόν Δικαστήριο, ως ισχύουσες κατά το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας απόφασης [...], ενόψει του ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 4549/2018, εφαρμόζονται και στις δίκες που ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος τους.

Με την ως άνω προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη ... υποχρεώθηκε ο αιτών σε προσωρινές καταβολές ύψους 100,00 ευρώ μηνιαίως, σε συμμόρφωση της οποίας κατέβαλε συνολικά, εφόσον δεν αμφισβητείται από το καθ' ου η αίτηση, το ποσό των 4.700 ευρώ (100 ευρώ χ 47 μήνες, από το Μάιο του έτους 2014 έως τον Μάρτιο του έτους 2018). Από το ως άνω συνολικό ποσό των 4.700 ευρώ, διαιρούμενο δια του πλήθους των (60) δόσεων που ορίστηκαν ως χρονικό διάστημα της οριστικής ρύθμισης, προκύπτει ποσό 78,33 ευρώ (4.700:60).

Κατά το ποσό αυτό, θα πρέπει να μειωθεί το ποσό των 534 ευρώ, η καταβολή του οποίου βρίσκεται, κατά τα προαναφερθέντα, εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτούντος και, συνεπώς, η δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 θα διαμορφωθεί στο ποσό των 455,67 ευρώ (534-78,33). Το ποσό αυτό θα καταβάλλεται μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες κάθε μήνα, προς μερική εξόφληση της απαίτησης του καθ' ου.

Έτσι, μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών, στο τέλος της πενταετίας, ο αιτών θα έχει καταβάλει προς το τελευταίο το συνολικό ποσό των 32.040 ευρώ [...]. Περαιτέρω, η ικανοποίηση των ανεξόφλητων οφειλών του αιτούντος πρέπει να γίνει με καταβολές προς διάσωση της κύριας κατοικίας του, εφόσον υποβλήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σχετικό αίτημα από τον τελευταίο.

Η αντικειμενική αξία αυτής ανέρχεται, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου, στο ποσό 69.742,68 ευρώ (4.220,16 ευρώ για το οικόπεδο και 65.522,52 ευρώ για την οικία) και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο με δύο τέκνα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση.

Ενόψει τούτου, ο αιτών πρέπει να καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι ποσό 55.794,14 ευρώ (69.742,68 χ 80%) και η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης πρέπει να οριστεί σε δεκαεπτά έτη (204 μήνες), αφού ληφθεί υπ' όψη η ηλικία του τελευταίου, η συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής του δανείου, το σύνολο των χρεών του και η οικονομική του κατάσταση.

Έτσι, η μηνιαία δόση θα ανέλθει στο ποσό των 273,50 ευρώ (55.794,14 ευρώ: 204 μήνες). Η καταβολή των δόσεων θα πραγματοποιείται εντός των πέντε πρώτων ημερών κάθε μήνα, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Για την έναρξη των καταβολών των δόσεων αυτών χορηγείται στον αιτούντα περίοδος χάριτος ίση με τη διάρκεια που ορίσθηκε για τις δόσεις της παρ. 2 του άρθρου 8 (ήτοι περίοδος χάριτος πέντε ετών από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης), προκειμένου να μην συμπέσει η ρύθμιση αυτή με την ως άνω ρύθμιση των καταβολών και επιβαρυνθεί ο αιτών με δύο μηνιαίες δόσεις, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του.

Με το ως άνω ποσό των 55.794,14 ευρώ, θα ικανοποιηθεί, εν μέρει, η απαίτηση του καθ' ου η αίτηση, που είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη και προέρχεται από την ως άνω σύμβαση δανείου (η οποία, άλλωστε, αποτελεί και τη μοναδική οφειλή του αιτούντος). Το υπόλοιπο της απαίτησης του καθ' ου η αίτηση, κατά το μέρος που δεν θα καλυφθεί από τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και από τις καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον τελευταίο.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια ως προς την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος και ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της κατοικίας του αυτής, ορθά εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις. Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, πρέπει η αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τρόπο και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του τελευταίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, προεχόντως ως αόριστη και, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη και, περαιτέρω, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς το αναιρεσείον στο προαναφερόμενο ποσό και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσίβλητου, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:

α) ως προς την επανυποβληθείσα ενώπιόν του ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, την οποία απέρριψε ως αόριστη, χωρίς επαρκή αιτιολογία και β) ως προς την κρίση του περί περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ως προς την οποία διέλαβε ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Με αυτά, τα οποία ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και με την πληττόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ως άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών [ως προς το οποίο και μόνο απορριπτικό της μέρος πλήττεται, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ένσταση αυτή], δεν ερεύνησε στην ουσία της την ως άνω ένσταση και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., αφού λόγω της απόρριψης της εν λόγω ένστασης ως αόριστης, δεν διατυπώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και αποδεικτικό πόρισμα, κατά το πληττόμενο απορριπτικό, για το λόγο αυτό, μέρος της, [ήτοι ως αόριστης], ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις και ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην αιτιολογία της.

Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση κατά το μέρος της, κατά το οποίο απέρριψε την περί δόλου ένστασή του ως αόριστη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, όπως συνάγεται από όλες τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, είναι σαφές ότι απέρριψε την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, με δύο αιτιολογίες και ειδικότερα προεχόντως ως αόριστη, ήτοι ως απαράδεκτη (κύρια αιτιολογία) και (ακόμη και ένα ήθελε θεωρηθεί ορισμένη), ως ουσιαστικά αβάσιμη (επικουρική αιτιολογία), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την ένσταση αυτή.

Η ανωτέρω δεύτερη (επικουρική) απορριπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται με αναιρετικό λόγο. Επομένως, ο ίδιος ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, που πλήττει την προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη, είναι σε κάθε περίπτωση αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον τυχόν αποδοχή του, δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν επηρεάζει το διατακτικό της, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με την αναίρεση, ανωτέρω επικουρική αιτιολογία (κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη).

Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά την περιέλευση του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά η οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, η επαγγελματική ιδιότητα αυτού, η εργασιακή απασχόληση της συζύγου του, η χορήγηση στεγαστικού δανείου από το αναιρεσείον στον αναιρεσίβλητο, το ποσό αυτού, ο χρόνος λήψης του, το ύψος της μηνιαίας παρακράτησης από το μισθό του για την αποπληρωμή του, τα ετήσια και τα μηνιαία εισοδήματα του αναιρεσίβλητου καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2010 έως και το έτος 2017, δηλαδή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος λήψης του δανείου έως και το έτος της συζήτησης της ένδικης αίτησής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα ετήσια και τα μηνιαία εισοδήματα της συζύγου του καθ' όλο το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, η μη ύπαρξη άλλων εισοδημάτων, πλην αυτών από την εργασία του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης του ιδίου και της τετραμελούς οικογένειάς του, η αναλογία συμμετοχής του αναιρεσίβλητου στις αναγκαίες αυτές οικογενειακές δαπάνες, το ύψος του χρέους αυτού προς το αναιρεσείον, η περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσίβλητου, η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός του για την εξυπηρέτηση του δανείου και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του, με βάση το ποσό συνεισφοράς του στις οικογενειακές δαπάνες και ότι αυτή (αρνητική σχέση) δεν αναμένεται να βελτιωθεί και, με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το αναιρεσείον και ότι συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την εντεύθεν υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κρίνονται αβάσιμα.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, το άνω Δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει και να αναφέρει ενδεχόμενες προτάσεις του μοναδικού πιστωτή - αναιρεσείοντος προς το σκοπό οικονομικής ανασυγκρότησης του χρέους του αναιρεσίβλητου (όπως χρονική επιμήκυνση, μικρότερες δόσεις, χαμηλότερο επιτόκιο κλπ), με βάση τις σχετικές νομικές διατάξεις τις οποίες το αναιρεσείον έχει θεσπίσει, ώστε, συνδυάζοντας αυτές με το εισόδημα του αναιρεσίβλητου, να αποφανθεί για την περιέλευση του τελευταίου σε αδυναμία πληρωμών, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, καθόσον ουδόλως προβλέπονται από το Ν. 3869/2010 τέτοιες προϋποθέσεις προκειμένου να αποφανθεί το Δικαστήριο για την περιέλευση του δανειολήπτη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ούτε εξάλλου η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ.

του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, ο δανειολήπτης δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ούτε άλλωστε ο ν. 3869/2010 απαιτεί για την υπαγωγή του δανειολήπτη στις ρυθμιστικές του διατάξεις να ερευνηθούν προηγουμένως ενδεχόμενες προτάσεις του Τ.Π.Δ., στα πλαίσια του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, για την οικονομική ανασυγκρότηση του χρέους του. 2) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "κατά τα έτη 2013 και 2014, οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος μειώθηκαν, με αποτέλεσμα αυτός να παύσει τις πληρωμές του" και της άλλης παραδοχής της ότι "Το γεγονός ότι, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, η οφειλή του τελευταίου ήταν ενήμερη, οφειλόταν στην αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής του, συνεπεία της ως άνω καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εκχώρησης, η οποία, όμως, επέφερε παράλληλα και την ως άνω αδυναμία πληρωμής" και τούτο διότι, παρά το γεγονός ότι η οφειλή του αναιρεσίβλητου, από το μοναδικό του δάνειο, προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., ήταν ενήμερη, εφόσον τούτο, κατά τα συμφωνημένα, παρακρατούσε από το μισθό του το ανωτέρω ποσό μηνιαίως, εντούτοις η οφειλή του κρίνεται ληξιπρόθεσμη και υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3860/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το αναιρεσείον - Τ.Π.Δ. παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσιβλήτου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, όπως σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις κρίθηκε ότι συντρέχει στην ένδικη περίπτωση όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Και 3) Αιτιολογείται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η περιέλευση του αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών και η μονιμότητα αυτής, οι οποίες ανάγονται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μεν πρώτη (αδυναμία πληρωμών) στη μείωση των αποδοχών του κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησής του και στη σημαντική αύξηση των βιοτικών του αναγκών, αφενός λόγω της απόκτησης των τέκνων του κι αφετέρου λόγω της γενικότερης αύξησης του κόστους ζωής στη χώρα, κατά το χρόνο συζήτησής της, η δε δεύτερη (μονιμότητα) στο γεγονός ότι η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αναιρεσίβλητου και των οφειλών του, δεν αναμένεται, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στη χώρα, να βελτιωθεί.

Επομένως, όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το αναιρεσείον και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την έφεσή του και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:

α) την ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και β) τον ισχυρισμό του περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, και, κατά το μέρος που αφορά την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ρητά με δύο αιτιολογίες, όπως ήδη προαναφέρθηκε και ειδικότερα προεχόντως ως αόριστη και, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ορισμένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ο ίδιος λόγος, κατά το ανωτέρω σκέλος του και κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αυτή προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αποτελεί αρνητικό, της ιστορικής και νομικής βάσης της ένδικης αίτησης του αναιρεσίβλητου, ισχυρισμό, και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς συνάγεται ότι έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την περιέλευση του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, διαφορετικό από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ως ορθό.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς την, περί των πραγμάτων, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αφού οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται, απαραδέκτως, σε ελλείψεις σχετικά με την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αναιρεσίβλητου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κατάθεση της αίτησης του δανειολήπτη για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 4 του Ν. 3869/2010, να συνοδεύσει την αίτησή του με τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους.

Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον υφίσταται τέτοια [ΥΑ 7534/2015 (ΦΕΚ Β 1794/20-08-2015) σε συνδυασμό με την παρ.1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), που ισχύει και για οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμούσε κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αίτησής τους, όπως στην ένδικη περίπτωση].

Επίσης, ο δανειολήπτης οφείλει στην αίτησή του να εξειδικεύσει την κατηγορία του ακινήτου του (ως αστικό ή αγροτικό, το εμβαδόν αυτού, τη θέση, τον όροφο κλπ.), ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας από το Δικαστή με τη συνδρομή των όρων του νόμου. Ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνει από το Δικαστή της ουσίας με βάση τα στοιχεία, που προσκομίζονται ενώπιον αυτού, αρκεί να εξειδικεύεται με αυτά η κατηγορία του ακινήτου (ΑΠ 834/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), ως διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι αυτός είχε προσκομίσει με επίκληση νόμιμα ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του - οικογενειακής στέγης, την οποία περιγράφει και εξειδικεύει στην ένδικη αίτησή του, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής της αξίας από το Δικαστήριο.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όσον αφορά την αντικειμενική αξία της της κύριας κατοικίας του αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα: "Η αντικειμενική αξία αυτής ανέρχεται, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου, στο ποσό 69.742,68 ευρώ (4.220,16 ευρώ για το οικόπεδο και 65.522,52 ευρώ για την οικία) και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο με δύο τέκνα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση.

Ενόψει τούτου, ο αιτών πρέπει να καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι ποσό 55.794,14 ευρώ (69.742,68 χ 80%)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία όσον αφορά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του του αναιρεσίβλητου, με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και δη το οριζόμενο εκ του νόμου Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αναιρεσίβλητου και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβάσιμα αιτιάται το αναιρεσείον, την οποία ορθά εφάρμοσε.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.

του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ.1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών του αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., θα γίνεται με μηνιαίες καταβολές και δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, μετά τις προεκτεθείσες παραδοχές του [με βάση τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση], διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών του αναιρεσίβλητου, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος, καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς το καθ' ου η αίτηση, ποσού τετρακοσίων πενήντα πέντε ευρώ κι εξήντα επτά λεπτών (455,67 ευρώ) εκάστης, που θα πραγματοποιούνται μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα πέντε ετών (60 δόσεις)..." και "Καθορίζει το ύψος των μηνιαίων καταβολών για την εξόφληση του ποσού (ύψους 55.794,14 ευρώ) που θα πρέπει να καταβάλει ο αιτών στο καθ' ου η αίτηση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του στο ποσό των διακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και πενήντα λεπτών (273,50 ευρώ)...".

Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το Εφετείο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα τη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, [η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσίβλητου - οφειλέτη], αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους κατά το Ν. 3869/2010 του αναιρεσίβλητου - δανειολήπτη, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε, [κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσίβλητου - οφειλέτη], το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει ο τελευταίος προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς όμως να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από το μισθό του αναιρεσίβλητου - οφειλέτη, και όχι, όπως προαναφέρεται, τον με παρακράτηση από το μισθό του, τρόπο καταβολής του.

Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών του αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 12-5-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/13-5-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ