Appeal dismissed because court minutes containing witness testimony are not documents subject to Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four appellants against a second-instance judgment. The primary argument was that the lower court had distorted the court minutes containing witness testimony, claiming these minutes constituted a document under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that such minutes are merely records of proceedings and do not qualify as documents subject to the specific ground of appeal regarding distortion of content. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the appellants who did not appear, while the case was divided for the others.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: Court minutes containing witness testimony do not constitute documents subject to the ground of appeal for distortion of content under Article 559(20).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1026/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ξενίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Π. του Γ., 3) Π. Π. συζύγου Γ., το γένος Γ. Μ., κατοίκων ..., 4) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χαλάτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 397/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ764/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 αρθμ.3 εδ. β' ΚΠολΔ σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 979/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ξενίδη, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες (δεύτερος, τρίτη και τέταρτη) δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο.
Επειδή από τα διαδικαστικά έγγραφα δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υφισταμένης δε απλής ομοδικίας μεταξύ των δευτέρου, τρίτης και τετάρτης των αναιρεσειόντων (άρθρο 576 αρθμ.3ΚΠολΔ) πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς που δεν παραστάθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους απολειπομένους αναιρεσείοντες και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους (πρώτη των αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητο).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 397/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του 1782/2003 Κανονισμού ΕΚ του Συμβουλίου και του 795/2004 Κανονισμού της Επιτροπής, βάσει των οποίων η πρώτη των αναιρεσειόντων μπορούσε να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα που αγόρασε με το βοσκότοπο του οικισμού που κατοικεί, χωρίς να υποχρεωθεί να χρησιμοποιεί ιδιωτικούς ή μισθωμένους αγρούς, με το να δεχθεί εσφαλμένα την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών νόμων, ούτε (καθόλου) οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1593/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της πρώτης των αναιρεσειόντων περί ενεργοποιήσεως των δικαιωμάτων που αγόρασε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, όντας κτηνοτρόφος και κάτοικος ορεινού οικισμού με δήλωση βοσκοτόπου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ούτε εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016 και 23/2008, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη των αναιρεσειόντων με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 147403/2014 βεβαίωση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την κατάθεση του μάρτυρά της.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (13η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους που πρότεινε παράτυπα ο αναιρεσίβλητος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του, χωρίς να την εκθέσει προφορικά με καταχώρηση στα πρακτικά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό το πρότεινε η πρώτη αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθορίζοντας και τον νόμιμο τρόπο προτάσεώς του και ότι το επανέφερε νόμιμα με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ώστε βάσει του αναιρετηρίου να μπορεί να κριθεί το παραδεκτό της προτάσεώς του, ενόψει και του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 αρθμ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας του αναιρεσίβλητου από τη μίσθωση αγρών, στην οποία προέβη προς ενεργοποίηση των εκτατικών δικαιωμάτων του και του οφέλους αυτής (πρώτης αναιρεσείουσας) που απέφυγε τη σχετική δαπάνη. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού νόμου και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο (παντάπασι) οι ουσιαστικές παραδοχές, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.10 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, ότι κατέβαλε τα μισθώματα που αναγράφονται στα μισθωτήρια και συνεπώς δεν έλαβε ακέραιες τις ενισχύσεις, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Όμως δεν αποτελούν έγγραφα για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 22/2018,ΑΠ 1843/2014, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1300/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμορφώσεως των πρακτικών συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης, καθ' ο μέρος περιέχουν την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρά της, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά, τα οποία εκείνος κατέθεσε ως μάρτυρας και περιέχονται στα εν λόγω πρακτικά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά συνεδριάσεως δίκης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφο, κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεκτικό παραμορφώσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η πρώτη των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-7-2017 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους αυτούς.
Απορρίπτει την από 4-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.397/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την πρώτη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ