Legislator Case Law & Legislation
103/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision due to insufficient reasoning on insolvency status.

Case Number 103/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal against a final debt restructuring order issued in absentia. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to compare the debtor's income with her monthly debt payments and basic living expenses for herself and her minor children. Consequently, the decision to declare the debtor unable to pay was deemed arbitrary, warranting the annulment of the original ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The court must provide adequate reasoning when determining permanent insolvency under the debt restructuring law, specifically by comparing liquid income against monthly debt obligations and essential living costs for the debtor and dependents.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency determination adequate reasoning income vs expenses minor children annulment of judgment debt repayment

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 449/2022
Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling property exemption invalid due to insufficient repayment capacity evidence.
AP 778/2022
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court's decision is final and not subject to cassation.
AP 658/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.
AP 508/2020
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting ground 5 of Art. 560 CPD in insolvency proceedings.
AP 253/2023
Supreme Court allows appeal in traffic accident case, overturning lower court's liability ruling due to pedestrian fault.
AP 1916/2022
Supreme Court allows appeal against first instance dismissal due to vague claim, remanding case for retrial.
AP 1506/2022
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper defendant and failure to prove procedural grounds.
AP 1050/2021
Supreme Court partially allows appeal, overturning lower court's order for the Fund to pay litigation costs.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 486/2021
Supreme Court allows appeal against bank's refusal to exempt a spouse's home from liquidation under Law 3869/2010.
AP 897/2020
Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy debt restructuring ruling in Greece. Appeal rejected due to lack of legal grounds.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 883/2021
Supreme Court allows partial annulment of voluntary enforcement judgment regarding property auction necessity.
AP 552/2020
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Ε., κατοίκου Ιωαννίνων και 2) Χ. Τ. του Ν., κατοίκου Πεδινής Ιωαννίνων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2016 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10.9.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 169/2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 24/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην (στη συνεκδικασθείσα από 10-7-2017 και με αρ.

κατ. 42/2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ.") του δευτέρου των εφεσιβλήτων και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Χ. Τ.. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία του, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτού, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς αυτόν, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 93/2023).

Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 και 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, που ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επίδοση στην κατοικία του προσώπου προς τον οποίο απευθύνεται, ορίζονται τα ακόλουθα: Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του.

Αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους ενηλίκους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου και στην παρ. 4 ότι, αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παρ. 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση, μπροστά σε έναν μάρτυρα..., β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παρ. 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα..., γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση....

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση που, τόσο εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, όσο και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1, απουσιάζουν από την κατοικία, τότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση και, παράλληλα, το βραδύτερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδίδεται στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και μόνο αν αυτός απουσιάζει παραδίδεται στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται στην απόδειξη που συντάσσεται κάτω από την έκθεση επιδόσεως (Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 272/2015, Α.Π. 660/2015).

Στην παραπάνω δε περίπτωση, της επιδόσεως σε παραλήπτη που απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θεωρείται, κατ' άρθρο 136 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται παραπάνω (Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 1908/2008, Α.Π. 903/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/ 2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.

ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ.", που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 10.9.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 169/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 2099Β'/6.5.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Ε.

Ζ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ανδριανής Κατσαρού, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., με θυροκόλληση, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., στην πρώτη αναιρεσίβλητη Χ.

Δ., ενώ επίσης, αντίγραφο της τελευταίας αυτής εκθέσεως επιδόσεως, παραδόθηκε στις 9-5-2022, ημέρα Δευτέρα (επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση), στον Προϊστάμενο του Α.Τ. Ιωαννίνων, με σχετική ταχυδρομική ειδοποίηση (βλ. τη συνημμένη στην έκθεση επιδόσεως, από 9-5-2022, απόδειξη παράδοσης και παραλαβής εγγράφου από το Α.Τ και, με την ίδια ημερομηνία, βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου), για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Επίσης, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το ίδιο, επισπεύδον τη συζήτηση, αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., υπ' αριθμ. 1971Β'/29.3.2022 έκθεση επιδόσεως, της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Ζ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/ 2014, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ανδριανής Κατσαρού, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., στη δικηγόρο Ιωαννίνων Λαμπρινή Καλόκα, ως αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου και παραστάσα κατά τη συζήτηση της συνεκδικασθείσας, από 14-7-2017 και με αρ.

κατ. 45/2017, εφέσεώς του, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκπροσωπώντας αυτόν. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 24/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Δ., με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων από 7-11-2016 αίτησή της κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ.", που κοινοποιήθηκε και προς τον έχοντα την ιδιότητα του εγγυητή, στη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση, Χ. Τ. (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 167/2017 απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν το ήδη αναιρεσείον, όσο και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Χ. Τ. με τις από 10-7-2017 και 14-7-2017 εφέσεις τους, αντιστοίχως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο, μετά από συνεκδίκασή τους, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 7-11-2016 αίτηση της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, στις 5-8-2016], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση, για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποιήσεως κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.

Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 71/2020).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 656/2021).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 656/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είναι ηλικίας 44 ετών και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Περιφέρεια Ηπείρου, με μισθό ύψους 1.506 ευρώ τον μήνα ...

Είναι διαζευγμένη από το 2011 και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, για τις ανάγκες των οποίων λαμβάνει διατροφή από τον πρώην εκκαλούντα σύζυγό της, ύψους 400 ευρώ τον μήνα. Άλλα εισοδήματα δεν αποδεικνύεται ότι έχει η αιτούσα από οποιαδήποτε πηγή. Διαμένει με τα τέκνα της, μετά την αποχώρησή της από την έως το 2008 κοινή συζυγική εστία, σε μισθωμένη οικία στα Ιωάννινα, για την οποία καταβάλλει μίσθωμα ύψους 400 ευρώ τον μήνα.

Είναι συγκυρία κατά ποσοστό 33,3% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, κείμενου εντός του οικισμού του Δ.Δ. Ραβενίων του Δήμου Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων και στη θέση …, εμβαδού 1.300 τ.μ. εμπορικής αξίας του ποσοστού της, 9.000 ευρώ, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμό 4.067/2001 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Παππά και συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δύο Ι.Χ.Ε.

οχημάτων και δη: α) εργοστασίου κατασκευής και τύπου Fiat Punto 1.242 cc, του 2001 και β) εργοστασίου κατασκευής και τύπου Ford Mondeo 1900 cc, του 2008. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης και δη το 2004, είχε χορηγηθεί στην αιτούσα από το καθ' ου Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον) ένα στεγαστικό δάνειο, που λήφθηκε για την ανέγερση μονοκατοικίας, που χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι πρώην σύζυγοι ως οικογενειακή τους στέγη πριν την επελθούσα διάστασή τους, από το οποίο όφειλε, έως την 05-04-2014, το ποσό των 79.227,27 ευρώ, που εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία του πρώην εκκαλούντος συζύγου της, ο οποίος έχει υπογράψει ως εγγυητής στο ανωτέρω δάνειο.

Τα παραπάνω εισοδήματα της αιτούσας συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις δανειακές συμβάσεις, δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων, που είχε ως συνεπεία τη μείωση και καθήλωση των μισθών και στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς, συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία της αιτούσας πληρωμής του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τη μετέχουσα πιστώτρια, αδυναμία η οποία δεν οφείλεται σε δόλο και συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τη ληξιπρόθεσμη υποχρέωσή της, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους.

Επισημαίνεται ότι για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, λόγω του υπέρμετρα δυσανάλογου ύψους των χρεών της και της μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την αποπληρωμή, σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση. Σημειώνεται ότι, η ανωτέρω εμπραγμάτως εξασφαλισμένη ένδικη οφειλή της αιτούσας είναι ήδη ληξιπρόθεσμη, καθόσον η συνέχιση της κανονικής της εξυπηρέτησης, μπορεί να λάβει χώρα μόνο σε βάρος των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης αυτής (αιτούσας) και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της, ήτοι των τέκνων της, δεδομένου ότι, και η ίδια έχει την υποχρέωση να συνεισφέρει από κοινού με τον πρώην σύζυγο της, ο οποίος της καταβάλλει για λογαριασμό των τέκνων τους, Ν.

και Ε., το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως για τακτική σε χρήμα διατροφή τους, ανάλογα με τις δυνάμεις της, για την αντιμετώπιση των αναγκών των τέκνων τους και η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία της, τα εισοδήματά της και την περιουσία της. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι, για λογαριασμό του καθ' ου Ν.Π.Δ.Δ., καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, λαμβάνει χώρα απευθείας παρακράτηση έκαστης οφειλόμενης μηνιαίας δόσης του ένδικου δανείου από τον καταβαλλόμενο μισθό της αιτούσας, ήτοι απευθείας παρακράτηση από τη μισθοδοσία της, ώστε δεν αναιρείται το ληξιπρόθεσμο της ένδικης οφειλής της αιτούσας για τον λόγο ότι οι δόσεις αυτής παρέμεναν ενήμερες, δεδομένου ότι ο γενικός κανόνας του ακατάσχετου και ανεκχώρητου των μισθών και συντάξεων των άρθρων 982 ΚΠολΔ και 464 ΑΚ κάμπτεται στην περίπτωση των δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθόσον οι ειδικές διατάξεις τόσο του άρθρου 7 του Ν. 4202/1929, αλλά και της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν.δ. 3783/1957, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις του Ν. 4202/1929, όσο και του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994, προέβλεψαν ρητά τη χορήγηση δανείων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπό την προϋπόθεση της εκχώρησης τμήματος των αποδοχών και της σύνταξης για την εξυπηρέτησή τους.

Δεν αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η αιτούσα βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά με την ανάληψη του ένδικου χρέους της. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η αιτούσα, με πράξεις ή παραλείψεις της, επεδίωξε την αδυναμία πληρωμής του ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμής, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα.

Επίσης, σαφώς προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων της αιτούσας οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, και δη στην ενσκήψασα οικονομική κρίση, που αυτή δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει. Με βάση τα ανωτέρω, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2.

Η εκποίηση των ως άνω οχημάτων συγκυριότητας της αιτούσας δεν κρίνεται πρόσφορη, καθόσον, εν όψει της αγοραστικής τους αξίας και της οικονομικής κρίσης που έχει επιφέρει ραγδαία πτώση και στη ζήτηση για την αγορά αυτοκινήτων, δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και ν' αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων του καθ' ου Ν.Π.Δ.Δ., λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, ενώ συνιστούν, άλλωστε, κατ' ουσίαν, τα οχήματα μετακίνησης της αιτούσας και του πρώην συζύγου της, αντιστοίχως, απαραίτητα για τη διαβίωσή τους.

Επομένως, κρίνεται, ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίηση τους, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010. Παράλληλα το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης και το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο, συγκυριότητας της αιτούσας, το οποίο είναι ρευστοποιήσιμο, πλην όμως από την εκποίησή του, κατά τους όρους του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεν μπορεί να προκύψει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, από το οποίο συνάγεται ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί ..., ενόψει του ποσοστού συγκυριότητας της αιτούσας, ούτε σημαντική βελτίωση της θέσης του καθ' ου Ν.Π.Δ.Δ., ενόψει της μικρής εμπορικής του αξίας ως προς το ποσοστό συγκυριότητας της αιτούσας, της οικονομικής δυσπραγίας που πλήττει τη χώρα, των δυσμενών συνθηκών, που επικρατούν στην αγορά ακινήτων, του μειωμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος για αντίστοιχα ακίνητα και των αυξημένων εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσίευσης κλπ).

Επομένως το τίμημα που τυχόν θα επιτευχθεί από την εκποίησή του θα είναι χαμηλό και δεν πρόκειται να βελτιώσει σημαντικά τη θέση του καθ' ου Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο για το υπόλοιπο της οφειλής του μπορεί να στραφεί σε βάρος του εγγυητή, ο οποίος διαθέτει ικανή περιουσία προς εξόφληση του συνόλου της οφειλής του...".

Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, του ήδη αναιρεσείοντος και του ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 167/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο, με όμοιες επί της ουσίας παραδοχές, έκρινε ότι η αιτούσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών και, αφού δέχτηκε εν μέρει την αίτηση αυτής ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε το προς το ήδη αναιρεσείον χρέος αυτής, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών της αιτούσας, πρώτης αναιρεσίβλητης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 και 8 παρ. 1 και 2, όπως ισχύουν, τις οποίες, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του, από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αναφέρονται μόνο τα μηνιαία εισοδήματα της αιτούσας- δεύτερης αναιρεσίβλητης, όχι όμως και το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει να καταβάλει προς το αναιρεσείον, για την κάλυψη της προς αυτό δανειακής της υποχρεώσεως, ούτε και οι, βασικές τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ίδιας και των ανηλίκων τέκνων της, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να κριθεί αν έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, συνεπώς, αν δικαιούται ή όχι να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Κατά συνέπειαν, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως -που επιτρεπτά ερευνάται πρώτος, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 253/2023, Α.Π. 1916/2022, Α.Π. 1506/2022)- κατά τον οποίο το δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβε, ως προς το ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος.

Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των πρώτου και τρίτου λόγων αυτής, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αφού, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της πληττόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β' του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 24/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ