Legislator Case Law & Legislation
716/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award citing no violation of public order or equal treatment principles.

Case Number 716/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the State's challenge to an ICC arbitration award. The State argued the award violated public order due to alleged corruption and procedural unfairness, but the Court found the arbitration tribunal had properly evaluated evidence and afforded parties equal opportunity to present their case. Consequently, the Court held that the refusal to annul the award did not constitute a violation of Article 33 of the Civil Code or the principles of equal treatment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 33 Civil Code; Art. 559(1), (19) KPolD: An arbitration tribunal's refusal to annul an award based on alleged corruption or procedural defects does not violate public order if the tribunal properly evaluated evidence and ensured equal treatment of parties.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment public order violation equal treatment principle corruption allegations ICC arbitration rules Greek Civil Code procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Art. 33 Civil Code
Art. 20(1) Constitution
Art. 34(2)(a)(δδ), (β)(ββ) Civil Procedure Code
Art. 18 Law 2735/1999
Art. 559(1), (19) Civil Procedure Code
Art. 179 Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εσωτερικών, κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους Δημήτριο Χανή, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..." (...) που εδρεύει στις ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Φιλιώτη και Γρηγόριο Κατωπόδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3690/2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30/12/2014 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 517/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3690/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3567/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 14/3/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3567/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που αποτελεί κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής. Με την από 5-9-2013 αγωγή του, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το ενάγον "Ελληνικό Δημόσιο" ζητούσε να ακυρωθούν οι από 2-7-2013 οριστική και από 14-7-2011 μη οριστική αποφάσεις (CASE 16394/GΖ ICC) του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, επικαλούμενο, α) με τους δύο πρώτους λόγους ότι η ως άνω οριστική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα, για το λόγο ότι, ενώ το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε ότι, τόσο κατά την ανάθεση όσο και κατά την εκτέλεση της σύμβασης προμήθειας του συστήματος C4Ι, υπήρξαν πράξεις επενδυτικής διαφθοράς ,κυρίως μέσω της δωροδοκίας κρατικών λειτουργών, και απάτης, δεν ακύρωσε την πιο πάνω σύμβαση και β) με τον τρίτο λόγο ότι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών(κανονισμό διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου και το ν. 2735/1999) και συγκεκριμένα διότι, η απόρριψη του αιτήματός του περί αναστολής της διαιτητικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ, μέχρι την έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων επί ποινικών υποθέσεων, που αφορούν την προκείμενη υπόθεση, παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και το δικαίωμα ακρόασης (άρθρο 18 του ν. 2735/1999), καθόσον το Διαιτητικό Δικαστήριο, υπερβαίνοντας τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, του στέρησε τη δυνατότητα απόκτησης αποδεικτικών μέσων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3690/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της και ακυρώθηκε η από 2-7-2013 (case 16394/GΖ/ICC) οριστική απόφαση του προαναφερόμενου Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε την από 30-12-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 517/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή των εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης, αναιρέθηκε στο σύνολο της η προσβληθείσα απόφαση. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 εδ.

β' περ. ββ ν. 2735/1999 και 33 ΑΚ, αφού δέχτηκε ότι τα συγκροτούντα "το αποδεικτικό του πόρισμα" πραγματικά περιστατικά για τη διενέργεια πράξεων επενδυτικής διαφθοράς, κυρίως μέσω της δωροδοκίας κρατικών λειτουργών, τόσο κατά την ανάθεση, όσο και κατά την εκτέλεση και παράδοση του προγράμματος C41 Ολυμπιακών Αγώνων "Αθήνα 2004" αποτελούν και παραδοχές της προσβληθείσας διαιτητικής απόφασης, ενώ τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, προβαίνοντας έτσι κατ' ουσία σε αναδίκαση της υπόθεσης, η οποία δεν είναι επιτρεπτή στα πλαίσια του ακυρωτικού ελέγχου για αντίθεση της διαιτητικής απόφασης στη δημόσια τάξη.

Με την από 13-1-2017 κλήση του ενάγοντος, επαναφέρθηκε προς συζήτηση, η προαναφερόμενη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 3567/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ ουσίαν η ανωτέρω αγωγή ,αφού κρίθηκαν ,ως αβάσιμοι, ομόφωνα οι δύο πρώτοι λόγοι ακύρωσης και κατά πλειοψηφία ο τρίτος λόγος ακύρωσης .

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης καθιερώνονται περιοριστικά, στην περίπτωση μεν της εσωτερικής διαιτησίας με τις διατάξεις του άρθρου 897 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε της διεθνούς διαιτησίας με το άρθρο 34 παρ. 2 ν. 2735/1999. Ειδικότερα, το άρθρο 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ ν. 2735/1999 ορίζει : "Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται, ύστερα από άσκηση αγωγής ακύρωσης, κρίνει και αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".

Ως δημόσια τάξη, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται οι κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που αφορούν τις κοινωνικές, ηθικές, οικονομικές πολιτικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις εντός του Ελλαδικού χώρου, σε τρόπο ώστε είτε από την αναγνώριση της ισχύος της διαιτητικής απόφασης είτε από την εκτέλεση της στην ελληνική επικράτεια να υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί κατάσταση μη προσαρμοζόμενη προς τις αρχές αυτές, που θεμελιώνουν τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό (Ολ.

ΑΠ 14/2015). Εξάλλου, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και για το λόγο αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 λόγους αναίρεσης, δηλαδή για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 ν. 2735/1999, αλλά και του άρθρου 897 ΚΠολΔ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, συνάγεται ότι η ανωτέρω παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης με βάση τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητας τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς τη δημόσια τάξη και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης (ολ.

ΑΠ 13/1995), με τις ίδιες δε παραδοχές παραδεκτά επισκοπούμενες, κατά το άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ,όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν έτσι ,σε συνδυασμό και με το διατακτικό της απόφασης, δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 517/2016, ΑΠ 102/2012, ΑΠ 40/2010,ΑΠ 1273/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη διαιτητική απόφαση, προκύπτει ότι από τις ανωτέρω αποφάσεις , ως προς τη βασιμότητα των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής :

Στις 19 Μαΐου 2003 καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης, ως προμηθεύτριας, και του ενάγοντος ως αγοραστή , η Σύμβαση 020Α/03, αντικείμενο της οποίας ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 3.1 αυτής, η μελέτη, σχεδίαση, κατασκευή, εγκατάσταση, έλεγχος, πιστοποίηση, ολοκλήρωση, εξέλιξη, πώληση, παροχή υπηρεσιών, κατά περίπτωση και παράδοση με το "κλειδί στο χέρι" των συστημάτων C4I Ολυμπιακής Ασφάλειας, συμβατών και διαλειτουργικών μεταξύ τους, όπως προσδιορίζονται στο Παράρτημα Α της Σύμβασης αυτής, ως ενιαίο σύνολο, τα οποία αποτελούν ένα πληροφοριακό σύστημα ασφάλειας και υποστήριξης διεξαγωγής επιχειρήσεων με την ονομασία "Διοίκηση Έλεγχος Επικοινωνίες Συντονισμός και Εναρμόνιση", αρχικά για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 και στη συνέχεια για μόνιμη χρήση από την Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα, το Λιμενικό Σώμα και το ΕΚΑΒ.

Κατά τη Σύμβαση, το Σύστημα C4Ι αποτελείται από τρία συστήματα : α) το σύστημα Υποστήριξης Διοίκησης και Λήψης Αποφάσεων CDSS, αποτελούμενο συνολικά από επτά (7) υποσυστήματα, β) το σύστημα Επικοινωνιών και Πληροφορικής - CIS, αποτελούμενο από δέκα τρία υποσυστήματα και γ) το σύστημα Κέντρων Διοίκησης - CSS, αποτελούμενο από δέκα υποσυστήματα.

Ως προς την παραλαβή του έργου προβλεπόταν η σύνταξη Πρωτοκόλλων Ποιοτικής και Ποσοτικής Παραλαβής (ΠΠΠΠ) από την Επιτροπή Ελέγχου Παραλαβής Προμηθειών (ΕΕΠΠ). Η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2008 επτά (7) φορές, με αντίστοιχες τροποποιητικές συμβάσεις. Με το άρθρο 4 της σύμβασης συμφωνήθηκε επίσης η κατασκευή, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία δικτύου "ΤΕΤΡΑ", του οποίου το ενάγον θα είχε την αποκλειστική χρήση, η δε εναγόμενη θα παρείχε επί δέκα έτη τις υπηρεσίες αποκλειστικής χρήσης, λειτουργίας, χειρισμού και συντήρησης του δικτύου "ΤΕΤΡΑ".

Την ίδια μέρα που καταρτίστηκε η σύμβαση προμήθειας του συστήματος C4I (19-5-2003), καταρτίστηκε και η από 19-5-2003 σύμβαση μεταξύ της εναγόμενης και της εταιρίας "... AE", με την οποία η τελευταία ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την εκτέλεση του σημαντικότερου από λειτουργικής και οικονομικής άποψης μέρους του έργου, περιλαμβανομένου και του ΤΕΤΡΑ, έναντι αμοιβής 182.181.234 €, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 71 % περίπου του συνολικού προϋπολογισμού του έργου ,ύψους 254.999.000 €.

Η εκτέλεση της σύμβασης δεν εξελίχθηκε ομαλά. Τούτο διότι, ενώ η σύμβαση καταρτίσθηκε προεχόντως για την εξυπηρέτηση των σκοπών δημόσιας ασφάλειας, ενόψει της επικείμενης διενέργειας των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, ανεξαρτήτως της πρόβλεψης χρήσης του Συστήματος C4Ι και για την εξυπηρέτηση των μεταολυμπιακών αναγκών των υπηρεσιών δημόσιας τάξης και ασφάλειας, και η εμπρόθεσμη εκτέλεση της εντός 12 μηνών από την ενεργοποίηση της, με την παράδοση του έργου, ως ενιαίου συνόλου, "με το κλειδί στο χέρι", αποτέλεσε αποφασιστικό κριτήριο για την ανάθεση του έργου στην εναγόμενη, με την εξαιρετική διαδικασία της διαπραγμάτευσης από περιορισμένο κατάλογο εταιριών και όχι από το μεγαλύτερο αριθμό προμηθευτών, παρ' όλα αυτά το έργο δεν ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα.

Έτσι το ενάγον αναγκάστηκε, λόγω και της πίεσης από την έλλειψη χρονικών περιθωρίων, να παραλάβει προσωρινά ορισμένα υποσυστήματα προς χρήση κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και εν συνεχεία παρέλαβε τμηματικά τα επιμέρους υποσυστήματά του, παρά την αρχική υποχρέωση της εναγόμενης προς παράδοση του έργου ως ενιαίου συνόλου και τελικά στην ορισθείσα με την 5η τροποποίηση καταληκτική ημερομηνία της 29-10-2008.

Μετά την από 16-6-2009 αίτηση της εναγόμενης οι ανακύψασες, μεταξύ των διαδίκων διαφορές, επιλύθηκαν από το Διεθνές Δικαστήριο Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, κατά τη σχετική ρήτρα στο άρθρο 28 παρ. 3 της μεταξύ τους Σύμβασης. Με βάση τα υποβληθέντα σ' αυτό χρηματικά αιτήματα των διαδίκων, το ως άνω Δικαστήριο, κατ εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, με τη με αριθμό 16394/GZ/ ΜΗΜ /2-7-2013 οριστική απόφαση του, έκρινε ότι το συνολικό ποσό που δικαιούται η εναγόμενη παρά του ενάγοντος ανέρχεται σε 53.054.240 € (ως υπόλοιπο τιμήματος και αποζημίωση λόγω παράβασης σύμβασης), ενώ το συνολικό ποσό που δικαιούται το ενάγον παρά της εναγόμενης ανέρχεται σε 13.235.942€ (για μείωση του τιμήματος και αποζημίωση) και κατά συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιδίκασε στην εναγόμενη το ποσό των 39.818.298 €.

Το ενάγον, με τις από 16-12-2011 προτάσεις του ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη, άλλως ακυρώσιμη α) σύμφωνα με το ν. 2957/2001 για την Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα Αστικού Δικαίου περί Διαφθοράς, β) σύμφωνα με τα άρθρα 147 και 149 ΑΚ, γ) σύμφωνα με τα άρθρα 174, 178 και 179 ΑΚ και δ) σύμφωνα με το ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων", επειδή συνήφθη ως συνέπεια διαφθοράς, άλλως απάτης της εναγόμενης προς αυτό (ενάγον) για τη δυνατότητα της να εκτελέσει το έργο και μάλιστα εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας.

Προς ενίσχυση της παραπάνω ένστασής του το ενάγον επικαλέστηκε την έβδομη παράγραφο του προοιμίου της Συμφωνίας Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου αφενός και της ... AG, Γερμανίας και ... ΑΕ Ελλάδος αφετέρου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 324 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 164/27-8-2012), και περιέχει την εξής δήλωση της ... : "Ωστόσο, πριν απ' όλα, η Διοίκηση της ...

επιθυμεί να εκφράσει τη βαθύτατη λύπη της προς τον Ελληνικό Λαό, τη Βουλή των Ελλήνων και την Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας για τη συμπεριφορά που είχε ως αποτέλεσμα τη διεξαγωγή δικαστικής και κοινοβουλευτικής έρευνας και ακολούθως την άσκηση ποινικών διώξεων από την Ελληνική Δικαιοσύνη.". Με βάση την ως άνω συμφωνία το ενάγον και η ...

παραιτήθηκαν από όλες τις αμοιβαίες απαιτήσεις τους και κατήργησαν όλες τις δίκες που σχετίζονται με την "Υπόθεση", όπως αυτή ορίστηκε στη συμφωνία. Το Δικαστήριο Διαιτησίας έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του αφενός ότι η εκκρεμούσα ενώπιον του διαφορά δεν καταλαμβάνεται από την παραπάνω συμφωνία Συμβιβασμού, αφού ναι μεν η ...

εμπλέκεται ως υπεργολάβος στην επίμαχη προμήθεια του συστήματος C4I, πλην όμως δεν είναι διάδικος, ούτε υπήρξε αντισυμβαλλόμενη του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου ότι η προαναφερόμενη δήλωση της ..., παρότι σαφώς αναφέρεται σε μη πρέπουσα συμπεριφορά, δεν αποτελεί, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, ομολογία δωροδοκίας και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο που αποδεικνύει δωροδοκία ή άλλη διαφθορά στη συγκεκριμένη περίπτωση της σύναψης της Σύμβασης για το C4I ή της εκπλήρωσης αυτής (παρ 83-87 της διαιτητικής απόφασης ).

Επίσης το ενάγον, προκειμένου να θεμελιώσει την ίδια ως άνω ένστασή του, επικαλέστηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων, α) τις εισαγγελικές παραγγελίες Π-05/4, Π-07/50 και Π/2008/47, με τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη και δωροδοκία σε βάρος του Δημοσίου σε βαθμό κακουργήματος, β) τα από 26-6-2009 και 14-9-2009 εντάλματα σύλληψης κατά Μ.

Χ.υ, διευθύνοντος συμβούλου της ... Ελλάδος, γ) το ένταλμα επιβολής ποινής No F 092.22/4880 του Ειρηνοδικείου του Μονάχου, που επιβάλλει ποινή φυλάκισης ενός έτους στον Μ. Χ. για δωρεές σε πολιτικά κόμματα της Ελλάδος, δ) την από 28-7-2008 απόφαση του Πρωτοδικείου του Μονάχου, που επιβάλλει ποινή φυλάκισης δύο ετών στον υπάλληλο της ...

R. S. για δωροδοκίες σε διάφορες χώρες, ε) το από 6-6-2008 υπόμνημα της αμερικανικής δικηγορικής εταιρείας ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που υπεβλήθη από την ... μετά από εσωτερικό έλεγχο, στ) την από 17-11-2006 εξέταση του κατηγορουμένου R.S. στο Ειρηνοδικείο του Μονάχου, ζ) την από 6-2-2007 συνέχιση απολογίας του ίδιου κατηγορουμένου, η) την από 8-10-2008 εξέταση του R.S. ως μάρτυρος (στα πλαίσια της ελληνικής ποινικής διαδικασίας) και θ) το από 24-1-2011 πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων "για τη διερεύνηση της υπόθεσης ...

στο σύνολο της"(παρ 88 της διαιτητικής απόφασης). Οι παραδοχές της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία είναι οι ακόλουθες: 1) Σε σχέση με την απόφαση του Ειρηνοδικείου του Μονάχου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο Μ Χ., προκειμένου να επιτύχει τις παραλαβές των επί μέρους έργων του C4Ι συνέλαβε το σχέδιο να επηρεάσει τους αρμοδίους υπαλλήλους μέσω των πολιτικών κομμάτων και γι' αυτό από τη ...

έγιναν επτά εμβάσματα, συνολικού ποσού 1.750.000 € σε τρεις εταιρείες, που αποτελούσαν τα "μαύρα ταμεία" της ..., εκ των οποίων ένα μέρος εδόθη μέχρι το 2005/2006 στους ταμίες των δύο μεγάλων κομμάτων, διατυπώνεται το συμπέρασμα από το Διαιτητικό Δικαστήριο ότι από την απόφαση αυτή όχι μόνο δεν προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν ως δωροδοκία για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης για το έργο C4I, αλλά αντίθετα προκύπτει με αρκετή βεβαιότητα ότι τα χρήματα αυτά δεν δόθηκαν σε σχέση με τη σύναψη, αλλά στα πλαίσια σχεδίου του Μ.

Χ. για την επιτάχυνση παραλαβής των επιμέρους έργων του C4I, και ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της διαιτητικής απόφασης, για να επέλθει ακυρωσία, πρέπει η διαφθορά να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύναψη μιας σύμβασης και όχι με την εκπλήρωση της. Παρατίθενται περαιτέρω οι λοιπές παραδοχές της ίδιας απόφασης για καταβολές των σχετικών ποσών προς τις άνω εταιρίες- μαύρα ταμεία (πάντα κατά την απόφαση του Ειρηνοδικείου του Μονάχου) στις 5-8-2004, 2-9-2004, 16-9-2004 και 7-10-2004, ως ενισχυτικό επιχείρημα ότι οι επίμεμπτες πληρωμές έγιναν πολύ μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε το Μάιο 2003, με βάση διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει από τον Ιούλιο 2002, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι είχε δοθεί έκτοτε οποιαδήποτε υπόσχεση προς τη ..., ούτε είχε αυτή τότε οποιαδήποτε ανάμειξη στις διαπραγματεύσεις, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το περαιτέρω συμπέρασμα ότι από το χρόνο των πληρωμών προκύπτει ότι ούτε με την παραλαβή των έργων που ήταν απολύτως αναγκαία για τη διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, φαίνεται να συνδέονται οι πληρωμές αυτές, αφού ήδη κατά το χρόνο της πρώτης πληρωμής προς την ... (5-8-2004) είχε γίνει ήδη η μερική προσωρινή παραλαβή των αναγκαίων για τους Αγώνες έργων, οι δε υπόλοιπες πληρωμές έγιναν μετά τη λήξη τους, χωρίς κανένα στοιχείο για ανάμειξη της ...

στις διαπραγματεύσεις, οπότε είχε αλλάξει ήδη και η Κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 7-3-2004 και εντεύθεν όλα τα πολιτικά κόμματα που είχαν την ευθύνη λήψης των αποφάσεων. Μάλιστα, διατυπώνεται περαιτέρω η κρίση ότι οι πληρωμές αυτές, που είναι οι μόνες που φαίνεται να έχουν κάποια αναφορά στο σύστημα C4I, δεν μπορούν να συνδεθούν ούτε με την πολύ μεταγενέστερη ουσιώδη 5η τροποποίηση της 29-3-2007, λόγω έλλειψης οποιασδήποτε χρονικής συνάφειας και αλλαγής πολιτικών υπευθύνων για το C4I και ενόψει του ότι από τα τέλη του 2005 είχε ήδη προκύψει το σκάνδαλο ...

και είχε αρχίσει ο εσωτερικός έλεγχος της εταιρείας (παρ. 100 της διαιτητικής απόφασης). 2) Σε σχέση με την απόφαση του Πρωτοδικείου του Μονάχου με την οποία καταδικάστηκε ο R. S. σε φυλάκιση δύο ετών και έγινε δεκτό ότι σημαντικά ποσά εμβάστηκαν από τη ... AG στις εταιρείες ... (από 2-8-2004 έως 1-9-2004 συνολικά

1.875.000) και ... (από 27-7-2004 έως 1-9-2004 συνολικά 1.830.000), ότι τα ποσά αυτά κατεβλήθησαν στις δύο αυτές εταιρείες σε εκτέλεση δύο συμβάσεων συμβούλων, τις οποίες είχε συνάψει η ... μ' αυτές, ήτοι την από 31-8-2002 συμφωνία για το έργο "Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας" με την ... και την από 15-9-2002 συμφωνία για το έργο "Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας C4I" με την ... - το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι περαιτέρω διακίνηση των χρημάτων αυτών από τις άνω εταιρείες δεν προκύπτει, ότι οι συμβάσεις αυτές αποδεικνύεται πλήρως ότι ήταν προχρονολογημένες, όπως καταθέτει και ο S., αλλά και από το ότι κατά το χρόνο εκείνο δεν χρησιμοποιείτο ο όρος C4I στη διαπραγμάτευση ανάθεσης του έργου, ότι κατά τη σύναψη των εικονικών συμβάσεων συμβούλων, που συνήπτε η ...

για τη διακίνηση μαύρου χρήματος, δεν ανέφερε το πραγματικό έργο για το οποίο θα χρησιμοποιείτο το μαύρο χρήμα, αλλά άσχετα έργα και συνεπώς η αναφορά στις συμβάσεις αυτές ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες αφορούσαν το έργο "Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας C4I" κατ' ουδένα τρόπο δεν αποδεικνύει ότι τα χρήματα που εμβάστηκαν στις εταιρείες αυτές αφορούσαν πράγματι το έργο C4I, όπως προκύπτει από την από 8-10-2008 κατάθεση του R.

S. ενώπιον του 4ου Ειδικού Ανακριτή στο Μόναχο. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι από την παραπάνω απόφαση δεν προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά αφορούσαν το έργο C4I, αντίθετα δε από την ανωτέρω κατάθεση του R. S. προκύπτει ότι κατά κανόνα και κατά πάσα πιθανότητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αφορούσαν το έργο που ανεγράφετο στις εικονικές συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών (παρ. 101 της διαιτητικής απόφασης) . 3) Σε σχέση με το υπόμνημα των ..., την από 17-11-2006 εξέταση του R.

S., την από 6-2-2007 απολογία του ιδίου και την από 8-10-2008 εξέταση του ιδίου από τον 4ο Ειδικό Ανακριτή, καθώς και την από 7-12-2006 απολογία του κατηγορουμένου Μ. K., το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν προσθέτουν κάτι που να υποστηρίζει ή ενισχύει δωροδοκία ή άλλη πράξη διαφθοράς σε σχέση με τη σύναψη ή τις τροποποιήσεις της σύμβασης.

Ότι οι καταθέσεις και απολογίες του S. στην ως άνω δικηγορική εταιρεία και στις γερμανικές ανακριτικές και δικαστικές αρχές ότι ο Χ. τον πλησίασε "για πρώτη φορά" προκειμένου να ζητήσει χρήματα προμηθειών σε σχέση με το έργο << το 2004, αφού η παράδοση του έργου είχε δρομολογηθεί για τα καλά" και του είπε ότι θα χρειαζόταν 10 με 15 εκατομμύρια ευρώ για να τα δώσει σε τέσσερα υπουργεία "βάσει υποσχέσεων που είχε δώσει κατά το χρόνο ανάληψης της σύμβασης", δεν πείθουν για την αλήθεια του ισχυρισμού του Χ., αντίθετα δε συνάδουν περισσότερο προς σχέδιο επιτάχυνσης παραλαβής και πληρωμών, όπως δέχεται το Ειρηνοδικείο του Μονάχου, κρίση η οποία ενισχύεται και από τις καταθέσεις και απολογίες του προϊσταμένου του S., ήτοι του Μ.

K., στις οποίες αναφέρει ότι για πρώτη φορά τον Οκτώβριο 2004 πληροφορήθηκε από τον Χ. την ανάγκη και άλλων πληρωμών (πέραν των όσων -δηλαδή 1,7 εκ. €-του είχε δώσει ο S., που και αυτά είχαν δοθεί πολύ μετά τη σύναψη της σύμβασης), αλλά εκείνος του το απέκλεισε και έτσι ο Χ. δεν έλαβε άλλα χρήματα, κάτι που επιβεβαιώνει και ο S. (παρ. 102 της διαιτητικής απόφασης).

Περαιτέρω γίνεται δεκτό στην παρ. 103 της διαιτητικής απόφασης, ότι τα εμβάσματα μέσω ... (1,7 εκατομμύρια ευρώ) δεν ταιριάζουν ούτε με επιτάχυνση πληρωμών από το ενάγον, διότι, με βάση τον μη αμφισβητούμενο πίνακα πραγματοποιηθεισών πληρωμών του Συστήματος C4I, το σύνολο των τεσσάρων πρώτων δόσεων του συμφωνημένου τιμήματος (που χαρακτηρίζονται ως προκαταβολές) είχαν ήδη καταβληθεί μέχρι τέλους Αυγούστου 2004, δηλαδή σχεδόν όλες οι πληρωμές (πλην του Αυγούστου 2004) είχαν γίνει πριν από τα εμβάσματα από τη ...

στις ενδιάμεσες εταιρείες του F., στην ... και από εκεί με κάποιο τρόπο στην Ελλάδα. Οι επόμενες δύο πληρωμές αφορούσαν εξόφληση της αναβάθμισης του ΟΚΑ της ΓΑΔΑ (Υποσύστημα 22Α) που συμφωνήθηκε με την 4η τροποποίηση και από εκεί και πέρα δεν γίνεται καμία πληρωμή για την εξόφληση του Συστήματος C4I. Όσες πληρωμές έγιναν στη συνέχεια (από Μάιο 2007 και εφεξής) αφορούσαν παροχή υπηρεσιών ΤΕΤΡΑ και υπηρεσιών συντήρησης.

Ότι επιπλέον κατά το χρόνο που φέρεται ότι ο Χ. ζήτησε τα χρήματα (κατά την κατάθεση του S.) δεν εμπλέκοντο στην υπόθεση τέσσερα υπουργεία, αλλά οι πληρωμές γίνονταν από το Υπουργείο Άμυνας μέχρι το Μάιο 2005 και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη από το Μάιο 2007 και εφεξής (παρ 102-104 της διαιτητικής απόφασης ).

Καταλήγει δε στο συμπέρασμα (παρ. 105) ότι οι πληρωμές που φαίνεται ότι προέρχονται από τα μαύρα ταμεία της ... δεν προκύπτει να συνδέονται ούτε χρονικά ούτε αιτιωδώς ούτε με τις προγενέστερες πληρωμές του ενάγοντος προς την εναγόμενη, ούτε με τις μεταγενέστερες που έγιναν πολύ αργότερα και πάντως ακόμη και αν συνδέονται με πληρωμές συμφωνημένων ποσών δεν συνδέονται με τη σύναψη της Σύμβασης ούτε με την σημαντική 5η τροποποίηση ώστε να τίθεται θέμα ακυρωσίας τους. 4) Ότι ούτε η εξεταστική επιτροπή της Βουλής με το πόρισμα της έχει προσωποποιήσει τις κατηγορίες στο πρόσωπο οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού (σε πολιτικό ή υπηρεσιακό επίπεδο), ο οποίος ασχολήθηκε πράγματι με τη σύναψη της Σύμβασης ή των τροποποιήσεων της ή την παραλαβή του έργου (παρ. 108 της διαιτητικής απόφασης ) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει και μάλιστα κατά πλήρη απόδειξη πράξη διαφθοράς που να επηρέασε την σύναψη της σύμβασης ή των τροποποιήσεών της ή την παραλαβή του έργου και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο που να καθιστά ακυρώσιμη τη σύμβαση. 5) Ότι ούτε οι εισαγγελικές παραγγελίες και τα εντάλματα σύλληψης μπορούν να συμβάλουν στην απόδειξη του ζητήματος ότι η σύναψη της Σύμβασης είναι αποτέλεσμα πράξεων διαφθοράς, διότι δεν στηρίζονται από τη φύση τους σε αποδείξεις, ούτε έχουν προσωποποιηθεί σε κρατικούς λειτουργούς υπεύθυνους για το Σύστημα C4I (παρ. 112 της διαιτητικής απόφασης). 6) 'Οτι από τα στοιχεία της δικογραφίας όχι μόνο δεν προκύπτει οποιαδήποτε γνώση ή ανάμειξη της εναγόμενης σε πράξεις δωροδοκίας, αλλά τόσο από το υπόμνημα της προαναφερόμενης δικηγορικής εταιρείας, όσο και από την από 6-2-2007 απολογία του S. και την κατάθεση του ιδίου ενώπιον του 4ου Ειδικού Ανακριτή, προκύπτει ότι αυτή δεν είχε καμμία ανάμειξη σε πράξεις δωροδοκίας (παρ. 110 της διαιτητικής απόφασης), κατά δε το χρόνο σύναψης της Σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε γίνει γνωστό το σκάνδαλο ...

και συνεπώς η εναγόμενη δεν μπορούσε και δεν όφειλε να γνωρίζει τη δραστηριότητα διαφθοράς της υπεργολάβου της ..., ενώ κατά το χρόνο σύναψης της 5ηςτροποποίησης όχι μόνο δεν αποδεικνύεται πράξη διαφθοράς (ήτοι δωροδοκία), αλλά εμφανίζεται ως βέβαιο το ότι δεν υπήρξε τέτοια πράξη, αφού η ... φαίνεται ότι είχε σταματήσει αυτή την πρακτική από τον Οκτώβριο του 2005 (παρ. 110, 111 ).

Ως τελικό συμπέρασμα της διαιτητικής απόφασης αναφέρεται κατά λέξη στην παρ 112 αυτής : "παρόλον ότι η ... είχε αναπτύξει μια πρακτική δωροδοκιών, παρόλον ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι υπήρξαν πράξεις διαφθοράς σε σχέση με διάφορα έργα της ... στην Ελλάδα, παρόλον ότι διακινήθηκαν προς την Ελλάδα ποσά από τα μαύρα ταμεία της ...

χρήματα για τα οποία έγινε αναφορά από τον Μ. Χ. στο C4I, παρόλον ότι μπορεί να υπάρχουν πολιτικές ή και ποινικές ευθύνες, δεν αποδεικνύεται και μάλιστα κατά πλήρη απόδειξη ότι υπήρξε δωροδοκία ή άλλου είδους πράξη διαφθοράς η οποία να προκάλεσε (δηλαδή να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς) την σύναψη της Σύμβασης ή τις τροποποιήσεις της και ιδίως την ουσιώδη 5η τροποποίηση και πάντως ότι η Αιτούσα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κάτι σχετικά με το ζήτημα αυτό".

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω, κατά πλειοψηφία, ότι δεν πληρούται το πραγματικό του άρθρου τέταρτου του ν. 2957/2001, ούτε του άρθρου 5 του ν. 5227/1931 περί Μεσαζόντων, ούτε των άρθρων 178, 179 και 174 ΑΚ και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντος περί ακυρότητας της σύμβασης (παρ 113 της διαιτητικής απόφασης).

Περαιτέρω, ως προς την ένσταση ακυρωσίας της σύμβασης λόγω απάτης (άρθρα 147 και 149 ΑΚ) έκρινε ότι τα στοιχεία της αποδοθείσας στον Χ. κατηγορίας, συνιστάμενης στο ότι ψευδώς παρέστησε στο Ελληνικό Δημόσιο ότι η ... και η ... είχαν τη δυνατότητα να παραδώσουν τα συστήματα εντός 12 μηνών "με το κλειδί στο χέρι", αποτέλεσαν συμβατικό όρο και η παράβαση του αποτελεί παράβαση της Σύμβασης και όχι απάτη.

Επιπλέον, ως προς το ζήτημα αυτό, έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος προέβλεπαν ως πιθανό ότι το έργο δεν θα παραδοθεί στο σύνολο του εμπροθέσμως, διότι τα χρονικά περιθώρια ήταν "τρομερά στενά", όπως κατέθεσε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής ο μάρτυρας Π., ενδιαφέρονταν όμως για την έστω και μερική εκτέλεση του έργου εντός της συμβατικής προθεσμίας, ώστε να διεξαχθούν με ασφάλεια οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ότι δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια για να απευθυνθεί το ενάγον σε άλλη εταιρεία, ότι δεν προκύπτει ότι η συνυποψήφια εταιρεία TRS είχε μεγαλύτερες δυνατότητες από την ...

να παραδώσει το έργο "με το κλειδί στο χέρι" εντός 12 μηνών, ότι με το από 7-7-2004 "Μνημόνιο Συμφωνίας" το ενάγον δήλωσε πως η μη έγκαιρη εκπλήρωση της Σύμβασης οφείλεται σε λόγους αντικειμενικής αδυναμίας και σε κοινή υπαιτιότητα αυτού και της εναγόμενης, ότι και μετά το πέρας των Αγώνων δέχτηκε να συνεχίσει η εναγόμενη την εκτέλεση του έργου και ότι τελικώς συνήψε στις 29-3-2007 (ήτοι σε χρόνο που είχαν κινηθεί στη Γερμανία ποινικές διαδικασίες και είχε μάλιστα απολογηθεί ο S.) την 5η τροποποίηση, με την οποία αναμορφώθηκε η Σύμβαση και παρασχέθηκε νέα προθεσμία 65 μηνών από την ενεργοποίηση της Σύμβασης για την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου.

Ενόψει τούτων έκρινε ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν πλήρη δικανική πεποίθηση για διάπραξη απάτης εκ μέρους της εναγόμενης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και απέρριψε τη σχετική ένσταση του τελευταίου (παρ. 114, 115 της διαιτητικής απόφασης), όπως επίσης απέρριψε και την εκ του άρθρου 281 ΑΚ επίσης προβληθείσα ένσταση του με το σκεπτικό ότι στηρίζεται στα ίδια περιστατικά με την ένσταση ακυρότητας, άλλως ακυρωσίας της Σύμβασης, τα οποία όμως δεν αποδείχθηκαν.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι από την εκτίμηση του τεθέντος υπ' όψη του αποδεικτικού υλικού, στην οποία προέβη το διαιτητικό δικαστήριο, κατέληξε, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις δωροδοκίας ή διαφθοράς ή απάτης κατά τη σύναψη και εκτέλεση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης για το πρόγραμμα C4Ι Ολυμπιακών Αγώνων "Αθήνα 2004".

Η επί της ουσίας αυτή, από την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του άνω Δικαστηρίου, είναι ανέλεγκτη από το Εφετείο, το οποίο, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν έχει τη νομική δυνατότητα, στα πλαίσια του ακυρωτικού του ελέγχου, να προβεί σε κατ' ουσίαν αναδίκαση της υπόθεσης επανελέγχοντας την ορθότητα της διαιτητικής κρίσης ως προς την τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ή την κακή των πραγμάτων εκτίμηση, με βάση δε την ίδια κρίση και τις ίδιες παραδοχές το παρόν Δικαστήριο ερευνά τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων .

Οι προαναφερόμενες λεπτομερείς, σαφείς και εμπεριστατωμένες παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, που στηρίζουν το διατακτικό της, δεν είναι αντίθετες προς τη διεθνή δημόσια τάξη, ήτοι προς τις κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που αφορούν τις κοινωνικές, ηθικές, οικονομικές, πολιτικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις εντός του Ελλαδικού χώρου, εις τρόπον ώστε από την εκτέλεση της στην Ελληνική Επικράτεια να υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί κατάσταση μη προσαρμοζόμενη προς τις αρχές αυτές.

Επομένως, το Εφετείο ,το οποίο ερευνώντας, στα ανωτέρω πλαίσια, τους δύο πρώτους λόγους της αγωγής περί ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης λόγω αντίθεσής της προς τη δημόσια τάξη , τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ ουσίαν ,τόσο με τις δικές του αιτιολογίες ,όσο και με εκείνες που κατά ρητή παραπομπή αναφέρονται στις ενσωματούμενες αιτιολογίες της ελεγχόμενης από εκείνο (Εφετείο ) διαιτητικής απόφασης , δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες ,δηλαδή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες εφαρμοσθείσες διάταξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 34 παρ 2 εδ β περ ββ του ν. 2735/1999 και 33 ΑΚ ,ενώ έχει και τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των ίδιων διατάξεων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης ,που υπό την επίκληση των αμέσως παραπάνω διατάξεων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ 2 εδ α περ.δδ του ν. 2735/1999 η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, αν ο ενάγων προβάλει και αποδεικνύει, ότι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών ή το νόμο 2735/1999.

Εξάλλου στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι <<Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μερών. Κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του >>. Συναφείς με την ανωτέρω διάταξη είναι και οι διατάξεις του ίδιου νόμου(2735/1999),ήτοι α) του άρθρου 34 παρ 2 εδ.

α περ. ββ, με την οποία θεμελιώνεται λόγος ακύρωσης της διεθνούς διαιτητικής απόφασης εάν ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι << δεν ειδοποιήθηκε ,κατά τον προσήκοντα τρόπο ,για τον ορισμό διαιτητή ή για τη διαδικασία της διαιτησίας ή ότι από άλλο λόγο περιήλθε σε ανυπαίτια αδυναμία να προβάλει τους ισχυρισμούς του >>, β) του άρθρου 24 παρ 3, με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση τα δικόγραφα να κοινοποιούνται σε όλα τα μέρη.

Μόνο οι ανωτέρω ειδικές παραβιάσεις θεμελιώνουν λόγο ακύρωσης, ενώ αποκλείονται άλλες μορφές παραβίασης που θα μπορούσαν να υπαχθούν στο γενικότερο δικαίωμα υπεράσπισης. Επομένως, με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις, προστατεύονται στα πλαίσια της διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας κατά το νόμο 2739/1999 τα θεμελιώδη δικαιώματα των διαδίκων, δηλαδή η δυνατότητα πρόσβασης στο Δικαστήριο και η δικονομική ισότητα, όπως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές επιβάλλεται ,κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, η τήρηση των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο.

Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφ ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων ,ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές ,αφ ετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν (ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 40/2010, ΑΠ 511/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ << Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου,να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία >>.Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ,η δε παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 522/2012, ΑΠ 1366 /2011,ΑΠ 58/2011,ΑΠ 1693/2009).

Η ευχέρεια που παρέχεται από την ανωτέρω διάταξη στο Δικαστήριο δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 20 του Συντάγματος ,ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, διότι δεν περιορίζει στον πυρήνα του το δικαίωμα του προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει με τον τρόπο αυτό ανάλογη δικαστική προστασία (πρβλ ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 9/2005),ούτε είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη ,όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του ΑΚ και αναλύθηκε στην πρώτη μείζονα σκέψη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 20 παρ 1 του Σ, 34 παρ 2 εδ α,περ δδ και εδ β περ ββ του ν. 2735/1999 σε συνδυασμό προς το άρθρ 33 του ΑΚ και 18 του ν. 2735/1999 ,καθώς και για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι το Εφετείο έκρινε ότι το διαιτητικό δικαστήριο με το να απορρίψει το αίτημά του περί αναστολής της διαδικασίας, κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ, μέχρι την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων επί των ποινικών υποθέσεων που αφορούν την προκείμενη υπόθεση, δεν παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και το δικαίωμα ακροάσεως (άρθρο 18 ν. 2735/1999), που διέπουν τη διαιτητική δίκη και απέρριψε κατά πλειοψηφία τον τρίτο λόγο της αγωγής του περί ακύρωσης της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το ενάγον επανέφερε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου το αίτημά του περί αναστολής της διαιτητικής διαδικασίας, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι πέρατος της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμούσε στο στάδιο της κύριας ανάκρισης για την υπόθεση ..., και το οποίο (αίτημα) είχε απορριφθεί με την από 14-7-2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου επί των "προδικαστικών ζητημάτων".

Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε εκ νέου με τις ακόλουθες αιτιολογίες: α) ότι από το σύνολο των αποδείξεων, όχι μόνο δεν προκύπτουν αποδείξεις(δεν δημιουργείται δικανική πεποίθηση ) περί συνδρομής των προϋποθέσεων ακυρότητας ,άλλως ακυρωσίας της Σύμβασης, αλλά προκύπτουν ισχυρότατες ενδείξεις (αν όχι πλήρης απόδειξη) περί του ότι για το συγκεκριμένο έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων δεν υπήρξε δωροδοκία ή άλλη διαφθορά σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης και των τροποποιήσεων της, ούτε με τη συνολική παραλαβή του έργου ( παρ. 133), β) ότι δεν υπήρξε καμία απόδειξη περί του ότι η εναγόμενη προέβη σε πράξεις δωροδοκίας ή άλλης διαφθοράς ή γνώριζε για τέτοιες πράξεις της ...

ή ότι όφειλε να γνωρίζει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, αλλά αντιθέτως, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από το ενάγον, πιθανολογήθηκε έντονα, αν δεν αποδείχτηκε πλήρως, ότι αυτή ούτε ανάμειξη ούτε γνώση είχε σχετικά με παράνομες δραστηριότητες της ... (παρ. 134), γ) ότι η κύρια ανάκριση, που διεξάγεται μετά από εισαγγελική παραγγελία του 2005, δηλαδή 7-8 έτη μετά την αρχική εισαγγελική παραγγελία, δεν έχει προσωποποιήσει ούτε καν κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου (παρ. 135), αλλ' ούτε και η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής δεν απέδωσε σε κανένα πολιτικό πρόσωπο από αυτά που χειρίστηκαν θέματα της Σύμβασης ευθύνες (παρ. 136), δ) ότι στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους και το έπραξαν, από την ενδελεχή δε έρευνα της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης και παραλαβής του έργου δεν προέκυψαν στοιχεία που να αφήνουν οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι χειρισθέντες τη σύναψη της Σύμβασης και την παραλαβή του έργου ενήργησαν σε βάρος των συμφερόντων του ενάγοντος (παρ. 137).

Με τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, είχε παρασχεθεί η δυνατότητα σε αμφότερους τους διαδίκους να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς, να υποβάλουν και αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους για την απόδειξη αυτών και το έπραξαν, αυτά δε αξιολογήθηκαν ενδελεχώς από το Διαιτητικό Δικαστήριο, περαιτέρω δε, όπως δεν αμφισβητείται από το ενάγον, η αντίδικος του στη διαιτητική δίκη (εναγόμενη) δεν απέκτησε σε σχέση με αυτό ιδιαίτερα δικαιώματα ούτε απηλλάγη από επιβληθείσες σ' αυτό (ενάγον) υποχρεώσεις.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω η απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, η παραδοχή ή μη του οποίου ανήκε στη διακριτική ευχέρεια του Διαιτητικού Δικαστηρίου, δεν συνιστά παραβίαση εκ μέρους του των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του δικαιώματος ακρόασης, που διέπουν τη διαιτητική δίκη, ούτε συνιστά υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη.

Επομένως, το Εφετείο ,το οποίο , κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο κατ ουσίαν τον τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, τόσο με τις δικές του αιτιολογίες ,όσο και εκείνες που κατά ρητή παραπομπή αναφέρονται στις ενσωματούμενες πιο πάνω ελεγχόμενης από εκείνο (Εφετείο) διαιτητικής απόφασης ,δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ 1 και 19 πλημμέλειες, δηλαδή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Σ, 34 παρ 2 εδ.α περ δδ και εδ β.

περ ββ , σε συνδυασμό προς το άρθρο 33 ΑΚ και 18 του ν. 2735/1999,ενώ έχει και τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 14-3-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3567/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων .

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 19 Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ