Legislator Case Law & Legislation
1075/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Review Court verdict on false certification by military officer.

Case Number 1075/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Review Court's conviction for continuous false certification by a military officer. The appellant argued for a retrial based on procedural defects, but the court found the appeal inadmissible because the grounds cited did not fall within the specific statutory exceptions allowing appeals against Review Court decisions. Consequently, the court upheld the original conviction and ordered the appellant to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 203, 209, 211 of the Military Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal against a Review Court decision is admissible only for specific grounds regarding lack of special and detailed reasoning and erroneous interpretation of substantive penal provisions, excluding general grounds for retrial.

Keywords

AI generated
military criminal procedure appeal against review court false certification statutory grounds for appeal litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 203, 209 and 211 of the Military Penal Code
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1075 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χάχαλη, για αναίρεση της αποφάσεως 133/2020 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 5939/2-7-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 203, 209 και 211 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα [ν. 2287/1995], ορίζονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των στρατιωτικών δικαστηρίων, επιτρέπονται τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αίτησης αναθεώρησης και της αίτησης αναίρεσης [203]. Οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Γ', ΣΤ', Ζ', Η' και Θ' περ. β' έως και στ' ΚΠΔ αποτελούν λόγους αναθεώρησης των αποφάσεων του στρατοδικείου [209]. Αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ στα πρόσωπα και με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτόν: α] κατά των αποφάσεων του στρατοδικείου, αλλά μόνο για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, που δεν συνιστούν λόγους αναθεώρησης, β] κατά των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, εκτός από αυτές που αποφαίνονται επί αιτήσεων αναθεώρησης [211]. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου χωρεί μόνο για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' περ. α' ΚΠΔ [ΑΠ 880/2022, ΑΠ 1113/2020, ΑΠ 652/2008].

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 2-7-2021 και με αριθμό πρωτοκόλλου 5939/2021 αίτηση του Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2020 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από στρατιωτικό υπόλογο κατά τη στρατιωτική διαχείριση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για δύο [2] έτη, ασκήθηκε:

α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 5939/2021 σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 14-6-2021 και η δήλωση έγινε στις 2-7-2021, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464,504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας [Σ. Π.Κ.], που κυρώθηκε με το Ν. 2287/1995 και άρχισε να ισχύει μετά από εξάμηνο από την, κατά την 1-2-1995, δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [Φ.Ε.Κ. 20/1-2-1995 - τεύχος Α'], εφαρμόζεται επί των στρατιωτικών εγκλημάτων, όπως δε ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού <<στρατιωτικό έγκλημα είναι κάθε πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα>>.

Κατά το άρθρο 3 του Κώδικα τούτου <<οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα [Π.Κ.], όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα>>, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, οι διατάξεις του εφαρμόζονται και σε καιρό γενικής επιστράτευσης, υπό την προϋπόθεση, ότι παρήλθε περίοδος έξι μηνών από την κήρυξη της [παρατεταμένη γενική επιστράτευση].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 148 παρ. 1 του Σ.Π.Κ., <<Στρατιωτικός υπόλογος, που κατά τη στρατιωτική διαχείριση τελεί πράξη προβλεπόμενη από τα άρθρα 216 και 242 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με κάθειρξη>>. Εξάλλου, ο στρατιωτικός αποκτά την ιδιότητα του στρατιωτικού υπολόγου, όταν του ανατεθεί, αρμοδίως, μόνιμα ή προσωρινά, η διαχείριση χρημάτων, υλικών, εφοδίων εγκαταστάσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των Ενόπλων Δυνάμεων [άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 721/1970].

Ακόμη, το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζουν ότι: <<1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους>>.

Ως υπάλληλοι, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται, κατά το άρθρο 13 εδ. α' ΠΚ, και οι στρατιωτικοί επί των οποίων επίσης εφαρμόζεται η διάταξη αυτή του άρθρου 242 παρ.1 ΠΚ, ελλείψει διαφορετικής ρύθμισης του Σ.Π.Κ. [ΑΠ 1882/2017, ΑΠ 1354/1997].

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α] ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου, έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ] βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως [ΑΠ 940/2016].

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ. α' πΠΚ, ορίζεται ότι: <<υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό τιμωρείται: α] με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών ...>>. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαίρεσης με την επαύξηση της ποινής, απαιτείται:

α] παράνομη ιδιοποίηση ξένων, [ολικά ή εν μέρει], κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του, β] ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 α' ΠΚ και γ] ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό.

Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα [ολικά ή εν μέρει] ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, Δημοσίου ή άλλου δικαιούχου νομικού προσώπου [ΑΠ 940/2016].

Η συρροή δε μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων -258 και 242 ΠΚ - είναι αληθής, καθόσον προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά [ΑΠ 1463/2008 και ΑΠ 940/2016, ΑΠ 1882/2017].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι [ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1361/2020], ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης [ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020]. Δεν είναι, όμως, απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.

Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος], είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα υπερχειλούς δόλου], ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021].

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος επιτρέπεται να προβληθεί και κατά των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου [άρθρο 209 σε συνδυασμό με το άρθρο 211 εδ. β' ΣΠΚ], υπάρχει όταν το δικαστήριο της οποίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται στην περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής από το δικαστήριο ποινικής διάταξης που είναι ουσιαστική και όχι δικονομική [ΑΠ 1113/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 133/2020 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, επί λέξει, τα ακόλουθα: <<Με την υπ' αριθ.

Φ. 620/101/23/Σ. 129/17-11-2015 έγγραφο του Στρατιωτικού Πρατηρίου Χανίων υποβλήθηκε προς την 5 η ΤΑΞΠΖ/ΔΟΙ η με την αυτή ημερομηνία αναφορά του Διαχειριστή Χρηματικού ΣΠΧ [που το επίδικο χρονικό διάστημα ασκούσε και τα καθήκοντα Διοικητή και ΕΟΥ λόγω απουσίας αυτών με ΦΠ για εκπαίδευση στην Αθήνα] Ανθστή [ΠΖ] Α. Π.

Στην αναφορά γινόταν λόγος ότι <<κατά τη διαδικασία καταχώρησης των λογιστικών εγγραφών στο Ημερολόγιο Ταμείου της Διαχείρισης Χρηματικού και στη συνέχεια μεταφορά του στα αντίστοιχα βοηθητικά ημερολόγια ταμείου διαπιστώθηκε η υπέρβαση των διαπιστωθεισών ποσών για δαπάνες μερίδας 5 ης ΤΑΞΠΖ/2ο ΕΓ σε σχέση με το προηγούμενο υπόλοιπο αυτής.

Κατόπιν αυτών διετάχθη άμεσα έκτακτη διοικητική επιθεώρηση οικονομικού στη συγκεκριμένη διαχείριση. Διαπιστώθηκε η ασυμφωνία των δεδομένων των μερίδων του Βοηθητικού Ημερολόγιου Ταμείου [ Μερίδα Δικαιώματα για δαπάνες 5 ης ΤΑΞΠΖ/ 2Ο ΕΓ και μερίδα ανεξόφλητες επιταγές του Λογαριασμού <<ΑΠΟΘΕΣΕΩΝ>>], με την προηγούμενη έκθεση Διοικητική Επιθεώρηση Οικονομικού της 28-7-2015.

Κατόπιν αυτού διεκόπη η ΕΔΕΟ και ο ενεργών αυτήν Ανχης [Ο] Λ. Α. εισηγήθηκε τη διενέργεια οικονομικής επιθεώρησης από την ΑΣΔΕΝ/ΔΕΛ. Πράγματι η Τακτική Οικονομική Επιθεώρηση άρχισε την 19-11-2015 με διενεργούντα τον Σχη [Ε] Μ. Ι. και ολοκληρώθηκε με τη λήψη όλων των αναγκαιούντων επιβεβαιωτικών - επαληθευτικών εγγράφων την 9-12-2015.

Σύμφωνα με την από 15-12-2015 <<ΕΚΘΕΣΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ>> διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλειμματικής διαφοράς ποσού 16.589,07 Ε η οποία προέκυψε ως εξής: Σο Ημερολόγιο Ταμείου στις σελίδες 61 και 62 και συγκεκριμένα στην ... η εγγραφή σε έσοδα <<ΑΠΟΘΕΣΕΩΝ>> ποσού 73.167,83 Ε υπολείπεται κατά 16.589,07 Ε σε σχέση με το πραγματικό ποσό των 89.756,90 Ε σύμφωνα με το δικαιολογητικό της εγγραφής και τη βοηθητική στήλη στο Ημερολόγιο Ταμείου.

Η διαφορά οφείλεται στον μη υπολογισμό της επιταγής Ν. ...-2015 που εκδόθηκε από την τότε Διοικητή του ΣΠΧ Υπλγό [ΔΒ] Γ. Ε. επ' ονόματι του προμηθευτή <<Λ. ΕΠΕ>> . Διαρκούσης της επιθεώρησης αναφέρθηκε εγγράφως την 27-11-2015 στον διενεργούντα αυτήν από τον Ανθστή [ΠΖ] Α. Π. ότι το Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου [ΒΗΤ] αφαιρέθηκε από τη διαχείριση αμέσως μετά την παράδοση - παραλαβή της διαχείρισης από τον προκάτοχό του και ήδη κατηγορούμενο Ανθστή [[ΠΖ] Λ.

Ε. Τούτο το διαπίστωσε την 19-8-2015 όταν απαιτήθηκε να κάνει την πρώτη του εγγραφή στο Βοηθητικό Ημερολόγιο και διαπίστωσε την απουσία του. Άμεσα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο που είχε μετατεθεί στη Σάμο, ο οποίος του είπε ότι εκ παραδρομής το πήρε μαζί του στη μετακόμιση για τη νέα του Μονάδα και υποσχέθηκε να το επιστρέψει άμεσα.

Ο Ανθστής [ΠΖ] Α. Π. ενημέρωσε την Διοικητή του ΣΠΧ Ανθστή [ΠΖ] Γ. Ε. και τον Διαχειριστή Χρηματικού του ΚΤΣ Χανίων Υπλγό [Ο] Μ. Κ. Τελικά το ΒΗΤ επεστράφη την 15-9-2015. Για τη διόρθωση της παραπάνω λανθασμένης εγγραφής έγιναν οι παρακάτω λογιστικές εγγραφές: α] με την ... σε έσοδα <<ΑΠΟΘΕΣΕΩΝ>> και υπέρ μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> το ποσό των 16.589,07 Ε το οποίο δεν είχε υπολογιστεί λόγω του αθροιστικού λάθους, β] Με την ...

το παραπάνω ποσό τέθηκε σε έξοδα <<ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ>> και εις βάρος της μερίδας <<ΕΛΛΕΙΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΠ ΧΑΝΙΩΝ>> μέχρι εξακριβώσεως των υπευθύνων δημιουργίας του. Από τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων [ΗΤ και ΒΗΤ] προέκυψαν τα εξής: α] Στην ανάλυση των υπολοίπων των λογαριασμών του ισοζυγίου της 28-7-2015 που αναφέρονται στην από 17-8-2015 έκθεση ΔΕΟ η μερίδα <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> του λογαριασμού <<ΑΠΟΘΕΣΕΩΝ>> εμφανίζει υπόλοιπο 16.264,65 Ε ενώ από την ΤΟΕ προκύπτει ότι το ορθό υπόλοιπο τη μερίδας ήταν 32.853,72 Ε, το οποίο αφορά την μη υπολογισθείσα επιταγή ...

που εκδόθηκε σε πληρωμή του προμηθευτή <<Λ. ΕΠΕ>> και β] Στο ΒΗΤ του λογαριασμού <<ΑΠΟΘΕΣΕΩΝ>> με την από 2-7-2015 εγγραφή εμφανίζονται τα υπόλοιπα δύο μερίδων διαφορετικά από τα καταγραφέντα στην από 17-8-2015 ΔΕΟ και συγκεκριμένα: 1] Στην μερίδα <<Ανεξόφλητες επιταγές>> στην έκθεση το υπόλοιπο είναι 1.264,5 Ε ενώ στο ΒΗΤ το υπόλοιπο φαίνεται 32.853,72 Ε, 2] Στη μερίδα <<Δικαιώματα 2 ου ΕΓ/5 ης ΤΑΞΠΖ>> στην έκθεση το υπόλοιπο 61.353,92 Ε ενώ στο ΒΗΤ το υπόλοιπο φαίνεται 44.774,85 Ε, 3] Οι εγγραφές στο ΒΗΤ φαίνονται εμφανώς αλλοιωμένες με αποξέσεις και χρήση διορθωτικού.

Οι παραπάνω αλλοιώσεις των εγγραφών οι οποίες έγιναν εκ των υστέρων ενδεχομένως είχαν σκοπό τη συγκάλυψη της υπ' όψη ελλειμματικής διαφοράς. Ειδικότερα με την αλλοίωση της μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> εμφανίστηκε το ορθό υπόλοιπο [32.853,72 Ε] δεδομένου ότι άμεσα θα διαπιστωνόταν η ακρίβειά του από το νέο διαχειριστή με ταυτόχρονη μείωση της μερίδας<<Δικαιώματα 2ου ΕΓ/5ης ΤΑΞΠΖ>>, η οποία ενδεχομένως να μη γινόταν άμεσα αντιληπτή>>.

Αναλυτικότερα, η διαφορά του ποσού των 16.589,07 Ε προέκυψε διότι στην πραγματοποιηθείσα από τον κατηγορούμενο εγγραφή με ...-2015 αναγράφονται αναλυτικά δέκα τρεις [13] δίγραμμες επιταγές υπέρ προμηθευτών και στο απόκομμά της αριθμομηχανής, που επισυνάπτεται ως δικαιολογητικό του αθροίσματος της υπόψη εγγραφής, αναγράφονται συνολικά δέκα τρία [13] ποσά αλλά αθροίζονται μόνο τα δώδεκα [12].

Συγκεκριμένα η διαφορά οφείλεται στον σκόπιμο μη συνυπολογισμό του ποσού της επιταγής <<...>>, που εκδόθηκε σε πληρωμή του προμηθευτή <<Λ. Ε.Π.Ε.>>. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στο σύνολο για μεταφορά των ποσών της εγγραφής ...-2015 [στη σελίδα 61], να γραφεί ποσό 42.164,93 Ε, αντί του ορθού 58.754,00 Ε και επομένως στο συνολικό άθροισμα των ποσών της επιταγής της υπόψη εγγραφής να γραφεί το ποσό των 73.167,83 Ε, αντί του ορθού των 89.756,90 Ε και κατά συνέπεια τα συνολικά έσοδα της διαχειρίσεως, με το κλείσιμο του μηνός Μαρτίου 2015, να εμφανίζονται σκόπιμα μειωμένα κατά το παραπάνω ποσό [16.589,07 Ε].

Στα δικαιολογητικά που υποστηρίζουν την εγγραφή ...-2015 υπάρχουν φωτοαντίγραφα δέκα τριών [13] επιταγών, πλην όμως το άθροισμα είναι 73.167,83 Ε, αντί του ορθού 89.756,90 Ε γεγονός που καταδεικνύει σκόπιμη επέμβαση στη λειτουργία της αριθμομηχανής. Εξάλλου στη σελίδα 44 του Βοηθητικού Ημερολογίου Ταμείου [ΒΗΤ] στη στήλη έσοδα της μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>< ο κατηγορούμενος ανέγραψε τρία [3] ποσά συνολικού πραγματικού αθροίσματος 550.982,22 Ε, πλην όμως, κατόπιν σκόπιμης παρέμβασής του στη λειτουργία της αριθμομηχανής, το άθροισμα των τριών [3] αυτών ποσών εμφανίστηκε παραποιημένο στην ταινία της αριθμομηχανής που επισύναψε στο ΒΗΤ, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται στη θέση του αθροίσματος το ποσό των 57.571,29 Ε - αντί του ορθού 550.982,22 Ε - και εν συνεχεία μετέφερε το εν λόγω παραποιημένο άθροισμα στο ΒΗΤ, ώστε να προκύπτει διαφορά ανάμεσα στο δύο ποσά ύψους 16.589,07 Ε [ελλειμματική διαφορά].

Το ανωτέρω παραποιημένο άθροισμα ανέγραψε στο ΒΗΤ προς υποστήριξη του διορθωμένου υπολοίπου της μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>>, ήτοι ποσού 32.853,72 Ε, αντί του ορθού 16.264,65 Ε, όπως αυτό προέκυψε κατά τη ΔΕΟ της 28-7-2015. Περαιτέρω, στην εγγραφή με ...-2015 στο ΒΗΤ ανέγραψε ποσό εννέα [9] επιταγών συνολικού πραγματικού αθροίσματος 59.900,43 Ε, πλην όμως το άθροισμα στη στήλη Έσοδα ανέγραψε ψευδώς το ποσό των 76.489,50 Ε, το οποίο αποτελεί πραγματικό άθροισμα δέκα [10] επιταγών και προκύπτει αν προστεθεί μία [1] επιπλέον επιταγή με ποσό ίσο με την ελλειμματική διαφορά, ήτοι 16.589,07 Ε, την οποία επιταγή όμως δεν είχε αναγράψει στη συγκεκριμένη ΑΗΤ.

Επίσης ο κατηγορούμενος στη σελίδα 41 του ΒΗΤ στη μερίδα <<ΑΠΟΘΕΣΕΙΣ>> και στη στήλη Έσοδα της μερίδας <<Δικαιώματα για δαπάνες της 5 ης ΤΑΞΠΖ/2 ο ΕΓ>> ανέγραψε ως ποσό σε μεταφορά το ποσό των 22.425,87 Ε, ενώ στη σελίδα 42 στην ίδια στήλη της ίδιας μερίδας ανέγραψε σκόπιμα ως ποσό από μεταφορά της σελίδας 41 διαφορετικό ποσό, ήτοι το ποσό των 39.014,94 Ε.

Η διαφορά των δύο ανωτέρω ποσών είναι 16.589,07 Ε συμπίπτει δηλαδή με το ποσό της ελλειμματικής διαφοράς, γεγονός που επηρεάζει το υπόλοιπο της μερίδας <<Δικαιώματα για δαπάνες της 5 ης ΤΑΞΠΖ/2 ο ΕΓ>> την 28-7-2015 διαμορφώνοντάς το στο ποσό των 44.774,85 Ε, αντί του διαπιστωθέντος κατά την ΔΕΟ της 28-7-2015 ποσού 61.363,92 Ε. Επιπρόσθετα, ανέγραψε στο ΒΗΤ υπόλοιπο μερίδας διαφορετικό από το καταγραφέν στην έκθεση ΔΕΟ της 28-7-2015 της 5 ης ΤΑΞΠΖ/ΔΟΙ και συγκεκριμένα ανέγραψε στο ΒΗΤ ως υπόλοιπο ποσό των32.853,72 Ε, αντί του ορθού υπολοίπου των 1.264,65 Ε, που καταγράφηκε στη μερίδα <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> της εν λόγω έκθεσης ΔΕΟ.

Στην παραπάνω εγγραφή στο ΒΗΤ, που φαίνεται αλλοιωμένη με αποξέσεις και χρήση διορθωτικού υγρού, προέβη εκ των υστέρων με σκοπό τη συγκάλυψη της ελλειμματικής διαφοράς των 16.589, 07 Ε. Τέλος, ενέγραψε στο ΒΗΤ υπόλοιπο μερίδας διαφορετικό από το καταγραφέν στην έκθεση ΔΕΟ της 28-7-2015 της 5 ης ΤΑΞΠΖ/ΔΟΙ και συγκεκριμένα ενέγραψε στο ΒΗΤ ως υπόλοιπο το ποσό των 44.774,85 Ε αντί του ορθού υπολοίπου των 61.363,93 Ε που καταγράφηκε στη μερίδα <<Δικαιώματα για δαπάνες της 5 ης ΤΑΞΠΖ/2 ο ΕΓ>> της εν λόγω έκθεσης ΔΕΟ.

Στην παραπάνω εγγραφή στο ΒΗΤ, που φαίνεται αλλοιωμένη με αποξέσεις και χρήση διορθωτικού, προέβη εκ των υστέρων με σκοπό της ελλειμματικής διαφοράς των 1.589,07 Ε. Σημειώνεται ότι όλες οι ως άνω συνολικά έξι [6]] ψευδείς εγγραφές στο Ημερολόγιο Ταμείου και στο Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου της διαχείρισης χρηματικού ιδίων πόρων του ΣΠΧ, που έγιναν από τον κατηγορούμενο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφορούν χρονική περίοδο κατά την οποία ο ίδιος διατελούσε Διαχειριστής Χρηματικού του ΣΠΧ.

Την 23-3-2015 περιήλθε στον διενεργούντα την επιθεώρηση η από 21-11-2015 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/86 του κατηγορουμένου στην οποία ανέφερε τα εξής: << Το χρηματικό των 16.589,07 Ε προερχόμενο από τη Διαχείριση Χρηματικού του ΣΠ Χανίων βρίσκεται στο ακέραιο στην κατοχή μου και αφαιρέθηκε από εμένα από την εν λόγω διαχείριση την 14-8-2015 [ημερομηνία παράδοσης των καθηκόντων μου] πιστεύοντας ότι πρόκειται για πλεόνασμα.

Το παραπάνω χρηματικό ποσό δεσμεύομαι ότι θα τεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του ΣΠ Χανίων το συντομότερο δυνατόν>> Τελικά την 27-11-2015 με την τελική καταμέτρηση του υπολοίπου ταμείου της Διαχείρισης διαπιστώθηκε η πίστωση του επιδίκου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του ΣΠ Χανίων στην Τράπεζα Πειραιώς.

Έτσι ο επιθεωρητής προέβη στην εγγραφή σε έσοδα <<ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ>> και υπέρ της μερίδα <<ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΠ ΧΑΝΙΩΝ>> προκειμένου να κλείσει η οικονομική εκκρεμότητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν, απέδωσε την εμφάνιση του ελλείμματος σε αθροιστικό σφάλμα του και ισχυρίστηκε ότι καυτά το μήνα Μάρτιο του 2015 παρουσιάσθηκε στη διαχείριση ασυνήθιστο πλεόνασμα, ο ίδιος δε πραγματοποίησε ενδελεχείς ελέγχους στα βιβλία της διαχείρισης, αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει οποιοδήποτε λάθος που θα εξηγούσε την εμφάνιση του πλεονάσματος.

Κατά τον κατηγορούμενο, το σφάλμα συνίσταται στο ότι, στην εγγραφή με ...-2015 στο Ημερολόγιο Ταμείου, δεν συνυπολογίσθηκε και δεν αθροίσθηκε στο συνολικό ποσό το ποσό των 16.589,07 Ε μίας [1] επιταγής υπέρ προμηθευτή του ΣΠΧ. Όπως ισχυρίζεται οι διορθώσεις που πραγματοποίησε ακολούθως επί του ΒΗΤ είχαν σκοπό να αποκαταστήσουν το σφάλμα ώστε τελικά να εμφανίσουν το ορθό αποτέλεσμα.

Όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ποτέ δεν ανέφερε το <<διαχειριστικό>> πρόβλημα που αντιμετώπιζε στα αρμόδια όργανα κατά τα θεσμικά κείμενα της Υπηρεσίας έτσι ώστε να τον συνδράμουν στην επίλυση του υποτιθέμενου προβλήματος.

Αναφορικά με τους προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς ότι δηλαδή το Ημερολόγιο Ταμείου και το Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου δεν είναι δημόσια έγγραφα καθόσον εξυπηρετούν την εσωτερική υπηρεσία και β] υφίσταται σχέση φαινομένης συρροής μεταξύ της εκδικαζόμενης πράξης και της πράξης της υπεξαίρεσης πραγμάτων ανηκόντων στο κράτος τελεσθείσα από στρατιωτικό υπόλογο παρατηρούνται τα εξής:

Βασικό στοιχείο της έννοιας του δημοσίου εγγράφου είναι η αυξημένη αποδεικτική ισχύς του εγγράφου που εκδίδει ο υπάλληλος να αποδεικνύει δηλαδή ένα γεγονός έναντι πάντων, να έχει δηλαδή δημόσια πίστη βάσει του υπηρεσιακού του προορισμού, της λειτουργίας του που προσδιορίζεται τόσο από τις διατάξεις νόμων όσο και από υπηρεσιακές διατάξεις.

Δημόσια πίστη σημαίνει ότι το έγγραφο έχει αποδεικτική ισχύ έναντι πάντων. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου διαμορφώνεται στο πλαίσιο των αναγκών και του σκοπού προστασίας του ποινικού δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσο το Ημερολόγιο Ταμείου όσο και το Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείο πέραν που προβλέπονται από τα θεσμικά κείμενα της Υπηρεσίας ως Διαχειριστικά Βιβλία σε αυτά πραγματοποιούνται από τον αρμόδιο διαχειριστή όλες οι σχετικές λογιστικές εγγραφές στοιχεία απολύτως απαραίτητα για την ορθή λειτουργία αυτής.

Επίσης έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ έναντι πάντων τόσο εντός όσο και εκτός των Ενόπλων Δυνάμεων και πάντοτε είναι το αναγκαίο πειστήριο για τη διαλεύκανση διαχειριστικών εγκλημάτων από τις Στρατιωτικές Δικαστικές Αρχές. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι το Ημερολόγιο Ταμείου και το Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.

γ' ΠΚ και 438 ΚΠολΔ. Επίσης όπως αναφέρθηκε ανωτέρω η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης τελεί σε σχέση αληθινής συρροής με εκείνη της υπεξαίρεσης καθόσον προσβάλλεται διαφορετικό έννομο αγαθό. Το γεγονός ότι για την πράξη της υπεξαίρεσης πραγμάτων ανηκόντων στο κράτος από στρατιωτικό υπόλογο το Δικαστικό Συμβούλιο του Στρατοδικείου Χανίων με την υπ' αριθ. 212/17 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά άρθρο 384 παρ. 1 ΠΚ είναι νομικά αδιάφορο καθόσον οι πράξεις αυτές είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και ποινικώς κολάσιμες, η μία δε είναι επικουρική της άλλης και ούτε τελούν σε σχέση γενικής προς ειδικής.

Δύο όμως μέλη του δικαστηρίου ... Κατόπιν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί: α] ομόφωνα ένοχος για την πρώτη χρονικά τελεσθείσα πράξη της ψευδούς βεβαίωσης από στρατιωτικό υπόλογο κατά τη στρατιωτική διαχείριση κατ' εξακολούθηση, που, κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό, τελέστηκε την 31-3-2015, β]κατά πλειοψηφία, με ψήφους τρεις έναντι δύο, ένοχος για τις λοιπές πράξεις, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη της ψευδούς βεβαίωσης από στρατιωτικό υπόλογο κατά τη στρατιωτική διαχείριση κατ' εξακολούθηση που τελέστηκαν κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό κατά τα τέλη Αυγούστου 2015, απορριφθέντων ομόφωνα των προταθέντων αυτοτελών ισχυρισμών ως αβάσιμων.

Περαιτέρω, από το διατακτικό της απόφασης πρέπει να αφαιρεθεί η φράση <<με εμφανή χρήση διορθωτικού υγρού>>, κατ' ορθότερο προσδιορισμό του τρόπου τελέσεως της πράξεως>>. Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός[1] έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί δύο [2] έτη, με το ακόλουθο διατακτικό:<<

Κηρύσσει αυτόν: α] παμψηφεί ένοχο της πρώτης μερικότερης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης από στρατιωτικό υπόλογο κατά τη στρατιωτική διαχείριση κατ' εξακολούθηση [μερ. πράξεις 6], πράξης που τελέστηκε στα Χανιά, την 31-3-2015, κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό αυτής και β] με ψήφους τρεις έναντι δύο [3-2] ένοχο της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης μερικότερης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση [μερ.

πράξεις 6], πράξης που τελέστηκε στα Χανιά, στα τέλη Αυγούστου 2015, κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό αυτής και ειδικότερα ένοχο του ότι: Ενώ ήταν στρατιωτικός, ήτοι Ανθστής [ΠΖ] της δυνάμεως του 547 Α/Μ ΤΠ αποσπασμένος στο Στρατιωτικό Πρατήριο Χανίων [ΣΠΧ], στο στρατόπεδο αυτού στον παραπάνω τόπο, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν στρατιωτικός υπόλογος που στα καθήκοντά του κατά τη στρατιωτική διαχείριση αναγόταν η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, συγκεκριμένα ενώ εκτελούσε, από 27-7-2013, σύμφωνα με την Ημερήσια Διαταγή ΣΠΧ της 27-7-2013, καθήκοντα διαχειριστή χρηματικού ιδίων πόρων του ΣΠΧ και ως εκ των καθηκόντων του αυτών αρμόδιος για τη σύνταξη των βιβλίων της διαχείρισης μεταξύ των οποίων και του Ημερολογίου Ταμείου και Βοηθητικού Ημερολόγιου Ταμείου τα οποία είναι δημόσια έγγραφα προέβη στις παρακάτω ενέργειες: 1.

Την 31-3-2015 πραγματοποίησε την εγγραφή ...-2015 στο Ημερολόγιο Ταμείου [σελίδες 61 και 62] στην οποία ανέγραψε συνολικά δέκα τρεις [13] δίγραμμες επιταγές υπέρ προμηθευτών και στο απόκομμα της αριθμομηχανής που επισύναψε ως δικαιολογητικά του αθροίσματος της ανωτέρω εγγραφής άθροισε, παρόλο που ανέγραψε δέκα τρία [13] ποσά, μόνο στα δώδεκα [12] εξ αυτών, παραλείποντας [μη υπολογίζοντας] σκόπιμα το ποσό της υπ' αριθμό ...

επιταγής που εκδόθηκε σε πληρωμή του προμηθευτή <<Λ. ΕΠΕ>>, με αποτέλεσμα στο σύνολο για μεταφορά ποσών στη σελίδα 61 να αναγράψει το ποσό των 42.164,93 Ε αντί του ορθού 58.754,00 Ε και συνεπώς στο συνολικό άθροισμα των ποσών των επιταγών της παραπάνω εγγραφής να αναγράψει το ποσό των 73.167 ,83 Ε αντί του ορθού 89.756,90 Ε, έτσι ώστε τα συνολικά έσοδα με το λογιστικό κλείσιμο του μηνός Μαρτίου 2015 να εμφανίζονται εσφαλμένα μειωμένα κατά τη διαφορά των ποσών που ανέρχεται σε 16.589,07 Ε, 2.

Περί τα τέλη του Αυγούστου 2015 ανέγραψε στη σελίδα 44 του Βοηθητικού Ημερολογίου Ταμείου [ΒΗΤ] στη στήλη έσοδα της μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> τρία [3] χρηματικά ποσά συνολικού αθροίσματος 550.982,22 Ε, πλην όμως στην επισυναφθείσα στο ΒΗΤ ταινία της αριθμομηχανής το άθροισμα των ως άνω ποσών εμφανίστηκε [λόγω παρέμβασής του στην λειτουργία της αριθμομηχανής] ως 567.571,29 Ε [αντί του ορθού 550.962,22 Ε] και ακολούθως μεταφέρθηκε εσφαλμένα στο ΒΗΤ για την υποστήριξη του διορθωμένου υπολοίπου της μερίδας <<ΑΝΕΞΙΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> την 28-7-2015 ποσού 32.853,72 Ε αντί του ορθού 16.254,65 Ε, διαπιστωθέντος κατά την ΔΕΟ της 28-7-2015. 3.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2015 ανέγραψε στο Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου [...-2015] συνολικό ποσό [αθροίσματος εννέα επιταγών] 59.900,43 Ε αλλά στη στήλη <<έσοδα>> ανέγραψε το ποσό [αθροίσματος δέκα επιταγών] των 76.489, 50 Ε που προέκυψε με πρόσθεση μίας [1] επιταγής ποσού 16.589,07 Ε την οποία είχε παραλείψει [καίτοι υπήρχε καταχωρημένη στο βιβλίο παρακολούθησης επιταγών της διαχείρισης που τηρείται υποβοηθητικά από τη διαχείριση χρηματικού του ΣΠΧ] να αναγράψει στην προαναφερθείσα ΑΗΤ. 4.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2015 στη σελίδα 41 του Βοηθητικού Ημερολογίου Ταμείου στη μερίδα <<ΑΠΟΘΕΣΕΙΣ>> και στη στήλη <<έξοδα>> της μερίδας <<δικαιώματα για δαπάνες της 5 ης ΤΑΞΠΖ/ 20 ΕΓ>> ανέγραψε ως ποσό σε μεταφορά το ποσό των 22.425, 87 Ε ενώ στη σελίδα 42 στην ίδια στήλη της ίδιας μερίδας ανέγραψε αυθαίρετα και σκόπιμα ως ποσό από μεταφορά της σελίδας 41 διαφορετικό ποσό, ήτοι αυτό των 39.014,94 Ε, των οποίων ποσών η ελλειμματική διαφορά ύψους 16.589,07 Ε επηρέασε το υπόλοιπο της μερίδας <<δικαιώματα για δαπάνες της 5 ης ΤΑΞΠΖ/20 ΕΓ την 28-7-2015 διαμορφώνοντας το στο ποσό των 44.774,85 Ε αντί του ορθού ποσού των 61.363,92 Ε διαπιστωθέντος κατά την ΤΕΟ της 19-11-2015. 5.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2015 ανέγραψε στο Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου [ΒΗΤ] ως υπόλοιπο μερίδας <<ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ>> αντί του ορθού ποσού των 16.264,65 Ε το ποσό των 32.853,72 Ε, εγγραφή εμφανώς αλλοιωμένη με αποξέσεις και χρήση διορθωτικού υγρού έτσι ώστε να υπάρχει συγκάλυψη της ελλειμματικής διαφοράς των 16.589,07 Ε και τα συνολικά έσοδα με το λογιστικό κλείσιμο του μηνός Μαρτίου να εμφανίζονται, κατά τη διαφορά των ποσών, μειωμένα. 6.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2015, ανέγραψε στο Βοηθητικό Ημερολόγιο Ταμείου [ΒΗΤ] ως υπόλοιπο μερίδας <<δικαιώματα για δαπάνες της 5ης ΤΑΞΠΖ/2ο ΕΓ>> αντί του ορθού ποσού 61.363,92 Ε, το ποσό των 44.774,85 Ε, εγγραφή εμφανώς αλλοιωμένη με αποξέσεις και χρήση διορθωτικού υγρού, έτσι ώστε να υπάρχει συγκάλυψη της ελλειμματικής διαφοράς των 16.589,07 Ε>>.

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 148 παρ.1 του ΣΠΚ και 21 παρ.2 του ΝΔ "Περί Οικονομικής Μερίμνης και Λογιστικού των Ενόπλων Δυνάμεων" και 13 γ', 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 94, 98 και 242 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας: α] έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] εκθέτει τον τόπο, τον χρόνο και της περιστάσεις που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από στρατιωτικό υπόλογο κατά τη στρατιωτική διαχείριση και συγκεκριμένα την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου και δη στρατιωτικού υπολόγου, τα έγγραφα με τα οποία πραγματοποίησε την αποδιδόμενη ψευδή βεβαίωση των πραγματικών περιστατικών τα οποία μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες αφού αλλοίωναν τα στοιχεία των αναφερομένων εγγραφών και το δόλο του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά, ε] η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης τελεί σε σχέση αληθινής συρροής, με εκείνη της υπεξαίρεσης, καθόσον προσβάλλεται διαφορετικό έννομο αγαθό, το γεγονός δε ότι για την πράξη της υπεξαίρεσης πραγμάτων ανηκόντων στο κράτος από στρατιωτικό υπόλογο το Δικαστικό Συμβούλιο του Στρατοδικείου Χανίων με το υπ' αριθ. 212/2017 βούλευμα έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά το άρθρο 258 παρ. 1 ΠΚ, είναι νομικά αδιάφορο, καθόσον οι πράξεις αυτές είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και ποινικώς κολάσιμες, η μία δεν είναι επικουρική της άλλης και ούτε τελούν σε σχέση γενικής προς ειδική, στ] το ημερολόγιο ταμείου και το βοηθητικό ημερολόγια ταμείου συνιστούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 13 γ' ΠΚ και 438 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν τα βασικά στοιχεία της έννοιας του δημοσίου εγγράφου, που είναι η αυξημένη αποδεικτική ισχύς του εγγράφου που εκδίδει δημόσιος υπάλληλος, να αποδεικνύει δηλαδή ένα γεγονός έναντι πάντων, ήτοι να έχει δημόσια πίστη με βάση τον υπηρεσιακό προορισμό του και τη λειτουργία του που προσδιορίζεται από τις διατάξεις των νόμων και από τις υπηρεσιακές διατάξεις.

Ειδικότερα: 1] τα ως άνω βιβλία προβλέπονται από τα θεσμικά κείμενα της Υπηρεσίας ως διαχειριστικά βιβλία και δη διαχείρισης χρηματικών ιδίων πόρων του ΣΠΧ , προβλεπόμενα από όσα ορίζονται στα Τμήματα 32 και 37 παρ. 2 του ΤΕ61-1 και σε αυτά πραγματοποιούνται από τον αρμόδιο διαχειριστή όλες οι σχετικές λογιστικές εγγραφές, που είναι απαραίτητες για την ορθή λειτουργία της Υπηρεσίας αυτής, αφού καθίσταται δυνατή η εμφάνιση και παρακολούθηση όλων των κινήσεων της διαχείρισης, με πλήρη απόδειξη έναντι πάντων, τόσο εντός όσο και εκτός των Ενόπλων Δυνάμεων και πάντοτε αποτελούν το βασικό στοιχεί για τη διαλεύκανση των διαχειριστικών εγκλημάτων από τις Στρατιωτικές Δικαστικές Αρχές, 2] αποτελούν λογιστικά διαχειριστικά βιβλία, κατά την έννοια των άρθρων 27 Ν 2362/1995 και 28 Ν.Δ. 721/1970 <<Περί οικονομικής μέριμνας των Ε.

Δ.>> και είναι τα βασικά λογιστικά βιβλία που τηρούνται από το διαχειριστή, σύμφωνα με το ως άνω Τεχνικό Εγχειρίδιο, στα οποία ο υπόλογος με καθημερινές αριθμημένες εγγραφές βεβαιώνει την πραγματοποίηση των δοσοληψιών του, 3] δεν αποτελούν εσωτερικό έγγραφο, προορισμένο δηλαδή για εσωτερική χρήση της υπηρεσίας, αλλά τα κύρια λογιστικά βιβλία, τα οποία έχουν σκοπό την απόδειξη έναντι πάντων των καθημερινών δοσοληψιών, παρέχοντας πίστη ως προς την αλήθεια των εγγραφών τους και γι' αυτό προβλέπονται έλεγχοι και επιθεωρήσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο από τα οικονομικά όργανα της μονάδας όσο και από τα προϊστάμενα κλιμάκια, 4] το απαιτούμενο για την ύπαρξη της έννοιας του δημοσίου εγγράφου στοιχείο της εξωτερικής κυκλοφορίας δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα διακινούνται κατ' ανάγκην εκτός των λειτουργικών πλαισίων της υπηρεσίας, αλλά ότι σε κάθε υπηρεσιακή επαφή με τη διαχειριστική υποδομή, τη λειτουργία της οποίας υποστηρίζει το περιεχόμενό τους, διεκδικούν βαρύνουσα και κυρίαρχη σημασία, ενώ με βάση τις εγγραφές αυτών πραγματοποιούνται όλοι οι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις και καταλογίζονται οι τυχόν ευθύνες των διαχειριστικών οργάνων.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 115 Ν. 5090/2024, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2021 αίτηση του Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2020 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ