Supreme Court dismisses appeal regarding civil court's duty to wait for pending criminal proceedings to conclude.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final appellate court decision that denied a stay of proceedings pending the conclusion of a related criminal case. The appellant argued that the civil court should have suspended the trial until the criminal proceedings ended to ensure consistency in the outcome. The court ruled that such stays are within the trial court's discretion and are not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 2 KPolD; The appellate court lacks jurisdiction to review a trial court's discretionary decision to stay civil proceedings pending the conclusion of related criminal proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Φ.Σ.
Αριθμός 1047/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ξενικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ. του Μ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Βλάχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/12/2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3729/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2581/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/10/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2581/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατάληξη της ακόλουθης κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Μετά την συζήτηση της από 30-7-2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Λ. του Μ., με την οποίαν ιστορούσε ότι εξαιτίας της επιδειχθείσης εις βάρος του αναλυτικώς περιγραφομένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Κ. του Α., υπέστη σωματική βλάβη και ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει ως αποζημίωση αλλά και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναλυτικώς αναφερόμενα σ' αυτήν (την αγωγή) επί μέρους χρηματικά ποσά, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3729/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω ασκηθείσα αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσόν των 18.512,45 € νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 3729/2017 πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Λ. η από 7-2-2018 έφεση και από τον ήδη αναιρεσείοντα Ι. Κ. η από 19-3-2018 έφεση. Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2581/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποίαν, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αναφερόμενες δύο αντίθετες εφέσεις, τις έκανε τυπικώς δεκτές ως προς τους εν λόγω διαδίκους και ακολούθως, αφού δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσίβλητο Κ.
Λ., έφεση, εξαφάνισε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2581/2020 πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω ασκηθείσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ι. Κ. να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό χρηματικό ποσόν των 26.512,45 € νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων Ι.
Κ..
Η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015), δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1349/2018).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ. εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013).
Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με τον νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Άλλωστε ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1740/2012).
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Άν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 1602/2008, 1597/2008). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ οι ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από τον συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.
Ως προς τις περιεχόμενες όμως σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1843/2013).
Εξάλλου κατά το άρθρο 5 του Ν. 3418/2005 που τιτλοφορείται "Ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις", "1. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτες ιατρούς. Σε κάθε περίπτωση, τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά και οι εκδιδόμενες γνωματεύσεις αφορούν αποκλειστικά στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού. 2. Ο ιατρός οφείλει, όταν συντάσσει πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, να αναφέρει το σκοπό για τον οποίο προορίζονται, καθώς και το όνομα του λήπτη του πιστοποιητικού. 3.
Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις εκδίδονται μετά από προηγούμενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή κατ` εξαίρεση, τρίτου προσώπου που έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόμο. Ειδικά τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν στην παρούσα κατάσταση του ασθενούς προϋποθέτουν την προηγούμενη εξέταση του ασθενούς.
Η έκδοση αναληθών ιατρικών πιστοποιητικών συνιστά πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ιδιώτες ιατροί που εκδίδουν ιατρικά πιστοποιητικά ή μετέχουν σε επιτροπές που τα εκδίδουν, θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια που έχει ο όρος στον Ποινικό Κώδικα. 4. Τα πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή ιατρικές γνωματεύσεις παραδίδονται σε αυτόν που παραδεκτά το ζήτησε ή σε τρίτο πρόσωπο, που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τον αιτούντα".
Στην προκειμένη περίπτωση με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2581/2020 απόφαση του προαναφερθέντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, επί λέξει τα ακόλουθα: "...Περί τα μέσα της άνοιξης του 2012, ο ενάγων, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Α.
Λ., το γένος Μ. Κ., επισκέφθηκε στο ιατρείο του τον εναγόμενο - τον οποίο του σύστησε ως καλό ιατρό ο υιός του Μ. Λ. - ο οποίος είναι ορθοπεδικός χειρουργός με εξειδίκευση στα προβλήματα της σπονδυλικής στήλης, για να του εκθέσει τα προβλήματα υγείας του και συγκεκριμένα κάποια πολύ δυσάρεστα ενοχλήματα που άρχισαν να του εμφανίζονται περί τις αρχές του έτους 2011 στους μηρούς, στα γόνατα και στις κνήμες των ποδιών του (πόνοι και έντονο αίσθημα καύσου), προκειμένου να τον συμβουλεύσει τι πρέπει να γίνει για να απαλλαγεί από τα προβλήματα αυτά.
Ο εναγόμενος, αφού του ζήτησε να κάνει πρώτα μια μαγνητική τομογραφία στη σπονδυλική στήλη, στο δεύτερο ραντεβού τους και αφού την είδε, του γνωστοποίησε ότι έχει πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη (συγκεκριμένα στένωση οσφυϊκού σωλήνα οσφυϊκής μοίρας και τρημάτων 03/04 άμφω) και του είπε ότι το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται χειρουργικά με μια επέμβαση η οποία ονομάζεται πεταλεκτομή, την οποία ο ίδιος μπορούσε και αναλάμβανε να διενεργήσει, λόγω της εμπειρίας του και της εξειδίκευσης που είχε [σημειωτέον ότι, στο ιατρείο του, είχε φυλλάδιο υπό τον τίτλο "…..
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ", στο οποίο αναφερόταν για τον εναγόμενο, ως χειρουργό αυτού του δικτύου, ότι "Έχει εκπαιδευτεί και εξειδικευτεί στη χειρουργική της σπονδυλικής στήλης επί σειρά ετών στη Βρετανία Νοσοκομείο …. της Οξφόρδης. Η πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία περιλαμβάνει τη θέση του κλινικού Λέκτορα Ορθοπαιδικής Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του … και έχει ειδικευτεί στην Ορθοπαιδική χειρουργική στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Η κλινική του σταδιοδρομία περιλαμβάνει τη θέση του ειδικευμένου Επιμελητή (Specialist Registrar) σε όλα τα μεγάλα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία της Δυτικής Αγγλίας (…..και ... Έχει πτυχίο Μάστερ (MSc, Πανεπιστήμιο Bristol), Χειρουργικής (F.R.C.S. Βασιλικό Κολλέγιο Χειρουργών του Εδιμβούργου και της Γλασκώβης) και ορθοπαιδικής (F.E.B.O.T.
European Board of Orthopaedics and Trauma) και FRCS (Orth) Intercollegiate Board χειρουργικών Κολλεγίων Λονδίνου, Εδιμβούργου, Γλασκώβης και Δουβλίνου"], συμπληρώνοντας ότι πρόκειται για επέμβαση ρουτίνας, μικρής διάρκειας (20 λεπτών περίπου), η οποία θα τον απάλλασσε σε ποσοστό 90% - 95% από τα προβλήματά του, ενώ τον διαβεβαίωσε ότι η προχωρημένη ηλικία του (έχει γεννηθεί το έτος 1930) δεν συνιστά αρνητικό παράγοντα για τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης που του πρότεινε, αφού είχε διενεργήσει τέτοιου είδους χειρουργικές επεμβάσεις και σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας από αυτόν, τα οποία είχαν άριστα αποτελέσματα.
Επειδή ο ενάγων δίσταζε να υποβληθεί σε τέτοια επέμβαση στη σπονδυλική στήλη - εν όψει του ότι, με προτροπή του ορθοπεδικού Θ. Π. [ο οποίος τον είχε εγχειρίσει στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ για ολική αρθροπλαστική δεξιού ισχύου το έτος 1995 και τον οποίο επισκέφθηκε στις αρχές του 2011 για τα προαναφερόμενα ενοχλήματα, που τον οδήγησαν μεταγενέστερα - το έτος 2012 - σε επίσκεψη στο ιατρείο του εναγομένου και ο οποίος (Θ.
Π.) του είπε ότι η αρθροπλαστική του δεν είχε κανένα πρόβλημα και του συνέστησε να επισκεφθεί νευροχειρουργό ορθοπεδικό προς εξέταση της σπονδυλικής του στήλης], είχε επισκεφθεί, τότε (2011), μαζί με την σύζυγό του, δύο Ορθοπεδικούς - Νευροχειρούργους Ιατρούς στο ΝΙΜΤΣ, εξειδικευμένους σε θέματα που άπτονται της σπονδυλικής στήλης, οι οποίοι του είχαν εξηγήσει ότι πρόκειται για χειρουργική επέμβαση επώδυνη (αφού έπρεπε να τοποθετηθούν καρφιά στη σπονδυλική του στήλη) και πάρα πολύ σοβαρή και πολύωρη, γεγονός που θα μπορούσε να αποβεί και σε βάρος της ίδιας του της ζωής, εξαιτίας της ηλικίας του, δηλαδή του είχαν εκθέσει αντίθετα δεδομένα ως προς την εγχείριση σε σχέση με αυτά που του εξέθεσε ο εναγόμενος ως προς τη βαρύτητα και τη διάρκειά της, που εκείνη τη στιγμή, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν μπορούσε να αξιολογήσει, ως μη γνωρίζων τη χειρουργική μέθοδο κάθε ιατρού, παρά μόνο προβληματισμό του προκαλούσαν, όπως σε κάθε μέσο συνετό άνθρωπο, ρώτησε τον εναγόμενο εάν θα μπορούσε να υπάρξει κάποια συντηρητική θεραπεία που θα βελτίωνε τα συμπτώματα που είχε και αυτός του απάντησε ότι θα μπορούσε να του κάνει μια ένεση κορτιζόνης στο συγκεκριμένο σημείο της σπονδυλικής του στήλης, η οποία ένεση θα μπορούσε να τον ανακουφίσει για διάστημα ενός μηνός ή τριών μηνών ή έξι μηνών ή και καθόλου.
Ο ενάγων, αποφάσισε, τότε, να κάνει, κατ' αρχήν, την ένεση κορτιζόνης για να δει τα αποτελέσματα, όπως και συνέβη, στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ" τον Αύγουστο του 2012, οπότε ο εναγόμενος του συνέστησε να παραμείνει λίγες ημέρες κλινήρης στην οικία του, προκειμένου να έχει καλύτερο αποτέλεσμα από τη δράση της κορτιζόνης.
Παρότι, όμως, παρέμεινε κλινήρης, δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα η αγωγή αυτή, αφού μετά από λίγο επανήλθαν οι πόνοι και το αίσθημα καύσου στους μηρούς, στα γόνατά του και στις κνήμες των ποδιών του. Επειδή, λοιπόν, τα παραπάνω προβλήματα συνέχισαν να τον ταλαιπωρούν σοβαρά, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2012, μη αντέχοντας άλλο τους πόνους, μετά από συνεννόηση που είχε με τον εναγόμενο, αποφασίστηκε να υποβληθεί στην προαναφερόμενη χειρουργική επέμβαση, όπως - και υπό τα, ως ανωτέρω, δεδομένα - που του είχε υποδείξει αυτός (πεταλεκτομή 03-04 οσφυϊκών σπονδύλων) - για τη διενέργεια της οποίας, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να καταβάλει ο ενάγων στον εναγόμενο το ποσό των 3.000 ευρώ, εκ των οποίων 2.150 ευρώ ήταν η δική του αμοιβή και το υπόλοιπο ποσό των 850 ευρώ για αμοιβή του βοηθού του και του αναισθησιολόγου - και στην οποία υποβλήθηκε (με διάρκεια περίπου 21/2 ωρών) αυτός (ενάγων), από τον εναγόμενο - ιατρό ορθοπεδικό χειρουργό και την ομάδα του, στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ", στο Μαρούσι Αττικής, στις 6.11.2012.
Μετά τη διενέργεια της εν λόγω επεμβάσεως, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο δωμάτιό του, τον εξέτασε και στη συνέχεια τον σήκωσε και περπάτησαν μαζί για λίγη ώρα στο διάδρομο του ορόφου, του είπε δε ότι, μετά από 7 με 8 μήνες, θα βαδίζει τέλεια. Τον εξέτασε δε και στις 12.11.2012, οπότε έκανε αλλαγή του τραύματος που είχε υποστεί από τη χειρουργική επέμβαση και, επίσης, δοκίμασε πάλι τη βάδισή του.
Στη συνέχεια, ωστόσο, δεδομένου ότι ο ενάγων υπέφερε από έντονους σωματικούς πόνους στη μέση και κάτω από αυτή, στους μηρούς και τα γόνατα αυτού, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να σταθεί όρθιος και να βαδίσει έστω σε μικρή απόσταση, η σύζυγός του επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο, στον οποίο εξέθεσε την κατάσταση του συζύγου της και ότι για να ανακουφιστεί ελάμβανε αναλγητικά, οπότε ο εναγόμενος συνέστησε να κάνει ο ενάγων υπομονή μέχρι να περάσει και ζεστάνει ο καιρός, οπότε θα βελτιωνόταν η κατάστασή του.
Επειδή, όμως, με την πάροδο του χρόνου αντί βελτιώσεως ο ενάγων διαπίστωνε επιδείνωση των προαναφερόμενων πόνων και της αίσθησης καύσου, αφ' ενός μεν, αγόρασε μία πατερίτσα και στη συνέχεια δεύτερη για να κάνει μικρούς περιπάτους σε κοντινή απόσταση περίπου 100 μέτρων, μαζί με την επιστροφή, το πολύ από την οικία του (σε καφενείο της περιοχής), αφ' ετέρου δε, επειδή δεν άντεχε τους πόνους αυτού, επικοινώνησαν, εκ νέου, και αυτός και η σύζυγός του, το μήνα Απρίλιο του έτους 2013, με τον εναγόμενο, ο οποίος συνέστησε να υποβληθεί ο ενάγων σε μαγνητική τομογραφία οσφυϊεράς μοίρας σπονδυλικής στήλης και υποκείμενων νευρικών σχηματικών οσφυϊκής και ιεράς, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι πόνοι που αντιμετώπιζε σχετίζονταν με την παραπάνω χειρουργική επέμβαση ή με οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα της σπονδυλικής στήλης και να του την πάει να την επισκοπήσει, όπως και έγινε.
Στις 30.4.2013, κατόπιν επισκόπησης της μαγνητικής τομογραφίας, που του προσκόμισε ο ενάγων στο ιατρείο του, αλλά και κλινικής εξέτασης του εν λόγω ασθενούς, ο εναγόμενος είπε σε αυτόν ότι, κατά τη γνώμη του, τα συμπτώματα που εμφάνιζε δεν οφείλονταν σε σπονδυλική στένωση ή τυχόν άλλο πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη και, για το λόγο αυτό, του υπέδειξε να υποβληθεί σε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις, ήτοι συγκεκριμένα σε ακτινογραφία λεκάνης και κατ' ισχίον αρθρώσεων δεξιού ισχίου PROFIL, ακτινογραφία λεκάνης και κατ' ισχίον αρθρώσεων FACE, ακτινογραφία της κατά γόνυ αρθρώσεως (αριστερό γόνατο), ακτινογραφία της κατά γόνυ αρθρώσεως (δεξί γόνατο), ακτινογραφία αμφότερων των κατά γόνυ αρθρώσεων επί της αυτής πλακός FACE συγκριτική, συνιστώντας του συγχρόνως να υποβληθεί σε αρθροπλαστική στο ισχίο, το οποίο ο ενάγων αμφισβητούσε διότι, αφ' ενός μεν, δεν του είχε ειπωθεί τίποτα περί προβλήματος στην αρθροπλαστική, για την οποία είχε πληροφορήσει τον εναγόμενο πριν τη διενέργεια της ιατρικής επεμβάσεως της πεταλεκτομής (βλ.
άλλωστε και το σχετικό προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα από 6/11/ 2012 έντυπο, του νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ, "ιστορικό του ασθενούς", επ' ονόματι του ενάγοντος και με εμφαινόμενη ημερομηνία υπεράνω του αναγραφόμενου "…..", το οποίο συνετάγη, εν όψει της υπό ιδία ημερομηνία διενέργειας της επεμβάσεως πεταλεκτομής, και στο οποίο αναγράφεται η ως άνω προηγούμενη επέμβαση στη πίσω σελίδα του) και η οποία αξιολογήθηκε αναμφίβολα, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, πριν τη διενέργεια της χειρουργικής αποφάσεως από τον εναγόμενο, αφ' ετέρου δε, ο ενάγων γνώριζε τους πόνους που συναρτώντο με την ολική αρθροπλαστική δεξιού ισχίου (στην οποία, μάλιστα, είχε υποβληθεί προ ετών - το έτος 1995) και δεν είχαν σχέση με αυτούς που ένιωθε από τις αρχές του 2011 (άλλωστε - κατά ανωτέρω γενόμενα δεκτά - ο χειρουργήσας αυτόν το 1995 ιατρός Θ.
Π. τον είχε διαβεβαιώσει, αρχές του 2011, ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα η ως άνω αρθροπλαστική). Ο εναγόμενος ιατρός, όμως, διατύπωσε εκ νέου προφορικά την ως άνω ιατρική του γνώμη (περί ανάγκης υποβολής του ενάγοντος σε νέα επέμβαση αρθροπλαστικής στο δεξί ισχίο), τόσο στον υιό του ασθενούς, Μ. Λ., που επισκέφθηκε αυτόν στο ιατρείο του, για περαιτέρω διευκρινίσεις, όσο και στον ίδιο τον ενάγοντα και τη σύζυγό του, σε μεταγενέστερη επίσκεψή τους στο ιατρείο αυτού.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πράγματι υποβλήθηκε στις παραπάνω αναφερόμενες εξετάσεις που του υποδείχθηκαν από τον εναγόμενο ιατρό, στις 30.4.2013, για τις οποίες οι διαγνώσεις ήταν οι ακόλουθες: "Ελέγχεται οστεοπενία των απεικονιζόμενων οστικών δομών. Εικόνα αρθροπλαστικής στην δεξιά κατ' ισχίον άρθρωση.
Σκλήρυνση της κοτύλης ελέγχεται στην αριστερή άρθρωση του ισχίου και παρουσία μικρών επιχειλίων οστεοφύτων σε αυτήν. Απο-τιτανώσεις μηριαίων αγγείων. Συνιστάται κλινική συναξιολόγηση" (βλ. από 1/5/2013 ιατρική γνωμάτευση, ακτινογραφίας λεκάνης - ισχίων F δεξιού ισχίου Ρ, του διαγνωστικού εργαστηρίου "κοσμοϊατρική) και "Ελέγχονται αλλοιώσεις εκφυλιστικής οστεοαρθροπάθειας με ήπια οστεοπενία των απεικονιζόμενων οστικών δομών.
Στη δεξιά κατά γόνυ άρθρωση συγκριτικά με την αριστερή ελέγχεται ελάττωση του εύρους της έσω επιφάνειας του μεσαρθρίου διαστήματος της κνημομηριαίας άρθρωσης. Συνιστάται κλινική συναξιολόγηση" (βλ. από 1/5/2013 ιατρική γνωμάτευση, ακτινογραφίας γονάτων άμφω F/P, του διαγνωστικού εργαστηρίου "κοσμοϊατρική).
Από τις ανωτέρω εξετάσεις, συνάγεται μεν ότι ο ενάγων είχε την εικόνα οστεοπενίας των απεικονιζόμενων οστικών δομών, αλλά στην αρθροπλαστική της δεξιάς κατ' ισχίον άρθρωσης δεν υπήρχε διάγνωση για κάποιο περαιτέρω πρόβλημα, πλην της αναφοράς ότι υπήρχε τέτοια (αρθροπλαστική). Μετά τη διενέργεια των παραπάνω εξετάσεων, ο ενάγων απευθύνθηκε τηλεφωνικώς πάλι στον ενάγοντα, ζητώντας του να τον ανακουφίσει από τα συμπτώματα τα οποία επιδεινώθηκαν μετά τη χειρουργική επέμβαση στην οποία τον υπέβαλε, καθόσον ήταν γνώστης του χειρουργημένου από αυτόν τμήματος της σπονδυλικής του στήλης και του όλου ιστορικού σε σχέση με την πάθησή του στη σπονδυλική στήλη.
Ο εναγόμενος του έκλεισε ραντεβού στις 11-7-2013 και ο ενάγων τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του μαζί με τη σύζυγό του. Στη συζήτηση που έκαναν ο ενάγων και η σύζυγός του, αφού του εξέθεσαν πάλι το πρόβλημα, έθεσαν για πρώτη φορά ζήτημα, μήπως κάτι δεν πήγε καλά σε σχέση με τη διενεργηθείσα από αυτόν ιατρική επέμβαση, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση αυτού, ο οποίος τους είπε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον ανακουφίσει από τους πόνους κλπ και τους έδειξε την έξοδο του ιατρείου.
Την ίδια γνώμη διατύπωσε ο εναγόμενος και στον υιό του ενάγοντος Μ. Λ., ο οποίος τον επισκέφθηκε, επίσης, στο ιατρείο του, στις 8-10-2013, για να ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του πατέρα του. Μετά τα ανωτέρω, ο ενάγων για αρκετό χρονικό διάστημα δεν απευθύνθηκε πάλι στον εναγόμενο, λαμβάνοντας χάπια MESULID, για να ανακουφίζεται επ' ολίγον, και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, για να βοηθηθεί, έκανε στην κατοικία του δέκα (10) συνεδρίες φυσικοθεραπείας με την Φυσιοθεραπεύτρια Α.
Π., αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στις 28-1-2014 επισκέφθηκε μαζί με την σύζυγό του τον Νευροχειρουργό Ορθοπεδικό Ιατρό Ν. Μ. ("Ν. Μ. Ετερρόρυθμη Ιατρική Εταιρία - Ιατρικές Υπηρεσίες Ειδικότητας Ορθοπαιδικής"), ο οποίος του είπε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι σε επέμβαση που έχει πραγματοποιηθεί από άλλον ιατρό. Εν όψει του ότι η ταλαιπωρία του από τους πόνους κλπ συνεχιζόταν, τον μήνα Μάρτιο του 2014 ζήτησε, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το ιατρείο του εναγομένου, από τη γραμματέα και σύζυγό του (εναγομένου) να του κλείσει ένα ραντεβού με αυτόν, ως διενεργήσαντα τη χειρουργική επέμβαση και αρμόδιο για τη μετεγχειρητική παρακολούθηση της υγείας του, για να τον δει, προκειμένου να τον βοηθήσει να ανακουφιστεί από τους πόνους.
Στην αντίδρασή της, που ήταν "τι τον θέλετε το γιατρό; Τον έχετε δει", επειδή της απάντησε ότι πρέπει να τον δει οπωσδήποτε ο γιατρός, αυτή του είπε να περιμένει και αφού μίλησε με τον εναγόμενο του απάντησε ότι ο γιατρός θα λείψει στο εξωτερικό για δύο εβδομάδες και ότι όταν θα επέστρεφε θα του έκλειναν ραντεβού το συντομότερο δυνατό.
Επειδή, από το ιατρείο του εναγομένου δεν υπήρξε επικοινωνία με τον ενάγοντα, όταν παρήλθε το παραπάνω χρονικό διάστημα, μετά από κάποιες ημέρες άρχισε να τηλεφωνεί ο ενάγων καθημερινά στο ιατρείο του, από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού του και το κινητό της συζύγου του, για να του κλείσει ραντεβού, πλην όμως το τηλέφωνο του ιατρείου δεν το σήκωνε κανείς.
Επειδή υποψιάστηκε ότι τον απέφευγε ο εναγόμενος, επιχείρησε να τηλεφωνήσει από κινητό τηλέφωνο τρίτου - φιλικού του- προσώπου, οπότε άκουσε την κλήση να απαντάται από τη γραμματέα - σύζυγο του εναγομένου. Τότε ο ενάγων, αυτοβούλως και χωρίς να ενημερώσει τη σύζυγο του, αποφάσισε να επισκεφθεί, δίχως προγραμματισμένο ραντεβού, τον εναγόμενο στο ιδιωτικό του ιατρείο, καθώς, από το μήνα Μάρτιο του 2014, αδυνατούσε, όπως προαναφέρεται, να έλθει σε τηλεφωνική, έστω, επαφή μαζί του.
Στις 10.6.2014, λοιπόν, περί ώρα 19:00, συνοδευόμενος από το γνωστό του, Π. Σ., ο ενάγων επισκέφθηκε το ιατρείο του εναγομένου, προκειμένου να εκθέσει εκ νέου το παραπάνω πρόβλημα υγείας. Όταν εισήλθε στο χώρο υποδοχής του ιατρείου, δίχως πρόγραμματισμένο ραντεβού, η γραμματέας - σύζυγος του ιατρού, ενημέρωσε τον τελευταίο για την παρουσία του ενάγοντος, στη συνέχεια δε, ο εναγόμενος, εξήλθε από το εξεταστήριό του και ζήτησε από τον ενάγοντα να αποχωρήσει, καθώς δεν είχε προγραμματισμένο ραντεβού και ο ίδιος αδυνατούσε να του παρέχει κάποια περαιτέρω συντηρητική λύση στο πρόβλημά του, δεδομένου ότι, όπως του είχε εκθέσει επανειλημμένως, έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αναθεώρησης της αρθροπλαστικής του δεξιού ισχίου.
Εντούτοις, ο ενάγων παρέμεινε, μαζί με το συνοδό του, στο σαλόνι του ιατρείου του εναγομένου, όπου περίμεναν και έτεροι ασθενείς αυτού, δίχως να αποχωρήσει. Ακολούθως, όταν ο εναγόμενος, βγήκε εκ νέου από το εξεταστήριό του, διαπιστώνοντας ότι ο ενάγων εξακολουθούσε να περιμένει, προκειμένου να τον εξετάσει, κάλεσε αυτόν πάλι να αποχωρήσει και να προγραμματίσει τηλεφωνικά κάποιο ραντεβού, καθώς αδυνατούσε να τον εξετάσει τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, ενώ τον ενημέρωσε ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα καλούσε την αστυνομία, ο δε ενάγων του ζήτησε έστω εκείνη τη στιγμή να του έκλεινε για άλλη ημέρα ραντεβού, το οποίο ο ιατρός δεν δεχόταν.
Μετά ταύτα ο ενάγων επέμενε να παραμένει στο χώρο του ιατρείου του εναγομένου, οπότε, όταν ο τελευταίος εξήλθε πάλι από το εξεταστήριό του, δημιουργήθηκε έντονη αναστάτωση, καθώς ο πρώτος διαμαρτυρόταν με έντονο ύφος, ενώπιον και έτερων παρευρισκομένων - ασθενών που ανέμεναν να εξετασθούν από τον εναγόμενο, αξιώνοντας να εξετασθεί, σε κάθε περίπτωση, από τον ιατρό και αρνούμενος να αποχωρήσει.
Στο πλαίσιο της ως άνω αντιπαράθεσης και συναισθηματικής φόρτισης μεταξύ των διαδίκων, ενώ ο ενάγων βρισκόταν όρθιος, στηριζόμενος στις πατερίτσες αυτού, ο εναγόμενος άρχισε να τον απωθεί προς τα πίσω, με τα χέρια του αριστερά και δεξιά από τον λαιμό του προς τους ώμους και με τις άκρες των παπουτσιών του τις άκρες των παπουτσιών του ενάγοντος, προς την έξοδο του ιατρείου του, οπότε και ανοίγοντας τη θύρα αυτού, τον έσπρωξε προς τα έξω, με αποτέλεσμα να προκληθεί απώλεια της ισορροπίας του ενάγοντος και πτώση αυτού, ανάσκελα - αλλά χωρίς αυτός να χτυπήσει το κεφάλι του, διότι άφησε τις πατερίτσες (και η μία, μάλιστα, τον χτύπησε, εξ αυτού του λόγου, στο πρόσωπο) αντανακλαστικά, προκειμένου να το πιάσει (κεφάλι) από πίσω, ώστε να το προφυλάξει - στο πλατύσκαλο του ορόφου του ιατρείου του.
Αδυνατώντας ο ενάγων να επανέλθει σε όρθια θέση και υποφέροντας από έντονους σωματικούς πόνους, συνεπεία, πλέον, της ως άνω πτώσης αυτού, φωνασκούσε προς τον ιατρό, λέγοντας ότι "τον σκότωσε", ενώ ο εναγόμενος, μετά ταύτα, υποστηρίζοντας ότι ο ενάγων προσποιείται, καλούσε αυτόν να σηκωθεί - σπρώχνοντας ταυτόχρονα το πόδι του με το δικό του - και να αποχωρήσει.
Δεδομένου, ωστόσο, ότι εξακολουθούσε ο ενάγων να βρίσκεται πεσμένος ανάσκελα στο χώρο εκτός του ιατρείου, ο εναγόμενος - και παρά το ότι γνώριζε ως ορθοπεδικός ότι, λόγω της παλιάς αρθροπλαστικής, σε περίπτωση πτώσης, ο ασθενής πρέπει να μείνει ακίνητος μέχρι να τον σηκώσουν με φορείο οι τραυματιοφορείς ασθενοφόρου - σήκωσε αυτόν, με τη βοήθεια του συνοδού του, και - περπατώντάς τον - τον οδήγησε να καθίσει σε μία καρέκλα εντός του ιατρείου του.
Στη συνέχεια, όταν, περί ώρα 21.10, προσήλθε η αστυνομία, την οποία κάλεσε ο εναγόμενος (ο οποίος, με την έφεση και τις προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι η κλήση της έγινε πριν το τελευταίο περιστατικό και γι' αυτό ο ενάγων, όταν του το είπε, έφυγε βεβιασμένα από το ιατρείο του και λόγω αιφνίδιας περιστροφικής κίνησης έπεσε μόνος του και γι' αυτό υπέστη σπειροειδές κάταγμα, ενώ ο ενάγων, με τα δικά του αντίστοιχα δικόγραφα, και ο μάρτυρας - συνοδός του, που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προσδιορίζουν, την πτώση του ενάγοντος, περί ώρα 20.30 ο ενάγων, με την έφεσή του - βλ.
σελίδα 44 αυτής - και ο μάρτυρας ώρα "οχτώμισι εννιά παρά", με την ένορκη κατάθεσή του - βλ. πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης), ο ιατρός δήλωσε, στα αστυνομικά όργανα, ότι ο ενάγων δημιουργούσε πρόβλημα στην εύρυθμη λειτουργία του ιατρείου αυτού με φωνασκίες, καθώς επιθυμούσε να εξετασθεί χωρίς ραντεβού, δίχως να υπάρχει, ωστόσο, δυνατότητα προς τούτο, ο δε ενάγων ότι ο ιατρός τον έσπρωξε και τον έριξε στο πάτωμα, στην προσπάθειά του να τον βγάλει εκτός του ιατρείου (βλ.
σχετικά ακριβές αντίγραφο του από 16.6.2014 αποσπάσματος ημερησίου δελτίου οχήματος, του με αριθμό ΕΑ - 23364 της 10ης.6.2014, που νομίμως προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα, όπου ώρα 21.00 αναφέρεται κλήση για το επεισόδιο, καθώς και το από 16.12. 2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής, με αριθμ. πρωτ. 1020/2/14232-α', που προσκομίζει ο εναγόμενος, στο οποίο ώρα κλήσης για το επεισόδιο στο Κέντρο Άμεσης Δράσης - "100" - φέρεται η 20.55).
Από την εκτίμηση των ανωτέρω, συνάγεται, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι, παρά την απειλή του εναγομένου από νωρίτερα πως θα καλούσε την Αστυνομία αν δεν αποχωρούσε ο ενάγων, η κλήση αυτή έγινε περί ώρα 20.55, μετά το επεισόδιο που οδήγησε στην πτώση του ενάγοντος, το οποίο είχε γίνει λίγο μετά τις 20.30.
Ακολούθως δε, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης από το συνοδό του ενάγοντος, κατέφθασε στο χώρο του ιατρείου, περί ώρα 23:20, ενώ είχε ήδη αποχωρήσει ο εναγόμενος και παρέμενε εκεί η σύζυγος - γραμματέας αυτού, ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, με το οποίο ο τραυματισθείς ενάγων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ΚΑΤ, προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες.
Εν τω μεταξύ - και ενώ έσπευδαν ειδοποιηθείσες από τον Π. Σ. (συνοδό του ενάγοντος) η μητέρα και η θυγατέρα του ενάγοντος προς το ιατρείο - ο επίσης ειδοποιηθείς υιός του Μ. Λ. τηλεφώνησε στον εναγόμενο για να μάθει τι συνέβη και αυτός του είπε ότι τον απώθησε σιγά - σιγά έξω από το ιατρείο και όταν τον έβγαλε από την πόρτα ο πατέρας του έχασε την ισορροπία του και έπεσε, ενώ, προς το τέλος της επικοινωνίας τους (και αφού πρώτα παραπονέθηκε προς τον εναγόμενο, γιατί μετά την πτώση δεν του έδινε οτιδήποτε για να ουρήσει, όπως είχε ανάγκη, και αυτός είχε πει στο συνοδό του να πάει απέναντι στο ΥΓΕΙΑ να φέρει καροτσάκι για να τον πάει να του δώσουν εκεί πάπια για να ουρήσει), ο εναγόμενος του είπε ότι έχει μιλήσει με τον δικηγόρο του και ...
να λογικέψει τον πατέρα του, να μην πάρουν έκταση τα πράγματα και "να σταματήσει το θέμα εδώ" (βλ. ένορκη βεβαίωση Μ. Λ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά την έκτακτη είσοδο του ενάγοντος στη ΣΤ' Ορθοπεδική Κλινική του εν λόγω Νοσοκομείου, στις 11.6.2014, περί ώρα 00.39, διαπιστώθηκε, από τον ακτινολογικό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε, η ύπαρξη περιπροθετικού κατάγματος δεξιού μηριαίου οστού, σε έδαφος παλαιάς ολικής αρθροπλαστικής συστοίχου ισχίου (βλ.
σχετικά τη με αριθμό 3218/10.7.2014 ιατρική γνωμάτευση του Α. Κ., διευθυντή ιατρού του ….Γ.Ν.Α. "ΚΑΤ", σε συνδυασμό με το από 13.6.2014 εξιτήριο ασθενούς, που εκδόθηκε από το ίδιο ως άνω Τμήμα). Παρά δε τον προγραμματισμό χειρουργικής επέμβασης του κατάγματός του, ο ενάγων εξήλθε από το εν λόγω Νοσοκομείο στις 13.6.2014, με δική του βούληση και ευθύνη, προκειμένου να υποβληθεί σε άμεση χειρουργική επέμβαση, στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ", από τον ιατρό Α.
Τ.. Εν τω μεταξύ, στις 11.6.2014, είχε υποβληθεί, μέσω του Α.Τ. Κηφισιάς, έγκληση του ενάγοντος κατά του εναγομένου, για την προκληθείσα στον πρώτο, ως άνω, σωματική βλάβη από τον δεύτερο, στο χώρο του ιατρείου αυτού, όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο, μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα, ακριβές αντίγραφο του από 11.6.2014 αποσπάσματος του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ.
Αμαρουσίου. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι, από τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο που διενεργήθηκε στον παθόντα, στο ως άνω ιδιωτικό Νοσοκομείο (ΥΓΕΙΑ), διαπιστώθηκε "εικόνα ολικής αρθροπλαστικής δεξιάς κατ' ισχίον άρθρωσης, ενώ, αντίστοιχα με την κορυφή του ενδομυελικού μεταλλικού στελέχους, αναδεικνύεται κάταγμα στη μεσότητα της διάφυσης του δεξιού μηριαίου" (βλ.
σχετική έγγραφη γνωμάτευση του Διευθυντή ιατρού του ….. Τμήματος του εν λόγω Νοσοκομείου). Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 8.7.2014 ιατρική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του ενάγοντος, ορθοπεδικού χειρουργού, Α. Τ., ο ενάγων εισήχθη στο νοσοκομείο "….." με περιπροθετικό κάταγμα επί εδάφους χαλάρωσης αρθροπλαστικής δεξιού ισχίου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αναθεώρησης της αρθροπλαστικής δεξιού ισχίου, στις 14.6.2014.
Σύμφωνα με την ίδια βεβαίωση, διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιπροθετικού σπειροειδούς κατάγματος επί εδάφους οστεόλυσης, έγινε δε αφαίρεση του χαλαρού παλαιού στυλεού και κατόπιν αφαίρεση του μανδύα τσιμέντου με χρήση υπερήχου (Biomet), ενώ αμέσως μετά έγινε ανάταξη του κατάγματος και οστεοσύνθεση αυτού με σύρματα.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνάγεται αδιαστίκτως αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι οι ως άνω σωματικές βλάβες του ενάγοντος οφείλονται στην πτώση του, στο πλατύσκαλο που βρίσκεται μετά την έξοδο του ιατρείου του ενάγοντος, η οποία οφειλόταν στη βίαιη εξώθησή του από το χώρο του ιατρείου του εναγομένου από αυτόν, όπως άλλωστε με σαφήνεια ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει το Δικαστήριο, καθώς, αφ' ενός μεν, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του συμβάντος της 10ης.6.2014 και, αφ' ετέρου, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη συγγενικής σχέσης ή σχέσης εξαρτήσεως αυτού, πέραν της φιλικής, αυτού με τον ενάγοντα, ούτε οιουδήποτε συμφέροντος αυτού από την έκβαση της δίκης, ενώ - αντιθέτως - οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου (της γραμματέως και συζύγου του και του Μ.
Χ.) δεν κρίνονται πειστικές για την αιτία πτώσης του ενάγοντος, αφού προς την έξοδο του ιατρείου βάδιζαν, με τον τρόπο που προαναφέρεται, ο ενάγων οπισθοχωρώντας και μπροστά από αυτόν ο εναγόμενος απωθώντάς τον σιγά-σιγά και τους ακολουθούσε ο συνοδός του ενάγοντος, οπότε δεν μπορούσαν να έχουν ακριβή θέα του συμβάντος της πτώσεως του ενάγοντος, δεδομένου ότι εμποδιζόταν αυτή από τα σώματα (του εναγομένου και του συνοδού του ενάγοντος), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου σχετικών λόγων εφέσεως του εναγομένου.
Ο ίδιος ως άνω μάρτυρας του ενάγοντος, επιβεβαιώνει ότι ο τελευταίος ουδόλως κατέρρευσε μόνος του στο έδαφος - αφού, άλλωστε, κατά τη χρονική στιγμή, που έλαβε χώρα η ως ανωτέρω κρινόμενη ως παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, υποβασταζόταν από πατερίτσες - ενώ όσα αντίθετα επικαλείται ο εναγόμενος, αναφορικά με το σπειροειδές κάταγμα που υπέστη ο ενάγων, ήτοι, συγκεκριμένα, ότι αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε προϋπάρχουσα οστεόλυση της αρθροπλαστικής του δεξιού ισχίου και ότι, ουσιαστικά, το συγκεκριμένο κάταγμα προηγήθηκε της κατάρρευσης αυτού στο δάπεδο, λόγω αιφνίδιας περιστροφής του σώματός του όταν άκουσε ότι έχει κληθεί η Αστυνομία, κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα, εν όψει του ότι, πέραν των ανωτέρω κριθέντων, ακόμη και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε μια τέτοια αιφνίδια περιστροφική κίνηση, με εφαρμογή μεγάλης δύναμης και σταθερά τα πόδια, είναι δυνατή από άνθρωπο της ηλικίας του ενάγοντος (84 ετών, τότε) και, μάλιστα, υποβασταζόμενο με πατερίτσες, ενώ - αντιθέτως - η πτώση ενός ηλικιωμένου ανθρώπου με οστεοπενία, ο οποίος έχει ολική αρθροπλαστική στο ισχίο, μπορεί να προκαλέσει κάταγμα και καταστροφή της αρθροπλαστικής.
Εξάλλου και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο πλαίσιο της ιατρικής του ιδιότητας, ως ορθοπεδικού χειρουργού, επιβεβαίωσε, εν τέλει, ότι το σπειροειδές κάταγμα, το οποίο προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, στροφή του σώματος του παθόντος, δεν οφείλεται, οπωσδήποτε, αυτοτελώς στον ίδιο, αλλά δύναται να προκληθεί και στο πλαίσιο ώθησής του από τρίτο πρόσωπο.
Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και το γεγονός ότι ο εναγόμενος, με τη βοήθεια του συνοδού του ενάγοντος, τον σήκωσε και "τον περπάτησε" μερικά μέτρα, ενώ αυτό αντενδείκνυται σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αρθροπλαστική ισχίου, όπως είχε πει στον ενάγοντα ο ιατρός που του είχε κάνει την αρθροπλαστική (βλ.
ένορκη βεβαίωση Α. συζ. Κ. Λ.), μπορεί να επιδεινώσει την εικόνα, από τη φόρτιση, ενός κατάγματος στη διάφυση (δηλαδή στο μέσο του, μεταξύ άνω και κάτω άκρου του) του μηριαίου οστού, πολλώ δε μάλλον, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε άνθρωπο μεγάλης ηλικίας με οστεοπενία και υποβληθέντα προηγουμένως σε αρθροπλαστική, η οποία από την πτώση μπορεί να χαλαρώσει και να χρειάζεται αναθεώρηση.
Επιπρόσθετα, τόσο στο από 13.6. 2014 πόρισμα του διευθυντή ακτινοδιαγνωστικού τμήματος του ιδιωτικού νοσοκομείου "….", όσο και στη με αριθμό πρωτοκόλλου 3218/10.7.2014 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή του … ορθοπεδικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "…", αναφέρεται ότι από τον ακτινολογικό έλεγχο του παθόντος προέκυψε το ως άνω κάταγμα του δεξιού μηριαίου, καθώς και η εικόνα ολικής αρθροπλαστικής της δεξιάς κατ' ισχίον άρθρωσης, δίχως, ωστόσο, να γίνεται σε αυτά οιαδήποτε μνεία περί οστεολύσεως (χαλάρωσης) του συγκεκριμένου μηριαίου οστού του ασθενούς, παρά μόνο μεταγενέστερα στα ιατρικά πιστοποιητικά του νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ.
Κατά συνέπεια, για τους προαναφερόμενους λόγους και επειδή, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, σε συνδυασμό με (όπου παραπάνω αναφέρονται) τα διδάγματα της κοινής πείρας, για τα ανωτέρω ζητήματα το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, κρίνεται δε ότι δεν ανατρέπονται αυτά από την επικαλούμενη ιατρική βιβλιογραφία και τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο σχετικά δημοσιεύματα και αντίγραφα από συγγράμματα, καθώς και την από 29/11/2016 ιατρική γνωμάτευση του Β.
Τ., απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου λόγων εφέσεως του εναγομένου, ενώ περαιτέρω κρίνεται ως απορριπτέο και το αίτημα που υποβάλει ο εναγόμενος με την έφεσή του και επαναλαμβάνει με τις προτάσεις του περί της διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης περί του εάν α) επί εδάφους οστεόλυσης του μηριαίου οστού, πέριξ στυλεού ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα χειρουργικά, είναι δυνατόν να επέλθει αυτόματο κάταγμα, στα πλαίσια καθημερινών δραστηριοτήτων, χωρίς την άσκηση οποιοσδήποτε εξωτερικής δύναμης, β) εάν υφίσταται σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πτώσης του ενάγοντος - εφεσίβλητου στο δάπεδο, με συνακόλουθο τον τραυματισμό του και συγκεκριμένα την πρόκληση σπειροειδούς κατάγματος.
Δηλαδή, σχετικά με το εάν είναι δυνατόν να προκληθεί το είδος του ανωτέρω κατάγματος (σπειροειδές) από απώθηση και πτώση του ενάγοντος - εφεσίβλητου σε ύπτια θέση (ανάσκελα) στο δάπεδο του ιατρείου του εναγομένου και γ) αν το σπειροειδές κάταγμα προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, αιφνίδια στροφική κίνηση, συνεπεία της οποίας επέρχεται...".
Με τον δεύτερον αναιρετικό λόγο αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, απορρέουσα πλημμέλεια, γιατί κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς του ως προς την ως άνω αναφερομένη προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο σωματική βλάβη, δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή το Εφετείο κατέληξε στην σχετική κρίση του με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επικουρικώς δε, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στην από 8-7-2014 βεβαίωση του ιατρού Α.
Τ. που βεβαιώνει ότι το κάταγμα ήταν σπειροειδές.
Ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος εκτός του ότι τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας αλλά και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες για το παραπάνω θέμα, την πρόκληση δηλαδή της σωματικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, από τις προαναφερθείσες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα, την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, τόσον ο τρόπος με τον οποίον προκλήθηκε η ως άνω προκληθείσα σωματική βλάβη του αναιρεσιβλήτου αλλά και η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την πρόκληση της εν λόγω σωματικής βλάβης στον τελευταίον, ενώ ο ίδιος λόγος είναι ακόμη και απαράδεκτος, γιατί με το πρόσχημα της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο προαναφερθείς επικουρικώς προταθείς αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν δόθηκε δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στην ως άνω από 8-7-2014 βεβαίωση του ιατρού Α. Τ., που βεβαιώνει ότι το κάταγμα ήταν σπειροειδές, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και αυτό γιατί η εν λόγω βεβαίωση, η οποία σημειωτέον ως προς τις περιεχόμενες σε αυτήν επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του ως άνω συντάκτη της, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συνεκτιμήθηκε προσηκόντως λοιπόν από το Εφετείο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία για το αποδεικτικό πόρισμά του και ως εκ τούτου δεν παραβιάσθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1094/2020, ΑΠ 2001/2009).
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση (παραβίαση) δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 1252/2018, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 558/2008). Τα απαράδεκτο αφορά μόνον στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται δια της απόφασης και μόνον δυνάμει αυτής, αντιθέτως οι "διαμορφωτικές" ή "επενεργητικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που διαμορφώνουν την εξέλιξη της διαδικασίας με την δημιουργία επί μέρους καταστάσεων, μπορεί να είναι άκυρες όχι όμως και απαράδεκτες, ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι η όποια απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει σε κάθε περίπτωση δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1021/2020).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ άν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει την διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου,να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ενώ η παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 716/2019, ΑΠ 522/2012, ΑΠ 1366 /2011, ΑΠ 58/2011, ΑΠ 1693/2009).
Η ευχέρεια που παρέχεται από την ανωτέρω διάταξη στο Δικαστήριο δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, διότι δεν περιορίζει στον πυρήνα του το δικαίωμα του προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει με τον τρόπο αυτό ανάλογη δικαστική προστασία (ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 9/2005),ούτε είναι αντίθετη προς την διεθνή δημόσια τάξη (ΑΠ 716/2019).
Με τον πρώτον αναιρετικό λόγο αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, απορρέουσα πλημμέλεια, γιατί κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς του "εφ' όσον υποβλήθηκε έγκληση και εκκρεμεί ποινική δίωξη σε βάρος μου για το έγκλημα το οποίο φέρομαι ότι διέπραξα και στο οποίο θεμελιώνεται και η ένδικη αγωγή, όφειλε το Εφετείο να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι την περάτωση της ποινικής δίκης, αφού η αθώωσή μου στη δίκη (από το Συμβούλιο ή το ποινικό δικαστήριο) θα ήταν δεσμευτική και για το πολιτικό δικαστήριο, που θα ήταν υποχρεωμένο να απορρίψει την αγωγή", όπως επί λέξει αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Εκτός του ότι κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα στα πλαίσια της πολιτικής δίκης δεν μπορεί να υπάρξει δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την σχετική κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, δηλαδή της καταδίκης ή μη του αναιρεσείοντος για την ως άνω προκληθείσα σωματική βλάβη στον αναιρεσίβλητο, ο προαναφερθείς λόγος κατά την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί η παραδοχή ή απόρριψη του ως άνω σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 2581/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που αυτός υπέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. 2581/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ