Legislator Case Law & Legislation
558/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to raise statute of limitations objection at first instance.

Case Number 558/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a public legal entity against a final court decision. The appellant argued that the lower court failed to consider a statute of limitations objection regarding a second plaintiff's claims. The court ruled this argument inadmissible because the appellant did not formally raise this objection before the first-instance court, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument must have been raised before the court of first instance to be admissible, and failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations admissibility of appeal public legal entity procedural default Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 502 of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 6(2) of Law 3198/1955
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 17/2013
Supreme Court 790/2014
Supreme Court 1159/2011
Supreme Court 72/2016
Supreme Court 115/2004
Supreme Court 1617/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 558/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση πέντε νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μεταξύ των οποίων και το "Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Παιδιών με Αναπηρία Αττικής (Βούλα)" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Παιδιών Αθηνών"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Ροΐδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Κ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη μη διαδίκου Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2010 του ίδιου δικαστηρίου, 6089/2012 μη οριστική και 4084/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 737/2017).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Περαιτέρω ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραίτησης απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ.

β Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 104 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ., μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου (Α.Π. 54/2009). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 26-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 4084/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (εκ παραδρομής αναγραφόμενης στο αναιρετήριο ως 4084/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ερήμην του ιδίου.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 30-6-2014 και δεν προκύπτει επίδοσή της. Δεδομένου όμως ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται από το ερημοδικασθέν εκκαλούν, θεωρείται ότι το τελευταίο παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης εφόσον χορήγησε στην πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Ροΐδη την ειδική πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας ασκηθείσας αίτησης, δηλαδή ενέκρινε σιωπηρώς την άσκηση αυτής (βλ.

το …/19-12-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Δ.) και συνακόλουθα η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξ άλλου κατά το άρθρο 674 παρ. 2 εδ. β του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης για παραδοχή τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.

Α.Π. 16/1990). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4, 6 παρ. 2 και 7 παρ. 2 π.δ. 164/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 3 ν. 2190/1994 (πρώτος λόγος) και 7 παρ. 2 π.δ. 164/2004 (τέταρτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας διότι για τη θεμελίωσή τους αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, δεν αναφέρεται όμως με σαφήνεια και πληρότητα το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους ούτε παρατίθενται οι παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

Α.Π. 25/2003) και συνεπώς όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Α.Π. 511/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...αγνόησε τον ισχυρισμό μας ότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις, όπως προβάλλαμε και πρωτοδίκως, συνήφθησαν ως ορισμένου χρόνου στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος "Υγεία - Πρόνοια" και του Μέτρου "Σταδιακή επανένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κοινωνικο-οικονομική ζωή και προώθηση στην αυτόνομη διαβίωση", το οποίο είχε υποχρεωτική πενταετή διάρκεια.

Επρόκειτο δηλαδή για διαδοχικές προτάσεις των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για τη συνέχιση και ολοκλήρωση του παραπάνω μέτρου, όπως αναλυτικώς αναφέραμε με τις προτάσεις μας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούσαν ένσταση αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν κυρίως μεν να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο συνδέονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων αυτών από το εναγόμενο και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και επικουρικά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση κατά το άρθρο 7 παρ. 2 π.δ. 164/2004, άλλως ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους) και συνακόλουθα δεν συνιστούσαν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός ότι συμπληρώθηκε η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 280 Α.Κ., δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη, διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (σχετ. Α.Π. 806/2014, 31/2013).

Εξ άλλου τα περί της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ρυθμίζονται με το άρθρο 55 του π.δ. 410/1988 κατά τρόπο πλήρη, ώστε να μην απομένει έδαφος παραπομπής συμπληρωματικά στις διατάξεις του ν. 2112/1920 ή του ν. 3198/1955 (Α.Π. 790/2014, 1159/2011).

Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 72/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του (ένσταση) ότι οι ένδικες αξιώσεις του δευτέρου ενάγοντος έχουν υποπέσει στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 και ότι τον απέρριψε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του (πέρα από την αντιφατικότητα των δύο αυτών σκελών μεταξύ τους, η οποία έγκειται στο ότι με το πρώτο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός του δεν ελήφθη υπόψη και με το δεύτερο ότι απορρίφθηκε, και πέρα από το ότι κατά τα προεκτεθέντα η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 δεν έχει εφαρμογή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως το αναιρεσείον) προεχόντως διότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό (ένσταση) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τούτο δε δεν αναιρείται από το ότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός μπορούσε να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 22 ν. 3693/1957 περί μειωμένων εξόδων, δεδομένου ότι οι νομικές υπηρεσίες του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν διεξάγονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α.Π. 115/2004, 1617/1999).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 4084/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ