Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing evidence evaluation errors as inadmissible under Greek Civil Procedure Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by three individuals against a final judgment from the Thessaloniki Court of First Instance. The appellants argued for a retrial based on alleged violations of substantive law and common sense, while the appellee contended the lower court properly considered all evidence. The court ruled that the appellants' arguments regarding evidence assessment and the non-consideration of prior documents failed to meet the strict requirements for an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the violation of common sense is inadmissible if it concerns the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under those rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 58/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Τ. του Δ., 2) Π. Τ. του Ι. και 3) Δ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πουλόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοϊμτζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 156/2005 μη οριστική και 757/2007 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή των υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π.20/2005).
Εξάλλου για τη θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π.115/2010).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναβολή της συζητήσεως για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π.1693/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ με την 156/2005 μη οριστική απόφαση του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση εφετείου είχε αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως και η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί με την από 23-1-2000 προφορική μήνυση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία τους αποδίδονταν οι αξιόποινες πράξεις που αποτελούσαν τη θεμελιωτική των αγωγικών αξιώσεών του αδικοπραξία και ενώ επί της ανωτέρω μηνύσεως είχε εκδοθεί η 1180/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, η οποία τους κήρυξε αθώους των αξιόποινων αυτών πράξεων και η οποία δεν είχε ακόμα καθαρογραφεί, εν τούτοις το εφετείο δεν ανέβαλε αυτεπαγγέλτως, όπως όφειλε, την εκδίκαση της εφέσεώς τους μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ανωτέρω ποινική δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω της αοριστίας του (η οποία έγκειται στο ότι δεν προκύπτει αν οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου [και τίνος] ή των διδαγμάτων της κοινής πείρας ούτε το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα) αλλά και διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η αναβολή της συζητήσεως κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ.
απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς επίσης και τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π.694/2009).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Α.Π.698/2010).
Εξάλλου ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νούνται τα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π.1180/ 2010). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π.1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.861/1984).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π.41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.8, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη των ισχυρισμών τους περί ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και τα οποία το τελευταίο αντέκρουσε με τις αναφερόμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες ή χωρίς καθόλου αιτιολογία, ήτοι:
α) απόσπασμα της τελεσίδικης 1180/5-12-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι της αδικοπραξίας που θεμελιώνει την αγωγή και αποτελεί και ποινικό αδίκημα, την οποία (ποινική απόφαση) το εφετείο αντέκρουσε με τη διαλαμβανόμενη στο λόγο αναιρέσεως ανεπαρκή αιτιολογία (δεύτερος λόγος), β) την 156/2005 μη οριστική απόφαση του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση εφετείου, με την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως και η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η πιο πάνω ποινική δίκη, την οποία (μη οριστική απόφαση) το εφετείο δεν αναφέρει καν, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την αξιολόγηση ή μη του στοιχείου αυτού (τρίτος λόγος), γ) την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα Σ.-Ν.
Κ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας που δίκαζε τη μήνυση του αναιρεσιβλήτου που θεμελιωνόταν στα ίδια με την αγωγή πραγματικά περιστατικά και επί της οποίας εκδόθηκε η 1898/24-9-2004 απόφασή του, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονταν και την οποία (μαρτυρική κατάθεση) το εφετείο αντέκρουσε με τη διαλαμβανόμενη στο λόγο αναιρέσεως ανεπαρκή αιτιολογία (τέταρτος λόγος), δ) τη 1848/13-1-2005 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ.
Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδημητρίου, η οποία συντάχθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου και την οποία, παρά το ότι το εφετείο αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, στην πραγματικότητα δεν έλαβε υπόψη, δεδομένου ότι όσα κατέθεσε ο μάρτυρας δεν επέδρασαν σε κανένα βαθμό στην κρίση του και έτσι έχει ανύπαρκτη ως προς αυτήν αιτιολογία (πέμπτος λόγος), ε) τις καταθέσεις των μαρτύρων τους Π.
Τ., Μ. Π. και Ό. Γ., οι οποίοι κατέθεσαν τα αναλυτικά αναφερόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, τις οποίες το εφετείο αντέκρουσε ως μη πειστικές με την αναφερόμενη στο λόγο αναιρέσεως πλημμελή και ανεπαρκή αιτιολογία (έκτος λόγος), στ) τη 1416/20-6-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση και απάτης κατ' εξακολούθηση που είχε τελέσει σε βάρος της επιχειρήσεώς τους και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά μηνών, η οποία επικυρώθηκε με τη 1277/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, την οποία το εφετείο δεν αναφέρει καν, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την αξιολόγηση ή μη του στοιχείου αυτού (έβδομος λόγος), ζ) την από 14-1-2000 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αποδεχόταν ότι είχε προβεί σε υπεξαίρεση και απάτη σε βάρος της εταιρείας τους και δεσμευόταν να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστησαν, την οποία το εφετείο δεν αναφέρει καν, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την αξιολόγηση ή μη του στοιχείου αυτού (όγδοος λόγος), η) τα αντίγραφα μηχανογραφημένης καταστάσεως τηλεφωνικών κλήσεων και τα αντίγραφα των λογαριασμών των ...
και ... κινητών τηλεφώνων των δευτέρου και τρίτου από αυτούς (τους αναιρεσείοντες), των οποίων δεν γίνεται αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε προκύπτει οποιαδήποτε αιτολογία για την αξιολόγηση ή μη αυτών, παρά μόνο μία γενική αναφορά για τη λήψη υπόψη όλων των εγγράφων που συνιστά ανεπαρκή και γενικόλογη αιτιολογία (ένατος λόγος) και θ) την από 20-5-2001 βεβαίωση της επιχειρήσεως Χ., τις υπ' αριθμ.1-7 φωτογραφίες που περιέχονταν στην ποινική δικογραφία, το φωτοαντίγραφο της από 9-10-2000 υπεύθυνης δηλώσεως του Α.
Σ., την υπ' αριθμ.1337 παραποιημένη απόδειξη (στην οποία άλλο ποσό αναγράφεται στο πρωτότυπο και άλλο στο αντίγραφο), την από 16-7-2001 δήλωση και επιστολή του Η. Κ., την από 25-8-2000 δήλωση του Α. Π. και τα αντίγραφα των ποινικών μητρώων αυτών (των αναιρεσειόντων), από τα οποία δημιουργείται συνολική εντύπωση για το ήθος αυτών και του αναιρεσιβλήτου, ενώ είναι ικανά από μόνα τους να σχηματίσουν συνολική δικανική πεποίθηση για τα πραγματικά περιστατικά και τα κίνητρα όλων των εμπλεκομένων στην υπόθεση, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, η δε γενική αναφορά για τη λήψη υπόψη όλων των εγγράφων συνιστά ανεπαρκή και γενικόλογη αιτιολογία (δέκατος λόγος).
Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ως πράγματα των οποίων η μη λήψη υπόψη θεμελιώνει το σχετικό λόγο αναιρέσεως δεν νοούνται τα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Αλλά και αν ακόμα θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείοντες ως πράγματα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη εννοούν τους ισχυρισμούς τους για την απόδειξη των οποίων επικαλέστηκαν τα πιο πάνω έγγραφα, και πάλι οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισμοί τους αυτοί αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής που έχει ως βάση την αδικοπραξία και συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, κατά το δεύτερο σκέλος τους (από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού σ' αυτούς οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τα οικεία αποδεικτικά μέσα και τα αντέκρουσε, παραθέτοντας μάλιστα τα αποσπάσματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τα οποία αντικρούονται αυτά.
Επίσης ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναφερόμενη μη οριστική απόφαση του δικάσαντος εφετείου δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο αλλά διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως δεν νούνται τα διαδικαστικά έγγραφα.
Όσον αφορά τους λοιπούς (έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο) λόγους αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος τους (από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.), από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία επίσης αυτοί (οι διάδικοι) νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και οι φωτογραφίες που επιδείχθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους", όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν.
Επί πλέον, πέρα από τη γενική μνεία των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, γίνεται και ειδική μνεία της αναφερόμενης στον όγδοο λόγο αναιρέσεως από 14-1-2000 υπεύθυνης δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου αλλά (εμμέσως) και των αναφερόμενων στον έβδομο λόγο καταδικαστικών σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ποινικών αποφάσεων, αφού η προσβαλλόμενη δέχεται ως αληθές ότι ο αναιρεσίβλητος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις των οποίων κηρύχθηκε ένοχος με αυτές.
Γενικά δε από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι αυτή έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους ανωτέρω λόγους (έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο) αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος οι δεύτερος, τρίτος τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος τους (από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η έλλειψη και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, οι σχετικές πλημμέλειες δεν θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2008 αίτηση για αναίρεση της 757/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ