Legislator Case Law & Legislation
1048/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against municipal court awarding Christmas and Easter holiday pay to public employees.

Case Number 1048/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment that ordered a municipality to pay holiday bonuses to public employees. The municipality argued that the legal basis for these payments was repealed by a 2012 law, while the employees contended the original 2011 regulation remained valid. The court ruled that the 2012 law effectively nullified the 2011 provision, making the lower court's award of holiday pay unlawful and ordering the municipality to pay the disputed amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16 of Law 4024/2011 and Article 1 of Protocol 1 of the ECHR; The court held that the 2012 law repealed the 2011 regulation granting holiday bonuses, thereby rendering the lower court's award of such payments unlawful.

Keywords

AI generated
public holiday pay municipal liability statutory repeal public sector employees holiday bonuses administrative appeal legal validity

Cited Legislation

AI generated
Article 16 of Law 4024/2011
Article 1 of Protocol 1 of the ECHR
Law 4093/2012
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1048 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1048/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Αλληλεγγύης, Κοινωνικής Προστασίας και Παιδείας Δήμου Σκύδρας (Ε.Φ.Α.Κ.Π.Π. ΣΚΥΔΡΑΣ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτού το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σκύδρας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σκύδρα Ν.Πέλλας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κ. Κ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Χ. του Δ., 2) Π. Κ. του Χ., 3) Σ. Φ. του Ι., 4) Ε. Δ. του Θ.,5) Σ. Δ. του Χ. και 6) Ε. Σ. του Ε., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Τσιαϊλάνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθ. 236/20-11-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σκύδρας. Εκδόθηκαν η 244/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 433/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 575/2023, 1469/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 575/2023, 1469/2022, 77/2022, 899/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 29.5.2023 με αριθ. κατάθεσης 7/20.6.2023 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Αλληλεγγύης, Κοινωνικής Προστασίας και Παιδείας Δήμου Σκύδρας (Ε.Φ.Α.Κ.Π.Π. Σκύδρας)", ο οποίος καταργήθηκε αυτοδικαίως στις 31.12.2023, δυνάμει του άρθρου 27 του ν. 5056/2023 (Α 163) και στη θέση του υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΚΥΔΡΑΣ" και εκδόθηκε προς τούτο η υπ'αριθμ. 1844/4.1.2024 διαπιστωτική πράξη του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης περί αυτοδίκαιης κατάργησης του ως άνω ΝΠΔΔ (ΦΕΚ 60/4.1.2024 τεύχος Β), κατά των αναιρεσίβλητων στρέφεται τόσον κατά της με αριθ. 244/2019 απόφασης του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Ειρηνοδικείου Σκύδρας, όσο και κατά της με αριθ. 433/2022 απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των ως άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι με την υπ'αριθμ. 433/2022 απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 21.1.2022 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των εναγουσών -εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 244/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας και δικάζοντας την από 8.11.2018 αγωγή των εναγουσών δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται αυτοτελώς κατά της υπ'αριθμ. 244/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, εφόσον αυτή εξαφανίσθηκε με την ως άνω συμπροσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και επιπρόσθετα για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Εδέσσης του Δικαστηρίου δηλαδή που εξέδωσε τη δευτεροβάθμια απόφαση και δεν κατατέθηκε και στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, του Δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την, επίσης, προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση.

Κατά το μέρος, δε, που με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 433/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Εδέσσης στις 20.6.2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 7.12.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Επίσης, για το παραδεκτό της πρόσληψης της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Δήμου Σκύδρας, ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο: α) η υπ' αριθ. 40/13.2.2024 απόφαση της Δημοτικής του Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο ορισμός της δικηγόρου Κ.

Κ. και της παρασχέθηκε η εντολή να εκπροσωπήσει το Δήμο Σκύδρας, με την ως άνω ιδιότητά της κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και β) το υπ' αριθ. 10686/28.2.2024 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Σκύδρας Ε. Κ., δυνάμει του οποίου η Δήμαρχος του ως άνω ΟΤΑ, παρείχε με την ιδιότητά της αυτή, την πληρεξουσιότητα στην προαναφερόμενη δικηγόρο για την για την εκπροσώπηση του κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 49/2023, 77/2022).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ.1 και 106 παρ.1 του Συντάγματος συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 1280/2020, ΟλΣτΕ 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.

α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 3372/2015).

Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 ορίσθηκαν τα εξής : "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.

Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.

Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022).

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos J. P., σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022).

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7.5.2013, σκ. 39 και 48, ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022).

Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 1307/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία.

Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των Ο.Τ.Α.

και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021). Περαιτέρω, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που γίνεται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8.11.2018 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεταν ότι απασχολούνταν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και εν συνεχεία του άρθρου 16 του 4024/2011 το εναγόμενο τους κατέβαλε το ποσό των 500 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας και από 1.1.2013, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σταμάτησε να τους καταβάλει επιδόματα εορτών και αδείας.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενες ότι οι ως άνω διατάξεις, κατ' εφαρμογή των οποίων το εναγόμενο ΝΠΔΔ από 1.1.2013 σταμάτησε να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ.1του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 500 ευρώ, εορτής Πάσχα το ποσό των 250 ευρώ και αδείας το ποσό των 250 ευρώ για τα έτη 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το Ειρηνοδικείο Σκύδρας, που δίκασε την υπόθεση ερήμην του εναγομένου ΝΠΔΔ, με τη με αριθμό 244/2019 απόφασή του, απέρριψε το αγωγικό αίτημα επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας του έτους 2016 λόγω παραγραφής και κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστη ενάγουσα για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2017 και 2018 το ποσό των 2.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τα εναγόμενο άσκησε την από 21.1.2022 έφεσή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 433/2022 απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, κατ'άρθρο 528 του ΚΠολΔ, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας την από 8.11.2018 αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστη ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "....Οι ενάγουσες είναι εργαζόμενες του εναγομένου, συνδεδεμένες με αυτό με ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξαρχής αμείβονταν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, που ρύθμιζαν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου, οι δε πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές τους δεν υπερέβαιναν το ποσό των 3.000 ευρώ (.....).

Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της διάταξης της διάταξης υποπαραγράφου Γ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που αυτές ελάμβαναν. Με την επίμαχη, όμως, διάταξη επιχειρήθηκε νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή των αποδοχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ειδικότερα δε, θεσπίζεται πλέον, με αυτήν, κατάργηση - και όχι απλώς περαιτέρω μείωση - ενός διακριτού τμήματος των καταβαλλόμενων συνολικών ετήσιων αποδοχών, το οποίο παγίως, με διαδοχικούς νόμους, εχορηγείτο στο σύνολο των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως ειδικότητας και φορέα.

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο νομοθέτης δεν εδικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμήσει, κατά πρώτον, την προσφορότητα του μέτρου αυτού, ενόψει και της διαπίστωσής του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε (μειώσεις μισθών και συντάξεων) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις.

Όφειλε δε, περαιτέρω, ο νομοθέτης, αποφαινόμενος τεκμηριωμένα και για την αναγκαιότητα του ίδιου ως άνω μέτρου, να εξετάσει την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό της δημοσιονομικής προσαρμογής. Όμως ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012 ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτόν Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 ούτε τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τη θέσπιση της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας των εν γένει υπαλλήλων του Δημοσίου ελήφθησαν υπόψη, πέραν του καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, τα ανωτέρω στοιχεία.

Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι επελθούσες με το νόμο αυτόν συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.

Τυχόν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση της επίμαχης περικοπής, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της Χώρας, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.

Εξάλλου, η συνταγματικότητα του καταργητικού αυτού μέτρου δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενομένης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η διάταξη αυτή τυγχάνει ανεφάρμοστη, ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και τις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, καθόσον στερεί το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης από τους χαμηλόμισθους μισθωτούς.

Ως εκ τούτου, για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως, του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας.

Άλλωστε, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην όμως, η δυνατότητα αυτή έχει ως όρια την καθιερωμένη από το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κατ' άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος.

Όμως, η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, οι οποίες έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερομένων νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνουν σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και ως εκ τούτου η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη, ιδίως για όσους υπηρετούν στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες (....).

Επιπλέον, οι εν λόγω ρυθμίσεις αντίκεινται στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, καθόσον δεν πλήττουν, κατ' αποτέλεσμα, στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους αφετέρου, με αποτέλεσμα οι μεν υψηλόμισθοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι χαμηλόμισθοι όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, οδηγούνται στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους.

Επίσης, συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον με τις επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 πλήττονται γεννημένα δικαιώματα, που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδαφίου 1 του άρθρου 1 αυτού, δεδομένου ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των περικοπτόμενων - καταργούμενων επιδομάτων (εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας), προβλέπονταν από τους Νόμους 3205/2003 και 287/1976.

Για τον λόγο αυτό, η εν λόγω αφαίρεσή τους, συνιστά την κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της.

Ενόψει αυτού, η εν λόγω περικοπή αποδοχών δεν συνιστά απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, καθόσον, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται, ελλείπει η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επίμαχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα οποία είχαν καλόπιστα προβλέψει οι θιγόμενοι, ως προς το είδος, το ύψος και την διάρκεια των επιβαλλόμενων περικοπών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αλλά και στη κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 εδ.

δ' του Συντάγματος αρχή. Με το εν λόγω νομοθέτημα, παραβιάζεται επιπλέον και το από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος και ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απορρέον δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, στο βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν συναρτούν την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού αποδοχών, διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως.

Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει ταυτόχρονα και προσβολή του δικαιώματος εργασίας κατά το άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 4 § 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η προσβολή του δικαιώματος επέρχεται ήδη σε αφηρημένο επίπεδο, καθότι στις επίμαχες ρυθμίσεις για περικοπές αποδοχών δεν προσδιορίζεται ένα ελάχιστο ποσό αποδοχών, που να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, το οποίο να εξαιρείται των περικοπών.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλέσθηκε το εναγόμενο, προς δικαιολόγηση της συνταγματικότητας της επίμαχης περικοπής του Ν. 4093/2012, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της Χώρας, δεν αρκούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το επίμαχο καταργητικό μέτρο ψηφίσθηκε όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της (.....). Περαιτέρω, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι, σύμφωνα και με τα παραπάνω αναφερόμενα, η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών (....).

Εξάλλου, η συνταγματικότητα του καταργητικού αυτού μέτρου δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενομένης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και απορριπτομένων όλων των αιτιάσεων του εναγομένου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο καλείται σε δεύτερο βαθμό να αποφανθεί για την αγωγική αξίωση των εφεσίβλητων, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, όπως οι εφεσίβλητοι, αντίκειται στα άρθρα 25 παρ.1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και συνακόλουθα υποχρεούται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσας να μη τον εφαρμόσει κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος (....).

Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορριπτομένων των αγωγικών κονδυλίων που αντιστοιχούν στα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και στο επίδομα αδείας του έτους 2016, επειδή έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άράρου 140 παρ. 3 Ν. 4270/2014 και κατόπιν αυτών, πρέπει το εναγόμενο να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, επιμεριζομένου στα ποσά των α) 500 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2017 και 2018, β. 1.000 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2017 και 2018 και γ. 500 ευρώ, για επίδομα αδείας 2017 και 2018......".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με το να κρίνει ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και ότι οι ενάγουσες, ως υπάλληλοι του εναγομένου ΝΠΔΔ, δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2017-2018, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν 4024/2011, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011.

Κατόπιν τούτου ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας εκδόθηκε επί έφεσης κατά της υπ'αριθμ. 244/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σκύδρας) πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.

Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 244/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας κατά το μέρος που δέχθηκε την από 8.11.2018 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει για έκαστη ενάγουσα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων, εορτής Πάσχα και αδείας των ετών 2017-2018 το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, κατά παραδοχή κατ'ουσία του δεύτερου λόγου της από 21.1.2022 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που αναφέρεται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή των εναγουσών κατά το ως άνω μέρος ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα εν γένει δικαστικά έξοδα του Δήμου Σκύδρας ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2) της παρούσας αναιρετικής δίκης και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας , μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1467/2022, 77/2022), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 433/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, δικάσαντος ως Εφετείου . Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 21.1.2022 με αριθμ. καταθ. 1/24.1.2022 έφεση.

Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.

Εξαφανίζει την με αριθμ. 244/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8.11.2018 με αριθ. κατ. 236/2018 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σκύδρας", ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος, της παρούσας αναιρετικής δίκης και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ