Supreme Court allows appeal against first-instance decision for unequal treatment of employees in public printing units.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding unequal treatment of employees in public printing units. The First Instance Court had granted the claim based on a violation of the principle of equality, but the Supreme Court found the reasoning insufficient as it failed to compare the specific qualifications and work quality of the appellants with those of the National Printing Office staff. Consequently, the appeal was accepted, the first-instance judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before the same court with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1b) of the Constitution; The principle of equality before the law requires that employees in similar public service units with identical printing duties must possess equivalent qualifications and perform work of comparable quality and quantity to justify equal treatment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1065 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (Ε.Μ.Π.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Κασομένου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δικ. που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Μ. Σ. του Μ., 2)Α. Χ. του Δ., και 3)Η. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νασιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δικ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 995/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον με την με ειδικό αριθμό κατάθεσης 42017/25-5-2017 (και γενικό αριθμό κατάθεσης 27109/2017) αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1475/2018, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος βεβαίωση από την Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί της μη ασκήσεως εφέσεως κατά της υπ αριθμ. 995/2013 αποφάσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14/12/2018 κλήση του καλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται αφ' ενός ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, τα οποία χρήζουν συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως, και αφ' ετέρου ότι κατά την επαναλαμβανομένη συζήτηση η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, επί πολυμελών δικαστηρίων, από την ιδία σύνθεση δικαστών, εκτός εάν τούτο είναι ανέφικτο ένεκα λόγων φυσικών ή νομικών, η συνδρομή των οποίων πρέπει να καταφάσκεται, άλλως, υφίσταται κακή σύνθεση του δικαστηρίου (ΑΠ 755/2012, 834/2010).
Συνεπώς, παραδεκτώς δια της από 14ης Δεκεμβρίου 2018 κλήσεως του αναιρεσείοντος επαναφέρεται προς εκδίκαση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 995/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1475/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου, δια της οποίας διετάχθη η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος βεβαίωση της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως εφέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σημειουμένου ότι ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης, ο οποίος υπήρξε μέλος της συνθέσεως του Τμήματος, υπό την οποία εξεδόθη η προαναφερομένη απόφαση περί επαναλήψεως της συζητήσεως, νομίμως αντικατεστάθη κατά την ενεστώσα, επαναληφθείσα συζήτηση από την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, καθ' όσον δεν τυγχάνει πλέον μέλος του Τμήματος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητος καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι η τελεσιδικία της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής.
Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.
Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εάν παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, χωρίς να ασκηθεί έφεση, ή χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση ή από το δικαίωμα της εφέσεως. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριών ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, και ισχύει ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 η εν λόγω προθεσμία έχει δια του άρθρου τρίτου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 μειωθεί σε διετή (ΟλΑΠ 10/2018). Το αυτό ισχύει και ως προς την προθεσμία της αναιρέσεως, η οποία, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, είναι τριών ετών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 είναι διετής (άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, ΟλΑΠ 10/2018).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 29ης Δεκεμβρίου 2011 αγωγή περί καταβολής επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, επί της οποίας εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 995/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με ημερομηνία δημοσιεύσεως 18-6-2013, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία έχει τελεσιδικήσει, αφού κατ' αυτής, όπως προκύπτει από το επισυναφθέν στην δικογραφία υπ' αρ. 1563/5 Νοεμβρίου 2018 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατετέθη στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 25η Μαΐου 2017. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ωρισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση.
Αφ' ετέρου, με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 Ν.Δ. 89/1974, κατά την οποία, "Εις το προσωπικόν του Εθνικού Τυπογραφείου παρέχονται, λόγω των ανθυγιεινών συνθηκών υφ' ας τούτο εργάζεται, επιδόματα επί του βασικού μηνιαίου μισθού του, ως κάτωθι: 1. Διά τους εργαζομένους εις τα χυτήρια εν γένει, εις τας στοιχοτυπικάς μηχανάς, εις το μηχανουργείον και εις τα κυλινδρικά πιεστήρια, ως και εις τους Διευθυντήν, Εργοστασιάρχην και Εργοδηγούς εις 20%. 2.
Διά τους εργαζομένους εις την στοιχειοθεσίαν, εις τα πλήκτρα της στοιχειοτυπίας (μονοτυπίας), εις τα πιεστήρια, εις τας διπλωτικάς μηχανάς, εις το ξυλουργείον, εις τας μεταφοράς τυπογραφικών υλικών και εις τας υπηρεσίας ρυθμίσεως, παραλαβής και παραδόσεως των εκτυπωτικών εργασιών εις 15%. 3. Εις το λοιπόν διοικητικόν προσωπικόν, εις το υπηρεσιακόν προσωπικόν ως και λοιπούς βοηθούς τεχνίτας, εις 10%", παρεσχέθη το πρώτον στο προσωπικό του Εθνικού Τυπογραφείου επίδομα ανθυγιεινών συνθηκών, το οποίο διετηρήθη εν συνεχεία με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Α α' και 2 παρ. 1 Π.Δ. 904/1978 (ΦΕΚ Α' 114), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 5 παρ. 2 Ν. 754/1978, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Εκ των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος καταβαλλομένων εις δημοσίους υπαλλήλους εν γένει, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως και υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ.
επιδομάτων, των αναφερομένων εις την διάταξιν της περιπτ.
ΙΙΙ της παραγρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 754/1978, διατηρούνται τα κάτωθι: Α) Πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.: α. Επικινδύνου και ανθυγιεινής εργασίας" και "Το επίδομα επικινδύνου και ανθυγιεινής εργασίας υπολογιζόμενον εις ποσοστόν επί του εκάστοτε βασικού μηνιαίου μισθού: α) του 4ου βαθμού της κλίμακος της διοικητικής ιεραρχίας δια τους από του 5ου βαθμού και άνω δικαιούχους, και β) του 8ου βαθμού της κλίμακος της διοικητικής ιεραρχίας δια τους από του 6ου βαθμού και κάτω, παρέχεται εις τους απασχολουμένους εις τας κάτωθι εργασίας καθ' Υπουργείον: 1.
Υπουργείον Προεδρίας Κυβερνήσεως: α (...). β. Εθνικόν Τυπογραφείον: αα) Ποσοστόν 20% εις τους εργαζομένους εις τα χυτήρια εν γένει, τας στοιχοτυπικάς μηχανάς, εις το μηχανουργείον και εις τα κυλινδρικά πιεστήρια, ως και εις τον Διευθυντήν, Εργοστασιάρχην και Εργοδηγούς. ββ) Ποσοστόν 15% εις τους εργαζομένους εις την στοιχειοθεσίαν, εις τα πλήκτρα της στοιχειοτυπίας (μονοτυπίας), εις τα πιεστήρια, εις τας διπλωτικάς μηχανάς, εις το ξυλουργείον, εις τας μεταφοράς τυπογραφικών υλικών και εις τας υπηρεσίας ρυθμίσεως, παραβάσεως των εκτυπωτικών εργασιών.
γγ) Ποσοστόν 10% εις το λοιπόν προσωπικόν", με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1195/1981, κατά την οποία, "Το υπό του άρθρου 2 του Προεδρικού Διατάγματος 904/1978 προβλεπόμενον επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ορίζεται εις ποσοστόν 20% δια τους απασχολουμένους εις την Υπηρεσίαν Παραγωγής και Διεύθυνσιν ΜΗΕ και τους Διευθυντάς και εις 15% δια πάντας τους λοιπούς", με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1, 2 εδ.
α' Ν. 1505/1984, κατά την οποία, "Τα επιδόματα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π.Δ. 904/1978 (ΦΕΚ 217), του άρθρου 2 Ν. 1160/1981 (ΦΕΚ 147) ή άλλες που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στο ποσό που είχαν διαμορφωθεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού", με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 περ.
α' Ν. 2470/1997, κατά την οποία, "Διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, πέρα από τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο άρθρο, και τα εξής επιδόματα και παροχές: α. Επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας του π.δ/τος 904/1978", με την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3205/2003, κατά την οποία, "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα:
Α... 11. Ειδικών συνθηκών εργασίας, στο οποίο ενοποιούνται τα επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας, τα οποία διατηρήθηκαν με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και αναπροσαρμόστηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α), της περίπτωσης ε' της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και νόμου, καθώς και της παραγράφου 10 του άρθρου 80 του Ν. 3057/2002 (ΦΕΚ 239 Α) οριζόμενα ως εξής:
α. της κατηγορίας α', σε είκοσι δύο ευρώ (22 Ε). β. της κατηγορίας β', σε τριάντα πέντε ευρώ (35 Ε). γ. της κατηγορίας γ', σε πενήντα τρία ευρώ (53 Ε). δ. ποσά άνω των πενήντα τριών ευρώ (53 Ε) παραμένουν αμετάβλητα, στο ύψος που αυτά καταβάλλονται την 31.12.2003. (...)" και με την διάταξη της παραγρ. 4 εδ. β' του άρθρου μόνου της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως 2/16519/0022 (ΦΕΚ Β' 24-2-2012), εκδοθείσης δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 4024/2011, κατά την οποία, "Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ' σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. (...) 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: (...) β) Το προσωπικό της Υπηρεσίας Εκτύπωσης Εντύπων και Αξιών του Δημοσίου (Υ.Ε.Ε.Α.Δ.) και το προσωπικό του Εθνικού Τυπογραφείου που απασχολούνται αποκλειστικά με τυπογραφικές εργασίες, καθώς και το προσωπικό των Τμημάτων Φωτοστοιχειοθεσίας και Τυπογραφικής Διαμόρφωσης των Ηλεκτρονικών και Εντύπων Εκδόσεων και Εκτύπωσης και Βιβλιοδετικών Εργασιών της Διεύθυνσης Στατιστικής Πληροφόρησης και Εκδόσεων της πρώην Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΛΣΤΑΤ)", ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 εδ.
α' Ν. 1505/1984 και 8 Ν. 3205/2003 και του άρθρου μόνου παρ. 6 εδ. α' και β' της ως άνω Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως 2/16519/0022, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Τα επιδόματα της προηγούμενης παραγράφου παύουν να καταβάλλονται εφόσον και για όσο χρονικό διάστημα ο δικαιούχος δεν απασχολείται στο αντικείμενο ή στο χώρο που κατά τις οικείες διατάξεις δικαιολογούν την καταβολή τους, με εξαίρεση μόνο τις περιπτώσεις αποχής λόγω ασθένειας μέχρι τριών μηνών το χρόνο, λόγω άδειας κυήσεως και τοκετού και λόγω νόμιμης απαλλαγής του υπαλλήλου από τα καθήκοντά του για την άσκηση συνδικαλιστικών του υποχρεώσεων, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η απαλλαγή του αυτή", "(...) Β.1.
Τα επιδόματα των παραγράφων 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.
και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.)" και "Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.
Επίσης καταβάλλεται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.
και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικά παραστατικά στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.)", ωρίσθη, όπως προκύπτει από αυτές, ότι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας καταβάλλεται σε εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση υπό ειδικότητες και σε χώρους, οι οποίοι δικαιολογούν την καταβολή του.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α' 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ' Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Σπουδών, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 8 του ιδίου Π.Δ.
ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Σπουδών: "1. Η Διεύθυνση Σπουδών υποστηρίζει το εκπαιδευτικό έργο των Τμημάτων συντονίζοντας θέματα κοινού ενδιαφέροντος και αποτελεί το επιτελικό όργανο του Ιδρύματος σε θέματα Σπουδών. (...) Τέλος η Διεύθυνση Σπουδών περιλαμβάνει την εκδοτική και τυπογραφική δραστηριότητα του Ιδρύματος, συγκεντρώνοντας την ύλη για την εκτύπωση των διδακτικών βιβλίων και άλλων εκδόσεων του Ιδρύματος και στοχεύοντας στην συνολική ή μερική κάλυψη των εκτυπωτικών αναγκών του Ιδρύματος και συγκροτείται από τα τμήματα:
α) Προπτυχιακών Σπουδών β) Μεταπτυχιακών Σπουδών και 'Ερευνας γ) Εκδόσεων και Τυπογραφείου. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Σπουδών είναι: α... β... γ. Το Τμήμα Εκδόσεων και Τυπογραφείου: Φροντίζει για τη συλλογή των απαραιτήτων για την έκδοση συγγραμμάτων στοιχείων και μεριμνά για την έκδοση και αναπαραγωγή τους, καθώς και τη διανομή τους στους φοιτητές.
Μεριμνά για την εκτύπωση ενημερωτικών δελτίων, φυλλαδίων, οδηγών σπουδών, επετηρίδων κλπ. σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες του ιδρύματος. Παραλαμβάνει τα δικαιολογητικά για την πληρωμή των συγγραφικών δικαιωμάτων, εκδίδει τις σχετικές καταστάσεις και τις προωθεί για πληρωμή. Διενεργεί μειοδοτικό διαγωνισμό για την επιλογή εξωτερικών τυπογράφων, σε περίοδο αιχμής και φροντίζει για την ενταλματοποίηση των τιμολογίων τους από την Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών.
Εκτελεί όλες τις εκδοτικές εργασίες και φροντίζει για την συντήρηση, επισκευή και καλή λειτουργία των πάσης φύσεως μηχανημάτων που ευρίσκονται στο χώρο της". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει πλείονες λόγους και με την παραδοχή ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι λοιποί λόγοι, εκτός εάν υπάρχουν και άλλα προσβληθέντα κεφάλαια, τα οποία παραμένουν άθικτα, ή δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο εδέχθη τα εξής: "Με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α του νόμου αυτού, διατηρήθηκαν, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος του (1-1-1997), τα επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας των υπαγομένων στο νόμο αυτό υπαλλήλων, που μνημονεύονται ειδικά στις διατάξεις αυτές, καθώς και όσα προβλέπονταν από άλλες διατάξεις που ίσχυαν στις 31-12-1996.
Με τα δεδομένα όμως αυτά, με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α υποπερ. αα του ν. 2470/1997, οι υπάλληλοι ν.π.δ.δ., όπως το εναγόμενο, εξαιρούνται από την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος, γεγονός που συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των υπαλλήλων του Εθνικού Τυπογραφείου, για τους οποίους διατηρήθηκε το αντίστοιχο επίδομα, χωρίς στην ουσία να δικαιολογείται τέτοιου είδους διάκριση.
Επομένως η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα όσα κοινά συνομολογούνται ή λογίζονται συνομολογούμενα προκύπτουν τα ακόλουθα κατά την κρίση του Δικαστηρίου: οι ενάγοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο στα πλαίσια σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούν στο τελευταίο ο πρώτος από 20-12-2001, ο δεύτερος από 19-12-2001 και ο τρίτος από 22-5-2007 μέχρι σήμερα, με ειδικότητα, ο πρώτος Δ.Ε τυπογράφος στον Β βαθμό, ο δεύτερος Δ.Ε υπαλλήλων γραφείου στον Γ βαθμό και ο τρίτος Υ.Ε κλητήρων επιμελητών στον Α βαθμό.
Όλοι οι ενάγοντες απασχολούνται αποκλειστικά στην Τυπογραφική - Εκτυπωτική μονάδα του εναγομένου χειριζόμενοι εκτυπωτικές μηχανές, τα κυλινδρικά ταχυπιεστήρια offset και τις τυπογραφικές μηχανές εκτυπώνοντας όλα τα έγγραφα που αφορούν την λειτουργία του εναγομένου. Ως εκ τούτου δικαιούνται του ειδικού μηνιαίου επιδόματος του άρθρου 2 παρ.
β του ΠΔ 904/78. Δεδομένου ότι το μηνιαίο αυτό επίδομα ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί του μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου, οι ενάγοντες δικαιούνται για το επίδικο χρονικό διάστημα τα ακόλουθα ποσά έκαστος: (...)". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Ειρηνοδικείο εδέχθη ως παραβιάζουσα την συνταγματική αρχή της ισότητος έναντι του νόμου την μη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο λαμβάνουν οι υπάλληλοι του Εθνικού Τυπογραφείου, και στους υπαλλήλους των άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες διατηρούν εκτυπωτική μονάδα, με μόνη προϋπόθεση την αποκλειστική απασχόληση αυτών με εκτυπωτικές ή συναφείς προς αυτές εργασίες και επεδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι απασχολούνται στην εκτυπωτική μονάδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος την καταβολή του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011.
Μόνη όμως η αποκλειστική απασχόληση του υπαλλήλου στην εκτυπωτική μονάδα οιασδήποτε δημοσίας υπηρεσίας δεν θεμελιώνει παραβίαση της αρχής της ισότητος εις βάρος του υπαλλήλου αυτού, αλλά προσαπαιτείται κατά τα ανωτέρω να έχει ο εν λόγω υπάλληλος τα αυτά προσόντα και να παρέχει την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τους υπαλλήλους του Εθνικού Τυπογραφείου, περιστατικά, τα οποία δεν εδέχθη εν προκειμένω εν σχέσει με τους αναιρεσιβλήτους το Ειρηνοδικείο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει κατά τα ανωτέρω, εν όψει της αναιρετικής εμβελείας του εν λόγω δεκτού γενομένου λόγου, η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 995/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την αναιρεθείσα απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ