Legislator Case Law & Legislation
1057/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling due to inadmissible legal grounds and procedural errors.

Case Number 1057/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring judgment issued by the Single District Court. The appellant argued for a new trial based on incorrect income calculations and improper witness evaluation, but the court found these grounds inadmissible as they did not constitute substantive omissions of evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's security deposit was returned to the public treasury without awarding legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559, 564 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the omitted evidence was not proposed as a substantive fact capable of affecting the outcome, and that legal costs are not awarded in debt restructuring appeals under specific statutory provisions.

Keywords

AI generated
debt restructuring appeal inadmissible appeal grounds non-consideration of evidence income calculation error witness evaluation review legal costs waiver procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 741 of the Code of Civil Procedure
Article 769 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 § 5 § b of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 11 § g of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 § 6 § b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1057/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Θ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο - Ιωάννη Δεμερτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. ..10-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. ../10-2-2014 αίτηση της Β. Κ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 585/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-3-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 585/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1, 552, 553 παρ. 1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) στις 12-4-2021 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών, από τη δημοσίευσή της σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-1-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 που καταλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015 τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του , φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (πρβλ.

ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον.

Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ, 501/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 1221/2020, ΑΠ 1210/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΑΠ 20/2023).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 164/2021).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αναίρεσης των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε, και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 228/2020).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 238/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων) ηλικίας 52 ετών, είναι καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο των…, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, του ..., ηλικίας 19 ετών, και της…, ηλικίας 13 ετών.

Οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του, μετά από τις περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, ανέρχονται στο ποσό των (22.594,50€ : 12) = 1.882,86€ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος έτους 2018). Το έτος …. ο αιτών είχε εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο …….

και διετέλεσε Πρόεδρος των ΚΑΠΗ …… τα έτη …. και Πρόεδρος του Αθλητικού Οργανισμού του Δήμου ….τα έτη….. Για το λόγο αυτό κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εισέπραττε επιπλέον το ποσό των 800,00 - 900,00€ το μήνα. Η σύζυγός του ... ηλικίας 46 ετών, εργάζεται ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο της ….. και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των (8.307,70€ : 12) = 692,31€, κατά τα έτη 2012-2014 ήταν άνεργη.

Έτσι, το συνολικό καθαρό οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των (1.882,86 + 692,31) = 2.575,17€. Πιο αναλυτικά, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, το συνολικό καθαρό οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος είχε διαμορφωθεί κατ' έτος ως εξής:

Το έτος 2002 [(18.243,60 + 11.274,10) : 12] = 2.459,81€. Το έτος 2003 [(16.372,76 + 12.094,54) : 12] = 2.372,28€. Το έτος 2004 [(17.257,49 + 14.254,69) : 12] = 2.626,02€. Το έτος 2005 [(18.812,39 + 16.174,00) : 12] = 2.915,53€. Το έτος 2006 [(20.878,88 + 6.680,00) : 12] = 2.296,57€. Το έτος 2007 [(21.989,62 + 8.899,99 + 4.696,51) : 12] = 2.965,51€. Το έτος 2008 [(23.192,46 + 13.338,00 + 4.620,21) : 12] =3.429,22€. Το έτος 2009 [(36.107,95 + 1.432,56 + 13.433,03 +5.427,28 €:12]=4.700.07€.Το έτος 2010 [33.694.91+3.749,36+ 4.188,63):12]=3.469,41€.

Το έτος 2011 [(20.195,08+ 5.723,35+ 2.325,00:12]=2.353,62 €. Το έτος 2012 [(16.690,00+295,80+ 5.667,85) : 12] = 1.887,89€. Το έτος 2013 [(17.309,18 + 378,53) : 12]= 1.473,98. Το έτος 2014 [(17.474,86+2.112,14+ 392,67):12] = 1.664,97€. Το έτος 2015 [(19.033,24 +320,04 +7.660,70):12] = 2.251,17€. Το έτος 2016 [(24.561,84 +320,04 +7.633,18):12] = 2.709,59€. Το έτος 2017 [(22.873,84 + 7.863,64 + 39,99) : 12] = 2.564,79€. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών συνήψε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) τρεις δανειακές συμβάσεις, ποσού 27.800,00€, 12.225,28€ και 68.468,58€ αντίστοιχα.

Επίσης, ο αιτών συνήψε με το εκκαλούν Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) δύο συμβάσεις δανείων μικροεπισκευών στις 19-6-2006 και στις 18-5-2007, ποσού 10.000,00€ έκαστο. Κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (Φεβρουάριος 2014), το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο των δύο (2) δανείων που συνήψε ο αιτών με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ανερχόταν στο ποσό των 8.387,32€.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν υπήρχαν, αφού η οφειλόμενη μηνιαία δόση για την εξόφληση αμφοτέρων των δανείων που ανερχόταν στο ποσό των 224,70€, παρακρατούνταν από το μισθό του αιτούντος (όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. πρωτ. …έγγραφο του εκκαλούντος που προσκομίζει ο αιτών). Την ίδια στιγμή, το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο από τις υπ' αριθ. ...

συμβάσεις στεγαστικού δανείου που συνήψε ο αιτών με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ανερχόταν σε 28.155,04€, 12.342,82€ και 69.042,80€ αντίστοιχα. Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της τράπεζας και για τα τρία δάνεια ανερχόταν στο ποσό των 1.046,80€ και η οφειλόμενη μηνιαία δόση για την εξόφληση απάντων των δανείων ανερχόταν στο ποσό των 292,60€ (όπως εκθέτει ο ίδιος ο αιτών στην κρινόμενη αίτηση και δεν αμφισβήτησαν οι μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του).

Σημειωτέον ότι τις υπ' αριθ. ... συμβάσεις είχε συνυπογράψει η σύζυγος του αιτούντος ως συνοφειλέτρια. Η ίδια επιπλέον είχε συνάψει με την ίδια τράπεζα μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο της οποίας κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης περιοριζόταν στο ποσό των 580,52€, καθώς και την υπ' αριθ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο της οποίας την ίδια χρονική στιγμή ανερχόταν στο ποσό των 9.226,91. Οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της τράπεζας από την τελευταία αυτή σύμβαση ανέρχονταν στο ποσό των 57,20€ και η οφειλόμενη μηνιαία δόση για την εξόφλησή της ανερχόταν στο ποσό των 18,80€ (όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 9-10-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που αφορά τη Β.

Κ.).

Συνεπώς, το συνολικό χρηματικό ποσό που απαιτούνταν προκειμένου ο αιτών και η σύζυγός του να είναι συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις, έναντι τόσο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος όσο και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ανερχόταν σε (224,70 + 292,60 + 18,80) = 536,10€. Η κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του είναι ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου οικοδομής κείμενης επί της οδού ...

στην Αλεξανδρούπολη, εμβαδού 89,45 τ.μ. με τα παρακολουθήματα αυτής, ήτοι μία αποθήκη στο υπόγειο της ίδιας οικοδομής εμβαδού 12 τ.μ. και μία θέση στάθμευσης στην πυλωτή. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία ανήκει κατά κυριότητα στον αιτούντα και στη σύζυγό του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και η αντικειμενική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 53.608,30€.

Επίσης, ο αιτών και η σύζυγός του είναι συγκύριοι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός οικοπέδου έκτασης 157,69 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού της….., μετά μίας ημιδιωρόφου παλαιάς κατοικίας εμβαδού 144 τ.μ. μίας αποθήκης εμβαδού 15 τ.μ.και ενός WC, αντικειμενικής αξίας 25.053,86€, στην κατοικία αυτή διαμένουν οι γονείς του αιτούντος.

Ακόμη ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος ενός I.X.Ε. αυτοκινήτου τύπου SUV μάρκας ΡΕUGΕΟΤ μοντέλο 4007, επταθέσιου, 2.360 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 8-4-2008. Η εμπορική αξία του αυτοκίνητου αυτού υπερβαίνει το ποσό των 12.000,00€ και ο αιτών το έχει θέσει σε ακινησία με κατάθεση πινακίδων από 31-12-2014.

Το αυτοκίνητο αυτό ευχερώς θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί, δοθέντος άλλωστε ότι ο αιτών δεν έχει πλέον την οικονομική δυνατότητα να το συντηρεί και να καταβάλλει τα αναλογούντα τέλη κυκλοφορίας ύψους 880,00€ κατ' έτος, για τους λόγους που αναφέρονται παρακάτω. Η σύζυγος του αιτούντος είναι αποκλειστική κυρία ενός Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου μάρκας CΙΤΡΟΕΝ μοντέλο C2, 1.360 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 3-7-2007. Το αυτοκίνητο αυτό χρησιμοποιεί ο αιτών για τις μετακινήσεις από και προς την εργασία του και για κάθε άλλη οικογενειακή ανάγκη. Κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (Φεβρουάριος 2014) ο υιός του αιτούντος ήταν μαθητής Γυμνασίου και η κόρη αυτού μαθήτρια Δημοτικού.

Το ποσό που απαιτούνταν τότε για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση του αιτούντος και της οικογένειάς του, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, η εκπαίδευση των τέκνων, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, ανερχόταν σε 1.500,00€ μηνιαίως.

Μετά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (26-6-2018), και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του έτους 2019, ο υιός του αιτούντος εγγράφηκε στο Τμήμα Φυσικής του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος, το οποίο εδρεύει στην Καβάλα και η ελάχιστη διάρκεια φοίτησης σ' αυτό είναι οκτώ (8) εξάμηνα. Προκειμένου να παρακολουθεί συστηματικά τα μαθήματά του και να είναι συνεπής στις σπουδές του, ο υιός του αιτούντος δεν δύναται να εργάζεται ταυτόχρονα, ενώ είναι υποχρεωμένος να διαμένει τουλάχιστον τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας στην Καβάλα.

Έτσι, με τις δαπάνες μίσθωσης κατοικίας και διατροφής του θα επιβαρύνεται ο αιτών για τα επόμενα τέσσερα έτη. Ειδικότερα, για τη μίσθωση δωματίου στο ξενοδοχείο "…." ο υιός του αιτούντος καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 340,00€ (όπως αποδεικνύεται από το από 1-10-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης δωματίου). Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που απαιτείται πλέον για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση του αιτούντος και της οικογένειάς του, ανέρχεται σε 2.000,00€ το μήνα.

Συνεπώς, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι μέχρι και το έτος 2011 το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος επαρκούσε για την κάλυψη των ελάχιστων βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και για την καταβολή των ελάχιστων δόσεων για την εξόφληση των χρεών που είχαν αναλάβει ο ίδιος και η σύζυγός του. Τα επόμενα έτη, 2012, 2013 και 2014, όταν κατατέθηκε και η ένδικη αίτηση, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, ένεκα κυρίως της ανεργίας της συζύγου του αλλά και της μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, δεν επαρκούσε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και των δανειακών υποχρεώσεών του. Λαμβανομένου υπόψη ότι το παραπάνω χρονικό διάστημα οι ελάχιστες βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.500,00€ το μήνα, το ποσό που απέμενε για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων το έτος 2012 περιοριζόταν στο ποσό των (1.887,89- 1.500,00) = 387,89€. Το επόμενο έτος (2013) τα εισοδήματα του αιτούντος (1.473,98€) μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών, ενώ το έτος 2014 το ποσό που απέμενε για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων περιοριζόταν στο ποσό των (1.664,97 - 1.500,00) = 164,97€. Έτσι, κατά τη διάρκεια της τριετίας 2012-2014, δημιουργήθηκαν οι προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, συνολικού ποσού (1.046,80 + 57,20) = 1.104,00€.

Επίσης, ο αιτών όφειλε στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Αλεξανδρούπολης το ποσό των 181,75€ (όπως προκύπτει από τον από 5-9-2014 λογαριασμό της Δ.Ε.Υ.Α.Α.),ενώ στις 18-5-2015 προέβη σε ρύθμιση χρέους του προς το Ελληνικό Δημόσιο συνολικού ποσού 1.494,04€. Με βάση τα προσκομιζόμενα στοιχεία ρυθμίσεων από το ΤΑΧΙSnet, το παραπάνω χρέος ρυθμίστηκε σε 66 μηνιαίες δόσεις (καταβλητέες από 21-5-2015 έως 30-10-2020) ποσού 22,87€ η κάθε μία. Άλλα χρέη μέχρι την κατάθεση της αίτησης δεν αποδεικνύεται ότι είχε ο αιτών. Ωστόσο, τα επόμενα έτη, 2015, 2016, 2017 και 2018, όταν και συζητήθηκε η ένδικη αίτηση, δοθέντος ότι για την καταβολή των ελάχιστων δόσεων για την εξόφληση των χρεών που είχε αναλάβει ο αιτών και η σύζυγός του απαιτείται το ποσό των 536,10€ μηνιαίως, αποπληρώνοντας πλήρως τις δόσεις αυτές, το ποσό που απέμενε από το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους ήταν επαρκές για την κάλυψη των βασικών οικογενειακών τους αναγκών. Ειδικότερα, το έτος 2015 μετά την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων απέμενε το ποσό των (2.251,17 - 536,10) = 1.715,07€, το έτος 2016 το ποσό των (2.709,59 - 536,10) = 2.173,49€, το έτος 2017 το ποσό των (2.564,79 - 536,10) = 2.028,69€, και το έτος 2018 το ποσό των (2.575,17 - 536,10) = 2.039,07€.

Συνεπώς, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο αιτών δεν βρισκόταν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, όπως απαιτεί ο Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη. Περαιτέρω, αν ληφθεί υπόψη ότι το επόμενο από τη συζήτηση της αίτησης χρονικό διάστημα οι βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του αιτούντος αυξήθηκαν λόγω των σπουδών του μεγαλύτερου τέκνου του στην Καβάλα, και ανέρχονται πλέον στο ποσό των 2.000,00€ μηνιαίως, πάλι δεν αποδεικνύεται ότι τα προαναφερθέντα εισοδήματά τους δεν είναι επαρκή για τη διαβίωση της οικογένειάς τους και την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, συνυπολογιζομένης και της δόσης των 22,87€ για την εξόφληση του ρυθμισθέντος χρέους προς το Ελληνικό Δημόσιο [2.575,17 - (536,10 + 22,87)] = 2.016,20€.

Επομένως, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι μετά την πληρωμή των δόσεων για την εξόφληση των χρεών που ανέλαβε ο ίδιος και η σύζυγός του, το υπόλοιπο του οικογενειακού εισοδήματος επαρκεί για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογένειας του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την από 29-12-2013 με αριθ.

έκθεσης κατάθεσης 85/10-2-2014 αίτηση του εφεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι ο αιτών βρίσκεται σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και εν συνεχεία, αφού κράτησε και δίκασε την αίτηση απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 δεν έλαβε υπόψη την παρούσα κατάσταση ρευστότητάς του κατά την κατάθεση της αίτησής του, αλλά το πρότερο και μεταγενέστερο στάδιο της ρευστότητάς του είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ενώ το έτος 2014 το ποσό που απέμενε για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων περιοριζόταν στο ποσό των (1.664,97 - 1.500,00) = 164,97€, τα επόμενα έτη, 2015, 2016, 2017 και 2018, όταν και συζητήθηκε η ένδικη αίτηση, δοθέντος ότι για την καταβολή των ελάχιστων δόσεων για την εξόφληση των χρεών που είχε αναλάβει ο αιτών και η σύζυγός του απαιτείται το ποσό των 536,10€ μηνιαίως, αποπληρώνοντας πλήρως τις δόσεις αυτές, το ποσό που απέμενε από το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους ήταν επαρκές για την κάλυψη των βασικών οικογενειακών τους αναγκών.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο (που έλαβε χώρα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης στις 26 Ιουνίου 2018).

Περαιτέρω ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη ότι δεν αξιολόγησε σωστά και κατά την κοινή πείρα τις οικογενειακές του ανάγκες και προέβη σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό των εισοδημάτων του, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τα καθαρά εισοδήματά του μετά την παρακράτηση του φόρου, καθώς επίσης ότι το ποσό που ελάμβανε ως επίδομα ευθύνης ήταν προσωρινό για όσο χρονικό διάστημα ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή, ενώ δεν έλαβε υπόψη ότι η σύζυγός του ήταν πλέον άνεργη.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι πρωτίστως απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας. Στη συνέχεια, με τον αυτό λόγο ο αναιρεσείων παραπονείται για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με τα εισοδήματά του, τα οποία έβαιναν διαρκώς μειούμενα, ενώ ταυτόχρονα τα έξοδά του διαρκώς αυξάνονταν, λόγω των δαπανών στα οποία υποβάλλονταν για τις σπουδές του υιού του, ο οποίος αναγκαζόταν να διαμένει στην Καβάλα .

Η προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αιτών-αναιρεσείων δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν το διατακτικό του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 περ. α' Ν. 3869/2010, την οποία επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή. Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε 1) ότι κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο αιτών δεν βρισκόταν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, όπως απαιτεί ο Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, 2) αλλά και ότι, όταν το επόμενο από τη συζήτηση της αίτησης χρονικό διάστημα οι βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του αιτούντος αυξήθηκαν λόγω των σπουδών του μεγαλύτερου τέκνου του στην Καβάλα, και ανέρχονται πλέον στο ποσό των 2.000,00€ μηνιαίως, πάλι δεν αποδεικνύεται ότι τα προαναφερθέντα εισοδήματά του δεν ήταν επαρκή για τη διαβίωση της οικογένειάς του και την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, συνυπολογιζομένης και της δόσης των 22,87€ για την εξόφληση του ρυθμισθέντος χρέους προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ, 5 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (19-1-2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).

Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ, 5 περ. β` του ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α)δεν προέβη στην ορθή εκτίμηση των εισοδημάτων του (προέβη σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό) και 2) δεν αξιολόγησε προσηκόντως τη μαρτυρική κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου μάρτυρος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να θεμελιωθεί λόγος από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. β' του ΚΠολΔ, αλλά, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, λόγο δηλαδή από τον αριθμό 11 περ. γ` του 559 ΚΠολΔ, με περιεχόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, στους μη επιτρεπόμενους, κατ` άρθρο 560 του ΚΠολΔ, περιοριστικούς λόγους αναιρέσεως, στις υποθέσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 20/2023).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-3-2021 αίτηση του Θ. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ