Contractor's delay allows employer to rescind contract without waiting for delivery deadline under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the lower court's dismissal of the employer's claim for contract rescission due to the contractor's delay. The employer exercised the statutory right to rescind under Article 686 of the Civil Code after the contractor failed to perform on time. The court held that this right does not require a formal notice of default or wait for the delivery deadline, allowing immediate rescission upon delay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 686, 383, 385, 389, 397, 700 of the Civil Code: The employer may rescind the contract without waiting for the delivery deadline if the contractor delays performance without fault, and the legal characterization of the rescission as 'cancellation' is not binding on the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 652 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 652/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φλεβάρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 27-9-2007 δήλωση του για παράσταση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 686 ΑΚ αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παραδόσεως του έργου.
Όταν υπάρξει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξ αιτίας της. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με τις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα αναμείξεως και εποπτείας του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως και μέχρις αποπερατώσεως του συμφωνηθέντος έργου, χάριν ελέγχου της πορείας της εκτελέσεως αυτού και προλήψεως της μη έγκαιρης ή προσήκουσας εκτελέσεως τούτου και εξειδικεύονται και επεκτείνονται οι αρχές των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, για την άσκηση υπαναχωρήσεως από τον εργοδότη, κατ' εφαρμογή της πρώτης τούτων (686 εδ.
α), δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί πρόκειται για νόμιμη υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως απ το νόμο, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ. Δεν υπόκειται δε το παρεχόμενο με το άρθρο 686 εδ.
α ΑΚ δικαίωμα υπαναχωρήσεως σε προθεσμία, αλλά μπορεί να ασκηθεί και μετά το συμφωνημένο χρόνο παραδόσεως του έργου, αν δεν εκπληρώθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παραδόσεως αυτού, οι υποχρεώσεις του εργολάβου από το άρθρο 686 εδ. α ΑΚ, για έγκαιρη έναρξη και μη επιβράδυνση της εκτελέσεως του έργου με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού κατ' εξοχήν στην περίπτωση αυτή προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη παράδοση του έργου.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 389 § 2 του ΑΚ η υπαναχώρηση επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς την νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωση της, κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδαφίου 1 του άρθρου 559 του παραπάνω Κώδικα, γιατί άγεται στην μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά την ανωτέρω διάταξη επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής της αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίσθηκε με αυτήν, ότι δυνάμει του από ...... ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο εργολάβο, την ανέγερση σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, κειμένου στη ....., μιας κύριας κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και ενός αυτοτελούς ενιαίου κτίσματος, προοριζόμενου να χρησιμοποιηθεί ως γκαράζ, έργο το οποίο ανέλαβε ο τελευταίος να εκτελέσει σύμφωνα με τα από ......
σχέδια του πολιτικού μηχανικού ....... και να παραδώσει στην αναιρεσείουσα στο στάδιο των επιχρισμάτων, μετά την εκτέλεση των επιμέρους αναφερομένων στο συμφωνητικό και στην αγωγή εργασιών, αντί συμφωνηθείσης κατ' αποκοπή αμοιβής 75.00.000 δραχμών, η οποία ήταν καταβλητέα τμηματικά, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και συμφωνηθέντα χρόνο αποπερατώσεως και παραδόσεως, της μεν κύριας οικοδομής στις 30-5-2000, του δε γκαράζ στις 15-10-2000.
Ότι κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, η αναιρεσείουσα διαπίστωσε ελαττώματα στην κατασκευή αυτού και ειδικότερα αποκλίσεις από τα σχέδια της οικοδομικής άδειας και κακοτεχνίες (όπως ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή), οφειλόμενα σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις, γι' αυτό με την από 3-4-2000 έγγραφη εξώδικη δήλωση πρόσκληση της προς τον αναιρεσίβλητο, κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας, του ζήτησε να διακόψει κάθε εργασία στην οικοδομή και να προβεί σε κοστολόγηση των μέχρι τότε εκτελεσθεισων εργασιών, δεδομένου ότι του είχε καταβάλει έναντι της αμοιβής του ποσό 57 000.000 δραχμών, από το οποίο ο εναγόμενος της επέστρεψε μετά την καταγγελία ποσό 20.000.000 δραχμών.
Ζήτησε δε με την αγωγή την καταδίκη του εναγομένου σε καταβολή ποσού 21.583.000 δραχμών, που παριστά την διαφορά της αξίας του εκτελεσθέντος μέχρι την καταγγελία έργου, ανερχόμενης σε 15.417.000 δραχμές και της καταβληθείσης σ' αυτόν αμοιβής, ύψους 37.000.000 δραχμών (μετά την αφαίρεση του επιστραφέντος σ' αυτήν ποσού των 20.000.000 δραχμών), κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος.
Υπ' αυτό το περιεχόμενο που έχει η αγωγή, είναι φανερό ότι η ενάγουσα με την προαναφερθείσα από 3-4-2000 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, άσκησε το προβλεπόμενο από το άρθρο 389 ΑΚ δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, με επακόλουθο την απόσβεση εξ αρχής των εκατέρωθεν από αυτή πηγαζουσών υποχρεώσεων και αναζήτηση των παροχών που δόθηκαν, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, γίνεται επίκληση παράβασης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των εκ του άρθρου 686 ΑΚ απορρεουσών συμβατικών υποχρεώσεων του, δηλαδή επιβράδυνση της εκτελέσεως αυτού κατά τρόπο αντιβαίνοντα στη σύμβαση, έννομη συνέπεια της οποίας είναι η υπαναχώρηση του εργοδότη από τη σύμβαση, την οποία αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος με την μερική επιστροφή του προκαταβληθέντος σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα ποσού.
Ο αναγραφόμενος στην αγωγή νομικός χαρακτηρισμός του ασκηθέντος με την ως άνω δήλωση δικαιώματος, στην οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, ως καταγγελία, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί σε ορθή νομική υπαγωγή έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το νομικό τους χαρακτηρισμό.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η προαναφερθείσα δήλωση αυτής συνιστά καταγγελία με αποτέλεσμα την υποχρέωσή της να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 686, 397 και 700 ΑΚ με την μη εφαρμογή των δύο πρώτων αν και ήταν εφαρμοστέες και την εσφαλμένη εφαρμογή της τρίτης τούτων είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 44/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Ψ1 στη
δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας Χ1, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ