Supreme Court dismisses appeal for vagueness and failure to specify evidence and error in appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's judgment. The appellant argued the lower court misapplied evidence rules regarding work logs, but the court found the appeal grounds vague and lacking specific details required by law. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact evidence, its legal weight, the specific error in the lower court's assessment, and the concrete factual claim it supports.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1075/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκαγκαλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 18/10/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9623/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2113/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24.10.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθ.346/24.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2113/23.09.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 156/2012).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ1185/2010, ΑΠ 1855/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσής της η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της τα προσκομισθέντα με επίκληση, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αποδεικτικά στοιχεία της και ειδικότερα τα επικαλούμενα, γενικώς, ημερολόγια του επίδικου έργου (1-86), ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία αναγράφονται αναλυτικά πόσοι μισθωτοί απασχολήθηκαν ανά ημέρα, ποιας ειδικότητας και ημερησίων καθηκόντων ο καθένας, καθώς και ποια μηχανήματα χρησιμοποιήθηκαν κάθε φορά, χωρίς, ωστόσο, περαιτέρω εξειδίκευση των εγγράφων τούτων, από τα οποία, όπως ισχυρίζεται, αποδεικνύονταν πλήρως οι αγωγικοί της ισχυρισμοί για δικά της μέσα και εργατικό δυναμικό, που αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει, προκειμένου το έργο, που είχε αναλάβει ή ίδια, ως ανάδοχος, για λογαριασμό της ΕΠΑ Θεσσαλονίκης, να εκτελεστεί και παραδοθεί στην κυρία του έργου, εξαιτίας της μη προσήκουσας και εκπρόθεσμης εκτέλεσής του από την αντίδικό της αναιρεσίβλητη, στην οποία είχε ανατεθεί ως υπεργολάβου, και της αξιούμενης από την τελευταία αποζημίωσής της, και τα οποία έγγραφα, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, δεν θα δεχόταν κατ' ουσίαν την έφεση της αντιδίκου της αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 9623/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της, υποχρεώνοντάς την να της καταβάλει ως αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη από τη μη έγκαιρη παράδοση του έργου, το ποσό των 25.780,70 ευρώ, και την οποία (εκκαλουμένη απόφαση) στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε και κρατώντας την υπόθεση, επαναδίκασε την αγωγή της και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αλλά, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, δεχόμενο στο σύνολό της την ως άνω ένδικη αγωγή της αποζημίωσης.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ειδικώς ποιά είναι τα συγκεκριμένα έγγραφα που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, ρητά, στο προοίμιο της ελάσσονος σκέψης (27η σελίδα) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και "τα έγγραφα που με επίκληση νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι.., τα οποία ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία...
θα μνημονευθούν κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διάγνωση της προκείμενης διαφοράς...", και σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης: α) στις 47η και 48η σελίδες της, όπου ρητά αναφέρονται ειδικά και τα εξής: "...Η εκσκαφή αυτή καταχωρήθηκε στο με αριθμό 1 "ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" της 20-7-2009, που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο επιστάτης της εργολάβου ΟΕ, στον οποίο η τελευταία είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου...
Σημειώνεται ενταύθα ότι το άνω ημερολόγιο, όπως και τα υπόλοιπα, για τα οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω, είναι προδιατυπωμένα επί φύλλου Α4 στις βασικές ενδείξεις και απλώς συμπληρώνονται ιδιογράφως κάτω από τις οικείες ενδείξεις και υπογράφονται από τα αρμόδια πρόσωπα... Την υπογραφή των ως άνω φύλλων "ημερολογίου εργασιών", με αριθμούς 1, 2, 3 και 4, τη συνομολογεί η υπεργολάβος και ήδη εκκαλούσα ΑΕ, η οποία και προσκομίζει τα φύλλα αυτά με επίκληση...
Γίνεται λεπτομερής αναφορά στα εν λόγω φύλλα "ημερολογίου εργασιών", αφενός γιατί συνομολογείται εκατέρωθεν η συμπλήρωση και υπογραφή αυτών από τα εντεταλμένα προς τούτο πρόσωπα αμφοτέρων των διαδίκων και γιατί πιο κάτω θα γίνει αντιπαραβολή των άνω φύλλων "ημερολογίου εργασιών" με άλλα φύλλα "ημερολογίου εργασιών", που προσκομίζει η εφεσίβλητη, που όμως δεν φέρουν την υπογραφή του επιβλέποντος Μηχανικού της υπεργολάβου εταιρίας.
Τα ανωτέρω 1,2,3,4 φύλλα του ημερολογίου εργασιών λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ως πλήρη αποδεικτικά μέσα, γιατί συνομολογείται εκατέρωθεν ότι συνυπογράφηκαν και από τους 2 διαδίκους...". Και β) στις 54η και 55η σελίδες της, όπου αναφέρονται, επίσης και τα εξής: "...Με τον ίδιο τρόπο η εφεσίβλητη συμπλήρωσε τις οικείες προδιατυπωμένες ενδείξεις και υπέγραψε μόνη της και όλα τα υπόλοιπα ημερολόγια εργασιών (έργου), με αριθμούς 5 έως 86, μέχρι την 14η-11-2009.
Οι ανωτέρω διαφορές, μεταξύ των πρώτων "ημερολογίων εργασίας" που υπογράφηκαν από αμφοτέρους τους διαδίκους και των δεύτερων που συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν μόνο από την εργολάβο ΟΕ - εφεσίβλητη εταιρία, επισημαίνονται ανωτέρω λεπτομερώς, διότι βάσει των δεύτερων ημερολογίων η εργολάβος ΟΕ (εφεσίβλητη) συνέταξε, στη συνέχεια, τους οικείους πίνακες που παραθέτει στην ένδικη αγωγή της, με τους οποίους (πίνακες) αναφέρει πόσα δικά της μηχανήματα (φορτηγά, φορτωτές) και πόσοι δικοί της οδηγοί, χειριστές και εργάτες, πότε κατά ημερομηνίες απασχολήθηκαν στο τμήμα του ένδικου έργου που είχε αναθέσει στην υπεργολάβο, για πόσο χρόνο ημερησίως απασχολήθηκαν και ποιες εργασίες έκαναν και πόσο άξιζε κάθε τέτοια απασχόλησή τους, προκειμένου να προσδιορίσει, τελικώς, την ένδικη απαίτησή της κατά της εναγομένης...- υπεργολάβου ΑΕ και ήδη εκκαλούσας, παρότι μάλιστα στα προαναφερόμενα ημερολόγια εργασιών (που υπογράφονται μόνο από την εργολάβο) δεν αναγράφονται τα στοιχεία των οδηγών και εργατών και οι ώρες που αυτοί απασχολήθηκαν.
Η τελευταία (εκκαλούσα)... αμφισβητεί τα ιδιωτικά έγγραφα - ημερολόγια έργου (εργασιών) που συμπλήρωσε και υπέγραψε μόνο η αντίδικός της, καθώς και τους, βάσει των ημερολογίων αυτών, εκδοθέντες από την ίδια ως άνω πίνακες της αγωγής της. Κατ' αρχήν, ενόψει ότι τα εν λόγω "ημερολόγια εργασιών" συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν μόνο από την ενάγουσα...-εργολάβο ΟΕ, αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άμεση απόδειξη της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας ΟΕ (εργολάβου) κατά της εναγομένης ΑΕ (υπεργολάβου), γι' αυτό και θα ληφθούν υπόψη ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...".
Προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω επίδικα έγγραφα για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, δεχόμενο ότι: "...Οι αναγραφόμενες χρήσεις των μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού της εργολάβου ΟΕ και η απασχόληση του εργατοτεχνικού προσωπικού της εργολάβου ΟΕ στις εργασίες της υπεργολάβου ΑΕ, στα ανωτέρω υπό της ενάγουσας-εργολάβου ΟΕ προσκομιζόμενα με αριθμούς 1 έως 86 "ημερολόγια εργασιών", βάσει των οποίων ημερολογίων και μόνο η ενάγουσα - εργολάβος ΟΕ συνέταξε τους παρατιθέμενους στην αγωγή πίνακες αξιώσεών της κατά της υπεργολάβου ΑΕ, συνολικού ποσού των αξιώσεων αυτών (εκτός των ασφαλιστικών εισφορών) 32.507,50 ευρώ...
δεν επιβεβαιώνονται ή άλλως δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί για τη δικανική του κρίση, στα ανωτέρω "ημερολόγια εργασιών"..." και, καταλήγοντας, τελικά, στην απόρριψη, κατ' ουσίαν της ένδικης αγωγής αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης.
Η άποψη δε της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αυτών αποδεικτικών εγγράφων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.
Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.
και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ισχυριζόμενη ότι "...δεν προσέδωσε στα ημερολόγια του έργου την αποδεικτική δύναμη που είχαν εκ του νόμου κρίνοντας...".
Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι απαράδεκτος α) προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν σωρευτικά α) το συγκεκριμένο, κατά την ταυτότητά του, αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου και γ) ο συγκεκριμένος πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης.
Και β) διότι η επικαλούμενη με αυτόν αιτίαση ότι από τα εν γένει αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.10.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2113/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ