Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, upholding rent penalty reduction based on economic crisis and breach extent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision reducing a contractual penalty in a lease dispute. The court found the lower court's reasoning regarding the economic crisis and the extent of the breach was legally sound and adequately motivated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1)(b) and 256(1)(d) of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of whether a contractual penalty is disproportionately high is a matter of free evaluation of evidence and cannot be reviewed on appeal unless the decision lacks logical basis or is arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 981 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 981/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6395/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 419/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του Ν. 2915/ 2001 και προ της τροποποιήσεώς του με το Ν. 4335/2015, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζονται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά...
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές...
τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ.ΑΠ 2/2005).
Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 206/2016, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 175/2009, ΑΠ 112/2003).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος, της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα, να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι π.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 1412/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 419/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αφού συνεκδικάσθηκαν η με αρ. καταθ. ...2014 έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "..." και η με αρ. καταθ. ...2014 έφεση του αναιρεσείοντος Σ. Μ., απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος, έγινε κατ’ ουσία δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθμ. 6395/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 27.978,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από κάθε ημέρα καθυστερήσεως και εφεξής.
Με την ένδικη, από 9-4-2013 και με αρ. καταθ. .../2013, αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη κατήγγειλε, με την από 13-6-2012 έγγραφή δήλωσή της, τη συναφθείσα μεταξύ τους από 8-5-2001 σύμβαση μισθώσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει: 1) το ποσό των 59.163,72 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, για το χρονικό διάστημα από 13-9-2012 μέχρι 6-12-2012, λόγω καθυστερήσεως αποδόσεως του μισθίου, 2) το ποσό των 10.000 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, με το νόμιμο τόκο από την 14-9-2012 και 3) το συνολικό ποσό των 90.498,91 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, μετά την αφαίρεση της εγγυήσεως ποσού 11.283,59 ευρώ, που είχε καταβάλει η εναγομένη, ως αποζημίωση για τις φθορές, που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η εναγομένη, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει, αφού ανέπτυξε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις προτάσεις της, ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή και προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, ένσταση αοριστίας ως προς τις φθορές, ποσότητες και υλικά, ένσταση ουσία αβασίμου, ένσταση εξοφλήσεως όσον αφορά το κονδύλιο της νόμιμης αποζημίωσης, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως προς τις φθορές και ζημίες και ως προς το κονδύλιο των ποινικών ρητρών μετά τις 10 Δεκεμβρίου και ένσταση εξοφλήσεως, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις προτάσεις της.
Με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου (βλ. σχετική επισημείωση επ’ αυτών της γραμματέως του δικαστηρίου), η εναγομένη ζήτησε να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, ήτοι στο μισό η ποινική ρήτρα για το χρονικό διάστημα από 10-10-2012 μέχρι 23-10-2013, ως δυσανάλογα μεγάλη, καθώς η ποινική αυτή ρήτρα ποσού 704,30 ευρώ ημερησίως συνιστά το διπλάσιο του ημερήσιου συμφωνηθέντος μισθώματος (10.000 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα / 30 ημέρες = 333,30 ευρώ), λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή προσέφερε ελεύθερο το μίσθιο και τα κλειδιά, αλλά ο αντίδικός της και οι λοιποί συνιδιοκτήτες, από υπαιτιότητά τους δεν τα παραλάμβαναν και καθυστερούσαν επίτηδες, με σκοπό να αποκομίζουν οικονομικά οφέλη σε βάρος της (βλ.
σελ. 18 των προτάσεών της). Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, νομίμως προβλήθηκε και νομίμως λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν Εφετείο η ένσταση μειώσεως της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, αφού είχε διαληφθεί και επαρκώς αναλυθεί στις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της που περιείχοντο σ’ αυτές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το να δεχθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς η ένσταση μειώσεως της ποινικής ρήτρας, είναι απορριπτέος κυρίως και πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά της δίκης δεν αποτελούν έγγραφα κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκαν οι προβληθέντες με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος ισχυρισμοί περί μη προβολής προφορικώς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της ενστάσεως μειώσεως της ποινικής ρήτρας με την εξής αιτιολογία: "Όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών στη δεύτερη άνω έφεση (δεύτερο λόγο), ότι δηλ.
η εναγομένη παρέλειψε να προβάλει και προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τη σχετική ένσταση, ελέγχονται αβάσιμα και κρίνονται απορριπτέα, εφόσον η συμπερίληψη της ένστασης στις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης, οι οποίες σημειωτέον κατατέθηκαν επί της έδρας (βλ. σχετική επισημείωση της γραμματέως της έδρας), παράγει κανονικά τη δικονομική της ενέργεια, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εναγομένη διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανάπτυξε τους ισχυρισμούς της, όπως αυτοί περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις της".
Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας πλήρως και επαρκώς αιτιολόγησε την κρίση του περί του ότι η προαναφερόμενη ένσταση προβλήθηκε παραδεκτώς, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νομίμως και παραδεκτώς προβλήθηκε από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη η ένσταση μειώσεως της ποινικής ρήτρας, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείντος, που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ότι δηλαδή το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), (εφόσον κατά τον αναιρεσείοντα, δεν είχε προβληθεί η εν λόγω ένσταση προφορικά στο ακροατήριο), κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τούτο δε ανεξαρτήτως, αν άλλο Εφετείο, με άλλη απόφαση (την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα 21/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς), εκδοθείσα επί άλλης υποθέσεως, έκρινε ότι, η με τον ίδιο τρόπο, προβληθείσα ένσταση μειώσεως της ποινικής ρήτρας δεν προβλήθηκε παραδεκτώς. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση για τους ίδιους ως άνω λόγους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Εάν, ωστόσο, με λόγο έφεσης ο εκκαλών πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε κατ’ ουσίαν αυτοτελή ισχυρισμό του, του οποίου δεν αμφισβητείται η παραδεκτή προβολή πρωτοδίκως, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί το αντικείμενο της συζήτησης στο Εφετείο, αφού κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό αυτό μεταβιβάζεται με την έφεση η υπόθεση στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ και δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς του από τον εκκαλούντα με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 240 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στους ισχυρισμούς που επανυποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι σε εκείνους που φέρονται στο Εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 261/2007, 406/2003, 1417/2002, 75/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, που δεν προτάθηκαν (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (άρθρ. 559 αρ. 14 του ίδιου κώδικα), αφού η αναιρεσίβλητη δεν επανέφερε προσηκόντως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όλες τις ενστάσεις που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επί του λόγου αυτού της αναιρέσεως πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και των από 1-4-2015 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το κονδύλιο της αποζημιώσεως για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, ο δε σχετικός ισχυρισμός που προβλήθηκε και από την αναιρεσίβλητη ως ένσταση αοριστίας, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και απορρίφθηκε.
Όσον αφορά την ένσταση συμψηφισμού - εξοφλήσεως (εξοφλήσεως όπως εκτιμήθηκε από το Εφετείο), επαναφέρθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της και έγινε εν μέρει δεκτός με την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, αναφορικά με το αιτούμενο κονδύλιο της ποινικής ρήτρας, το σχετικό ισχυρισμό της η αναιρεσίβλητη επανέφερε με τον τέταρτο και πέμπτο σε συνδυασμό με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεώς της, καθώς και με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις της (σελ. 3 -5 αυτών) με την ειδικότερη αναφορά που έχει ως εξής: "Άλλωστε όπως εκθέσαμε και πρωτοδίκως στις προτάσεις μας (βλ.
σελ. 18) η ποινική ρήτρα (704,30 ημερησίως) συνιστά το διπλάσιο του ημερήσιου συμφωνηθέντος μισθώματος (10.000 € μηνιαίο μίσθωμα / 30 ημέρες = 333,30 €) άρα είναι δυσανάλογα μεγάλη ειδικά αφού το προαναφερθέν διάστημα η εταιρεία δεν είχε στην κατοχή της το μίσθιο, ούτε έκανε χρήση αυτού... Τέλος, η εν λόγω ένστασή μας επικουρικώς προβαλλόμενη, προτάθηκε νομίμως και προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο μας, όπως και όλες οι υπόλοιπες.
Αναλύεται δε η εν λόγω επικουρική ένσταση διεξοδικά στη σελ. 18 των προτάσεών μας στις οποίες παραπέμπουν τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου". Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, νομίμως επαναφέρθηκαν οι πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο και ο σχετικός ως άνω πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να ελέγχεται ο προσδιορισμός του ποσού, κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 1439/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών στη δεύτερη έφεση, με το από 8-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στην πρώτη έφεση, εταιρεία, ένα κτίριο αποθήκης εμβαδού 803,49 τ.μ., επί οικοπέδου εκτάσεως 1.004,36 τ.μ.
και ένα κτίριο αποθήκης εμβαδού 600 τ.μ., μετά του ακαλύπτου χώρου, τα οποία βρίσκονται στην περιοχή Αγ. Ιωάννη Ρέντη, επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την τελευταία ως ενιαίο μίσθιο για την εγκατάσταση σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και τηλεπικοινωνιακού κέντρου, καθώς και ως γραφεία και αποθήκες (όρος 8ος).
Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο η εναγομένη μίσθωσε και δύο όμορα ακίνητα από τις Ε. και Μ. Μ., αδερφές του ενάγοντος, τα οποία χρησιμοποιούσε για τον ίδιο σκοπό. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε δωδεκαετής, ήτοι από 1-6-2001 έως 31-5-2013, το δε μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα ορίσθηκε στο ποσό των 8.422,59 ευρώ για το πρώτο έτος, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ενώ συμφωνήθηκε ότι για κάθε επόμενο έτος θα υπάρχει ετήσια αναπροσαρμογή επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος σύμφωνα με το δείκτη τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως καθορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (όροι 2ος, 4ος και 12ος).
Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ποσό 8.422,59 ευρώ ως εγγύηση εκπληρώσεως εκ μέρους της των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει από τη μίσθωση και μερικής καλύψεως της δαπάνης αποκαταστάσεως των τυχόν φθορών και ζημιών που δεν περιλαμβάνονται σε αυτές και που προκύπτουν από τη συνηθισμένη χρήση του μισθίου, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος σύμφωνα με το μίσθωμα (όρος 3ος).
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι κατά τη λύση ή τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης η μισθώτρια υποχρεούται να εκκενώσει και να παραδώσει το μίσθιο, στην περίπτωση δε που καθυστερήσει την εμπρόθεσμη παράδοσή του, υποχρεούται να καταβάλει στον εκμισθωτή για κάθε ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης το ποσό των 240.000 δραχμών λόγω ποινικής ρήτρας (όρος 16ος).
Περαιτέρω, με το από 9-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθώματος αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης (31-5-2013), στο ποσό των 10.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ενώ κατά τα λοιπά παρέμειναν σε ισχύ οι όροι του αρχικού μισθωτηρίου.
Στη συνέχεια η εναγομένη ζήτησε εκ νέου μείωση του μισθώματος, πλην όμως ο ενάγων αρνήθηκε και η εναγομένη με την από 11-6-2012 εξώδικη καταγγελία - δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα την 15η-6-2012 (βλ. την υπ’ αριθμ. ...15-6-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ.), κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικ.
με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/2010. Το ίδιο διάστημα η εναγομένη προέβη σε καταγγελία και των συμβάσεων μίσθωσης των όμορων μισθίων, ιδιοκτησίας των αδερφών του ενάγοντος Ε. και Μ. Μ. Περαιτέρω, εφόσον η καταγγελία της μισθώτριας επιδόθηκε στον εκμισθωτή την 15η-6-2012, η ενέργειά της αρχίζει την επόμενη ημέρα (16-6-2012) και συνεπώς η μίσθωση λήγει μετά τρεις μήνες, ήτοι την 16η-9-2012.
Η εναγομένη όμως δεν παρέδωσε το μίσθιο ακίνητο κατά την ανωτέρω ημερομηνία λόγω καθυστερήσεων στις εργασίες εκκένωσης των αποθηκών και περίπου ένα μήνα αργότερα, ήτοι την 8η-10-2012 ειδοποίησε τον ενάγοντα, καθώς και τις εκμισθώτριες των όμορων ακινήτων, διότι η εναγομένη χρησιμοποιούσε τα τρία μίσθια ενιαία για τις ανάγκες της επιχείρησής της, ότι τα μίσθια ήταν άδεια και έτοιμα προς παράδοση.
Επίσης, την ίδια ημέρα εστάλη ηλεκτρονικά στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, σχέδιο συμφωνητικού λύσης - πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής μισθίου ίδιο και για τα τρία μίσθια, στο οποίο αναφερόταν ότι την 10η-10-2012 έγινε η παράδοση του μίσθιου με τα κλειδιά αυτού μαζί με τον εξοπλισμό, ο οποίος με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων παρέμενε προς όφελος του μισθίου και περιγραφόταν σε επισυναπτόμενο παράρτημα, ενώ περαιτέρω γινόταν αναφορά στις οφειλές της μισθώτριας και σε συμψηφισμό αυτών με την εγγύηση και άλλες οφειλές του εκμισθωτή.
Ο ενάγων όμως αλλά και οι εκμισθώτριες των όμορων μίσθιων, δεν συμφώνησαν στην υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού, αλλά απέστειλαν ηλεκτρονικά τροποποίηση αυτού, στην οποία έκαναν λόγο περί μη νόμιμης καταγγελίας εκ μέρους της μισθώτριας, και δέχονταν ο εξοπλισμός της μισθώτριας να παραμείνει προς όφελος των μισθίων, ενώ περαιτέρω διαφοροποιούνταν ως προς το συνολικό ποσό της οφειλής της μισθώτριας.
Κατόπιν, λοιπόν, της διαφαινόμενης ασυμφωνίας των διαδίκων, η εναγομένη με την από 22-10-2012 εξώδικη πρόσκληση απόδοσης μισθίου - προσφοράς κλειδιών, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα την 23η-10-2012 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../23-10-2012 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ.) δήλωσε στον τελευταίο ότι το μίσθιο έχει ήδη εκκενωθεί από την 10η-10-2012 και ότι παραδίδεται με τον εξοπλισμό που συμφωνήθηκε, προσέφερε δε τα κλειδιά αυτού ενώ παράλληλα δήλωσε ότι σε περίπτωση αρνήσεως παραλαβής αυτών τα κλειδιά θα βρίσκονται στα χέρια της πληρεξούσιας δικηγόρου της.
Τα κλειδιά του μίσθιου παρέλαβε για λογαριασμό τού ενάγοντος ο Δ. Μ. την 1η-11-2012, υπεγράφη δε το από 1-11-2012 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής κλειδιών (βλ. το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη με ημερομηνία 1.11.2012 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής κλειδιών μισθίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η είσοδος του εκμισθωτή στο μίσθιο, δεδομένου ότι με κανένα κλειδί από αυτά που παραδόθηκαν σε αυτόν δεν άνοιγε το λουκέτο, το οποίο είχε τοποθετήσει στην κεντρική σιδερένια καγκελόπορτα η εναγομένη.
Ακολούθως, η άλλη εκμισθώτρια Μ. Μ. με μήνυμά της, το οποίο εστάλη με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 30η-11-2012 και με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος και της έτερης εκμισθώτριας Ε. Μ., κάλεσε την εναγομένη να προσέλθει στο μίσθιο την 6η-12-2012, έτσι ώστε να γίνει η παραλαβή αυτού, να υπογράψει σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής και να καταγραφεί η κατάσταση του μίσθιου από μηχανικό.
Η εναγομένη σε αντίστοιχο μήνυμα, το οποίο εστάλη την 4η-12-2012 ενημέρωσε ότι δεν είχε στην κατοχή της άλλα κλειδιά και ότι εφόσον έχει ήδη γίνει η παραλαβή αυτών (κλειδιών) δεν συνέτρεχε κανένας λόγος υπογραφής νέου πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, ενώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία δήλωσε ότι θα παρίσταται εκπρόσωπός της και μηχανικός για την επίδειξη του εξοπλισμού (παροχή οδηγιών χρήσης).
Την 6η-12-2012 παρουσία των εκμισθωτών των όμορων ακινήτων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, αλλά και της μάρτυρος της εναγομένης Β. Π., η οποία είναι υπεύθυνη διαχείρισης των ακινήτων της, καθώς και του Π. Β. τεχνικού της εταιρείας, αφού διαπιστώθηκε ότι κανένα από τα κλειδιά που παραδόθηκαν στους εκμισθωτές δεν άνοιγε το λουκέτο της κλειδαριάς της εισόδου, εκλήθη κλειδαράς, ο οποίος και άνοιξε το λουκέτο.
Η εναγομένη - εκκαλούσα με το δεύτερο και τρίτο λόγο έφεσης επαναφέρει τον ισχυρισμό που προέβαλε και πρωτοδίκως, ότι δηλαδή το μίσθιο είχε παραδοθεί προσηκόντως από 22-10-2012 με την επίδοση της ανωτέρω από 22-10-2012 εξώδικης πρόσκλησής της, αρνούμενη εκ νέου ότι έλειπε το κλειδί του λουκέτου της κλειδαριάς της κυρίας εισόδου του κτιρίου από τη σειρά κλειδιών που παρέδωσε στον ενάγοντα την 1η-11-2012, καταλογίζοντας συνάμα στον ενάγοντα την ευθύνη απώλειας του κλειδιού μετά την παράδοσή του σε αυτόν από την ίδια.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι δεν παραδόθηκε προσηκόντως το μίσθιο στον ενάγοντα την 22η-10-2012, ούτε την 1η-11-2012, δεδομένου ότι μόνη η παράδοση των κλειδιών του ακινήτου, χωρίς συγχρόνως να παρέχεται και η αυτονόητη δυνατότητα εξουσίασής του δεν αποτελεί παράδοση της κατοχής αυτού.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων απώλεσε το εν λόγω κλειδί μετά την παράδοσή του σε αυτόν. Όμως, από την αδιαφορία που επέδειξε η εναγομένη να ανταποκριθεί έγκαιρα στην υποχρέωσή της προς απόδοση του μισθίου στον ενάγοντα ουδόλως αποδείχθηκε η πραγματική αυτής βούληση παράδοσης του μισθίου.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η επαναφερόμενη με το δεύτερο λόγο έφεσης ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξίωσης καταβολής ποινικής ρήτρας για το χρονικό διάστημα από 10-10-2012 έως 6-12-2012. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο παραπάνω αποτέλεσμα ουδόλως έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντιθέτως υποστηριζόμενων από την εκκαλούσα με το δεύτερο και τρίτο λόγο της πρώτης άνω έφεσης.
Επομένως, εφόσον αποδείχτηκε υπαιτιότητα της μισθώτριας η τελευταία οφείλει στον ενάγοντα ποινική ρήτρα ποσού 704,33 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης του μισθίου από την 16η-9-2012 έως την 6η-12-2012, ήτοι οφείλει για 81 ημέρες (14 ημέρες του Σεπτεμβρίου + 31 ημέρες του Οκτωβρίου + 30 ημέρες του Νοεμβρίου + 6 ημέρες του Δεκεμβρίου) το ποσό των 57.050,73 ευρώ (81 ημέρες χ 704,33 ευρώ)...
Περαιτέρω, η ποινική ρήτρα κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί, κατά παραδοχή εν μέρει της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, στο μέτρο που αρμόζει, ήτοι σε ποσοστό 50% και συγκεκριμένα στο ποσό των 28.525,36 ευρώ (57.050,73 : 2) και όχι στο ποσό των 39.935,51 ευρώ, που για την αιτία αυτή επεδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του πέμπτου λόγου στην πρώτη έφεση.
Το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί του χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, συνεκτίμησε το μεγάλο μέγεθος της ποινής σε σχέση με την αξία της αντιπαροχής του εκμισθωτή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του εκμισθωτή, που πλήγηκαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης της μισθώτριας και το βαθμό του πταίσματός της, τέλος δε την οικονομική κρίση που παρατηρείται στην (ιδιωτική) οικονομία και επιχειρηματικότητα".
Και με τις παραδοχές αυτές, μείωσε το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας στο προαναφερθέν ποσό των 28.525,36 ευρώ. Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοστέας στην προκείμενη περίπτωση διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν και με ποιό τρόπο συσχετίζονται τα επικαλούμενα σ’ αυτή ως άνω κριτήρια με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε με ποιό τρόπο επιδρούν τα ως άνω κριτήρια επί της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, ώστε να μειωθεί αυτή, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην πληρέστερη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση του, σαφώς διατυπωμένου στην απόφαση, αποδεικτικού πορίσματος.
Τέλος με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο, με την κρίση του ως προς το ποσοστό μειώσεως της ποινικής ρήτρας, δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ), αφού από το αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδεικνύεται ότι λήφθηκαν υπόψη από αυτό ως αληθή πράγματα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 1439/2012), ούτε η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν πρέπει να μειωθεί αυτή ως δυσανάλογα μεγάλη ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 10, αλλά από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως προαναφέρθηκε.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2017 με αυξ. αρ. καταθ. …2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 419/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ