Supreme Court dismisses appeal on personal detention claim, ruling evidence was fully considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision ordering personal detention. The appellant argued the lower court failed to consider a specific prior acquittal verdict, but the court found the record clearly showed this document was reviewed and weighed alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's evaluation of evidence remained within its discretionary bounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the record proves the evidence was duly examined and the lower court's assessment of its probative value falls within the scope of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1072/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Σουμάκη που ανακάλεσε την από 18/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 768/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/7/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 768/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 146.000 ευρώ, νομιμοτόκως, απαγγέλοντας σε βάρος του προσωπική κράτηση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1047 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Το δε άρθρο 11 του Ν 2462/1997 ορίζει ότι κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 του Ν 2462/1997 και 1047 του ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Όπως προκύπτει από το σύνολο των προσκομιζομένων εγγράφων οι εναγόμενοι όχι μόνον δεν απέδωσαν τα χρησιδανεισθέντα κινητά πράγματα στην κυρία αυτών ενάγουσα, αλλά αντίθετα συνέχισαν να τα χρησιμοποιούν για πολλά έτη, προκειμένου να εξυπηρετούν την δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα, ουσιαστικά με έξοδα της ενάγουσας και παρά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων που τελεσίδικα αποφάνθηκαν για την υποχρέωσή τους να καταβάλουν αποζημίωση στην ενάγουσα, δεν κατέβαλαν το χρηματικό ποσό που της όφειλαν.
Οι εναγόμενοι ασκούν με επιτυχία επιχειρηματικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, ο πρώτος δε (Η. Κ.) φέρεται να είναι συγκύριος ακριβών ακινήτων και να διάγει πολυτελή βίο. Η μη συμμόρφωση των εναγομένων με τις εκδοθείσες σε βάρος τους αποφάσεις οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην άρνησή τους να καταβάλουν ό,τι οφείλουν.
Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα- λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, αφού το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το ύψος της απαιτήσεως της ενάγουσας, τη βαρύτητα και τις συνέπειες των πράξεων των εναγομένων, τον βαθμό της υπαιτιότητας των τελευταίων και τις εν γένει περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η αδικοπρακτική τους συμπεριφορά, κρίνει ότι πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών στον καθένα ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απαιτήσεως της ενάγουσας σε βάρος τους".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν 2462/1997, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 αριθμ.1 ΚΠολΔ, που ήταν εφαρμοστέα και την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό αυτής της διατάξεως και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι δεν απέδωσε τα χρησιδανεισθέντα κινητά πράγματα στην κυρία αυτών αναιρεσίβλητη, αλλά συνέχισε να τα χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση της δικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας, παρά την έκδοση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων που τον υποχρέωσαν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την αξία των παρακρατηθέντων πραγμάτων της.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ1226/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο αναιρεσείων ασκεί με επιτυχία επιχειρηματικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, φέρεται δε να είναι συγκύριος ακριβών ακινήτων και να διάγει πολυτελή βίο" ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τις ρητές ή συναγόμενες ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πέραν του ότι, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου προς στήριξη του πορίσματος αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού ,που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας(ΑΠ516/2016).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 612/2019, ΑΠ 600/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προσκομισθέν μετ' επικλήσεως υπ'αριθμ.117/2002 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο αναιρεσείων κρίθηκε αθώος της κατηγορίας απάτης και υπεξαιρέσεως των χρησιδανεισθέντων κινητών πραγμάτων της αναιρεσίβλητης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τις ρητές ή συναγόμενες ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το ως άνω βούλευμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθμ.1, 191 αριθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.768/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ