Legislator Case Law & Legislation
1015/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court jurisdiction ruling in civil claims.

Case Number 1015/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by private individuals against a final decision of the Athens Court of Appeal. The lower court had rejected the plaintiffs' civil claims for payment, ruling that the disputes were administrative in nature and thus fell under the jurisdiction of administrative courts. The Supreme Court held that the Court of Appeal correctly identified the lack of civil court jurisdiction and did not commit a procedural error by declaring the claims inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 94 para. 2 Const.; Art. 16 para. 9 Const.; Art. 559 no. 14 C.Pol.D.; Art. 559 no. 11 C.Pol.D.: If a court of appeal rejects civil claims as inadmissible due to lack of jurisdiction over administrative matters, it does not commit the procedural error of declaring them inadmissible under Art. 559 no. 14 C.Pol.D., and the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
administrative jurisdiction civil claims lack of jurisdiction inadmissibility procedural error court of appeal constitutional provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 94 para. 2 Const.
Art. 16 para. 9 Const.
Art. 559 no. 14 C.Pol.D.
Art. 559 no. 11 C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 ed. e' C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1015 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1) Ά. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Αλαφραγκή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Σωματείου με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2012 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσειόντων και την από 10/4/2014 αγωγή του υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1887/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2728/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 20-2-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2728/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και το τέταρτο αναιρεσείον (πλαγιαστικά) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-7-2012 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά.

Επίσης, ο τρίτος αναιρεσείων και το τέταρτο αναιρεσείον (πλαγιαστικά) άσκησαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 10-4-2014 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας τις ως άνω αγωγές, εξέδωσε την υπ' αριθ. 1887/2015 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις αγωγές ως προς το τέταρτο των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους και επίσης απέρριψε αυτές ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες ως μη νόμιμες.

Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησαν εφέσεις τόσο οι αναιρεσείοντες όσο και το αναιρεσίβλητο και εκδόθηκε επ' αυτών η ως άνω υπ' αριθ. 2728/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία: α) απορρίφθηκε η πρώτη πιο πάνω έφεση των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, καθ' ό μέρος ασκήθηκε από το τέταρτο αυτών και κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά και β) απορρίφθηκε η δεύτερη πιο πάνω έφεση του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη, καθ' ό μέρος ασκήθηκε κατά του τετάρτου των αναιρεσειόντων και έγινε αυτή δεκτή κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά, εξαφανίστηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια απορρίφθηκαν οι εν λόγω αγωγές ως απαράδεκτες, ελλείψει δικαιοδοσίας του ως άνω Δικαστηρίου.

Η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ερήμην του τετάρτου των αναιρεσειόντων, το οποίο, αν και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ.

υπ' αριθ. ….011/23-8-2018 και ….017/27-8-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. Τ.), δεν παραστάθηκε κατά την παρούσα συζήτηση αυτής και ως εκ τούτου η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παράγραφο 2 στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Επίσης, κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές, οι οποίες αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ.

η'). Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, μαζί δε με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκαση τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι κατά κύριο λόγο εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που έχει ενεργήσει εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, όπως, όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή τελέσθηκαν εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια που εκδηλώθηκε στο πλαίσιο εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου ή συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τέτοια σύμβαση, όπως μια σύμβαση έργου, η ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στα άρθρα 104 και 105 ΕισΝΑΚ και οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5 και 53/1995, AΠ 347/2014, ΑΠ 1175/2014).

Περαιτέρω, στο άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος προβλέπεται ότι ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Κράτους, το οποίο επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Επίσης, αναφέρεται ότι νόμος ορίζει τη διάθεση των παρεχομένων εκάστοτε ενισχύσεων, σύμφωνα με τον προορισμό των επιχορηγουμένων ενώσεων.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης ο Ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός-Επαγγελματικός Αθλητισμός κ.λ.π.", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (έτη 2007-2009), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 50 αυτού ότι: "1. Η Γ.Γ.Α. επιχορηγεί τους εποπτευόμενους από αυτήν αθλητικούς φορείς για την ανάπτυξη και την ενίσχυση του αθλητισμού και ειδικότερα για την εκτέλεση προγραμμάτων ανάπτυξης των οικείων αθλημάτων, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών τους δαπανών και των δαπανών οργάνωσης ή συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες, καθώς και για την εκτέλεση, βελτίωση ή συντήρηση αθλητικών έργων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος.

Η κατανομή επιχορηγήσεων της παρούσας παραγράφου σε αθλητικά σωματεία και ενώσεις διενεργείται κατά κλάδο άθλησης από την οικεία ομοσπονδία. 2.5. Δεν επιτρέπεται σε οποιονδήποτε φορέα να διαθέτει την επιχορήγηση της Γ.Γ.Α. χωρίς έγκριση της για σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο δόθηκε η επιχορήγηση... 6. ... 7.

Με την επιφύλαξη της παρ. 7 του άρθρου 51, κάθε επιχορηγούμενος από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού φορέας υποβάλλει απολογισμό σε αυτήν για το ποσό της επιχορήγησης που του καταβάλλεται". Επιπλέον, ο ως άνω νόμος στο άρθρο 51 αυτού ορίζει ότι : "1. Τα αθλητικά σωματεία, οι αθλητικές ενώσεις του άρθρου 10 και οι ομοσπονδίες του παρόντος νόμου υποχρεούνται να συντάσσουν κάθε οικονομικό έτος προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό της όλης διαχείρισής τους...

Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου. 2. ... 5. Η Γ.Γ.Α. ανακοινώνει ως το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους το ύψος των επιχορηγήσεων των ομοσπονδιών, οι οποίες κατόπιν προβαίνουν σε κατανομή στα σωματεία και στις ενώσεις της αρμοδιότητάς τους. 6. Τροποποίηση προϋπολογισμού αθλητικής ένωσης και ομοσπονδίας κατά τη διάρκεια του έτους επιτρέπεται, ύστερα από απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου και έγκριση του αρμόδιου οργάνου.

Δαπάνες που πραγματοποιούνται πέρα από τις εγκεκριμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού καταλογίζονται εις ολόκληρον σε βάρος των υπεύθυνων οργάνων, που ενέκριναν την πραγματοποίησή τους... 7. ... 8. Ο κατά την παρ. 1 του παρόντος απολογισμός και ο ισολογισμός των αθλητικών ενώσεων καταρτίζονται και υποβάλλονται για έλεγχο στις οικείες ομοσπονδίες, και των ομοσπονδιών στην αρμόδια υπηρεσία της Γ.Γ.Α έως το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους.

Η παράλειψη των υποχρεώσεων της παρούσας παραγράφου συνεπάγεται την αναστολή καταβολής των επιχορηγήσεων για όσο χρόνο διαρκεί η παράλειψη αυτή". Επίσης, στο άρθρο 108 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι επαγγελματικό ποδόσφαιρο είναι το διεξαγόμενο με ομάδες ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιρειών (Π.Α.Ε.) και διέπεται από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η οικονομική ενίσχυση από το Κράτος των ενώσεων αθλητικών σωματείων αποτελεί εκδήλωση της κρατικής προστασίας του αθλητισμού και πρέπει να καλύπτει κάθε αναγνωρισμένο κλάδο άθλησης. Το ύψος της ενίσχυσης ορίζεται ανάλογα με την ανάγκη ανάπτυξης του συγκεκριμένου αθλητικού κλάδου, τη δραστηριότητα κάθε αθλητικής ένωσης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και τον αριθμό των αθλητών του οικείου κλάδου.

Η εποπτεύουσα αθλητική αρχή οφείλει, κατά την υποβολή του ετήσιου απολογισμού, να διενεργεί τακτικό έλεγχο για τον τρόπο διάθεσης των κρατικών ενισχύσεων, που χορηγήθηκαν κατά το αντίστοιχο έτος (ΣτΕ 3802/1996). Εξάλλου, με την παράγραφο 13 του άρθρου 86 του ν. 3606/2007 ορίστηκαν τα εξής "α. Οι απαιτήσεις των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών (Ελλήνων και αλλοδαπών) κατά της ...

που έχει υπαχθεί στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει, οι οποίοι δεν συμφώνησαν στην υπαγωγή αυτή και των οποίων οι απαιτήσεις έχουν επιδικαστεί είτε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις είτε με τελεσίδικες αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο. ή της πρώην Ε.Π.Α.Ε. του άρθρου 95 του ν. 2725/1999, όπως ισχύει, καθώς και οι απαιτήσεις των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών (Ελλήνων και αλλοδαπών) της..., η οποία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, και οι οποίες προκύπτουν κατά τα ανωτέρω, θα ικανοποιηθούν οι μεν απαιτήσεις των ποδοσφαιριστών της ...

μέχρι του χρηματικού ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν εβδομήντα επτά χιλιάδων (4.177.000) ευρώ, οι δε απαιτήσεις των ποδοσφαιριστών της... μέχρι του χρηματικού ποσού των εξακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν πενήντα τριών (664.153) ευρώ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό μέσω του ... (....). β. Η καταβολή από τον ....

προς τους ποδοσφαιριστές της προηγούμενης περίπτωσης θα είναι αναλογική με βάση τις επιδικασθείσες απαιτήσεις τους και θα πραγματοποιηθεί σε τέσσερις (4) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. γ. Ο τρόπος και ο χρόνος εκταμίευσης των ποσών αυτών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό προς τον ...., τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υφυπουργού".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία όμως κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017).

Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 652/2018, ΑΠ 741/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, δικάζοντας επί των από 30-7-2012 και 10-4-2014 αγωγών των αναιρεσειόντων, μετά την παραδοχή της έφεσης αυτών και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, απέρριψε αυτές ως απαράδεκτες ελλείψει δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού.

Ειδικότερα δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "από τα εκτιθέμενα στις κρινόμενες δύο άνω αγωγές και σε συνδυασμό με τη δέουσα επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ενάγοντες (Ά. Δ., Π. Κ. και Ν. Κ.) είχαν συνάψει με την Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." ...

συμβάσεις επαγγελματιών ποδοσφαιριστών στην Α' Εθνική Κατηγορία Ελληνικού Ποδοσφαίρου με ορισμένη διάρκεια (από 28-1-2003 έως 30-6-2004 ο πρώτος, από 29-6-1999 έως 30-6-2003 ο δεύτερος και από 29-1-2002 έως 30-6-2004 ο τρίτος εξ αυτών), ήτοι συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει του Ν. 2725/1999. Οι εργασιακές σχέσεις αυτών με την ποδοσφαιρική εταιρεία, ήδη αθλητική ανώνυμη εταιρεία εν τη εννοία της παρ. 1 του άρθρου 108 του Ν. 2752/1999, όπως ισχύει, έβαιναν ομαλά έως τον Αύγουστο του έτους 2002, οπότε εμφανίστηκαν στην ως άνω ποδοσφαιρική εταιρία ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα εξαιτίας των οποίων έκτοτε αδυνατούσε να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές της, κυρίως δε απέναντι στους ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, με τους οποίους είχε συνάψει συμβάσεις εργασίας.

Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 2003-2005...η Π.Α.Ε. "..." ... είχε συσσωρεύσει οφειλές όχι μόνο κατά τα ανωτέρω προς τους ενάγοντες ποδοσφαιριστές, αλλά και προς άλλους ποδοσφαιριστές του σωματείου του, συνολικού ύψους 4.172.830,51 ευρώ. Η οικονομική της αδυναμία να ανταπεξέλθει στις οφειλές της δημιούργησαν την ανάγκη υπαγωγής της στις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990.

Οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν είχαν συμφωνήσει στην υπαγωγή της εν λόγω Π.Α.Ε. υπό το νομικό καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990, άσκησαν προσφυγή κατά της Π.Α.Ε. ενώπιον της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών, ζητώντας να τους επιδικασθούν τα ανωτέρω ποσά, τα οποία και τους επιδικάστηκαν τελεσίδικα μετά και τη δημοσίευση των σχετικών αποφάσεων από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών στην Ε.Π.Ο.

Στη συνέχεια εξεδόθη ο Ν. 3606/2007 ... ο οποίος προέβλεπε ... Σε εκτέλεση της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης εξεδόθη στις 25.9.2008 η υπ' αριθμ. 42609/9.10.2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκε η επιχορήγηση στο φορέα "Πανελλήνιος ..." (....) μέχρι του συνολικού ποσού των 4.841,153 ευρώ για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών (Ελλήνων και αλλοδαπών) κατά της Π.Α.Ε "..." ... (μέχρι του ποσού των 4.177.000 ευρώ) και κατά της Π.Α.Ε. "..." (μέχρι του ποσού των 664.153 ευρώ).

Περαιτέρω, στην εν λόγω Κ.Υ.Α περιελήφθη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ότι η δαπάνη θα βάρυνε τις πιστώσεις του Τακτικού Προϋπολογισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού φορέας 21-610 και τον ΚΑΕ 2571. Επίσης, εκεί, προβλέφθηκε ότι ο τρόπος καταβολής θα γινόταν σύμφωνα με την παράγραφο 13 του άρθρου 86 του Ν. 3606/2007 και η πρώτη δόση θα καταβαλλόταν το Β' εξάμηνο του έτους 2008, ενώ οι υπόλοιπες δόσεις θα καταβάλλονταν ισόποσα κατά τα επόμενα τρία εξάμηνα (Α' εξάμηνο έτους 2009, Β' εξάμηνο έτους 2009, Α' εξάμηνο έτους 2010).

Στη συνέχεια, ο Υφυπουργός Αθλητισμού και σε εφαρμογή της ως άνω Κ.Υ.Α. εξέδωσε στις 9.12.1998 (αριθμ. Πρωτ. 53837) απόφαση με την οποία ενέκρινε την επιχορήγηση στο φορέα .... του ποσού των 1.211.000 ευρώ ως πρώτη δόση Β' Εξαμήνου του έτους 2008 και την έκδοση χρηματικού εντάλματος στο όνομα του παραπάνω δικαιούχου με τα αντίστοιχα ποσά στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο.

Επίσης, ορίστηκε ότι η δαπάνη θα καλυπτόταν από την υποχρέωση 8/2008 σε βάρος της πίστωσης του Φορέα 21/610 και ΚΑΕ 2571 του Τακτικού Προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου Πολιτισμού του έτους 2008, ενώ ο .... υποχρεούτο να συμπεριλάβει την επιχορήγηση της απόφασης αυτής στον ετήσιο απολογισμό του, που υποβάλλεται στην Γ.Γ.Α., σύμφωνα με το Ν. 2725/1999.

Ο ...., που παρέλαβε τα χρήματα, κατέβαλε: α) στις 12.1.2009 (δηλαδή μετά από 12 μήνες και από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί από τον άνω Νόμο) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 34.439,25 ευρώ, αφαιρούμενης από το ποσό αυτό της φορολόγησης της τάξεως του 20%, β) στις 16.1.2009 (δηλαδή μετά από 16 ημέρες από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί από τον άνω Νόμο) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 98.956,60 ευρώ, αφαιρούμενης από το ποσό αυτό της φορολόγησης της τάξεως του 20%, γ) στις 8.1.2009 (δηλαδή μετά από 8 ημέρες από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί από τον άνω Νόμο) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 25.579,90 ευρώ, αφαιρούμενης από το ποσό αυτό της φορολόγησης της τάξεως του 20%.

Στη συνέχεια ο Υφυπουργός Αθλητισμού και σε εφαρμογή της ως άνω Κ.Υ.Α. εξέδωσε στις 27.7.2009 (αριθμ. πρωτ. 33285) απόφαση, με την οποία ενέκρινε επιχορήγηση στο φορέα .... του ποσού των 1.209.578,00 ευρώ ως δεύτερη δόση Α' Εξαμήνου του έτους 2009 και την έκδοση χρηματικού εντάλματος στο όνομα του παραπάνω δικαιούχου με το αντίστοιχο ποσό στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο.

Επίσης, ορίστηκε ότι η δαπάνη θα καλυφθεί από την υποχρέωση 5/2009 σε βάρος της πίστωσης του Φορέα 21/610 και ΚΑΕ 2571 του Τακτικού Προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου Πολιτισμού Οικ. Έτους 2008, ενώ ο .... υποχρεούτο να συμπεριλάβει την επιχορήγηση της απόφασης αυτής στον ετήσιο απολογισμό του, που υποβάλλεται στην Γ.Γ.Α., σύμφωνα με το Ν. 2725/1999.

Ο ...., που παρέλαβε τα χρήματα, κατέβαλε: α) στις 5-11-2009 (δηλαδή μετά από 4 μήνες και 5 ημέρες από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί με τον ως άνω Νόμο) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 34.439,25 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε η φορολόγηση της τάξεως του 20%, β) στις 10.11.2009 (δηλαδή μετά από 4 μήνες και 10 ημέρες από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί από τον άνω Νόμο) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 98.956,50 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε η φορολόγηση της τάξεως του 20%, γ) στις 23.10.2009 (δηλαδή μετά από 3 ημέρες και 23 ημέρες από την καταληκτική προθεσμία που είχε ταχθεί από τον άνω Νόμο) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 25.575,90 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε η φορολόγηση της τάξεως του 20%.

Έκτοτε ουδεμία άλλη πράξη της διοίκησης υπήρξε, ώστε να καταβληθούν τα υπόλοιπα οφειλόμενα από την παραπάνω αιτία δεδουλευμένα ποσά. Στις 3.12.2009 ο .... απέστειλε προς το Υπουργείο Πολιτισμού, Υφυπουργείο Αθλητισμού, στο Τμήμα Οικονομικού Ελέγχου έγγραφο με αίτημα την καταβολή στους ενάγοντες της τρίτης δόσης.

Το εναγόμενο δεν αρνείται ότι εκκρεμούν προς τους ενάγοντες επαγγελματίες ποδοσφαιριστές οφειλές, αποδίδει όμως τη μη έκδοση των σχετικών πράξεων της διοίκησης για την είσπραξη της τρίτης και τέταρτης των ως άνω δόσεων στο γεγονός των δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών της Χώρας και στις συνεχείς μειώσεις που έχει υποστεί ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού [βλ.

προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως με αριθμ. πρωτ. 63192/7942/917/689/10.3.2015 έγγραφο του Υ.Π.Π.κ Θ. -Τμήμα Παρακολούθησης Εποπτευόμενων & Λοιπών Φορέων]. Οι ενάγοντες, επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, - επικαλούμενοι πέραν της εκ του νόμου υποχρέωσης των οργάνων της διοίκησης, ήτοι των εκάστοτε ως άνω αρμοδίων Υπουργών να προβούν στην έγκαιρη έκδοση των διοικητικών πράξεων αυτών, ήτοι Υπουργικών Αποφάσεων, με τις οποίες εγκρίθηκαν η πρώτη και δεύτερη εκ των ως άνω δόσεων, και την εκ του νόμου, επίσης, προβλεπόμενη υποχρέωση των οργάνων της διοίκησης..., ήτοι των εκάστοτε αρμοδίων Υπουργών, να προβούν στην καθόλα έκδοση των ως άνω αιτούμενων διοικητικών πράξεων, ήτοι των Υπουργικών Αποφάσεων, ώστε να εγκριθούν οι επιχορηγήσεις για τις επόμενες δόσεις (τρίτη και τέταρτη) κατά τα ανωτέρω ρυθμιζόμενα από το Νόμο-ζητούν να επιδικασθούν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που αντιστοιχούν τόσο στις οφειλόμενες δόσεις (τρίτη και τέταρτη) όσο και στις εκ της καθυστερήσεως της καταβολής της πρώτης και δεύτερης δόσης οφειλές, προερχόμενες από απώλειες τόκων κεφαλαίου.

Την καταβολή των ποσών αυτών ζητούν οι ως άνω ενάγοντες ως αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών εξαιτίας της ως άνω παράνομης πράξης των οργάνων της διοίκησης και κατά νομικά ακριβολογία εξαιτίας: α)της παράνομης παράληψης του οργάνων της διοίκησης, αρμόδιων Υπουργών, να προβούν στην έγκαιρη έκδοση (για τις δύο πρώτες δόσεις) των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων, β) της παράνομης παράλειψης των ως άνω αρμοδίων Υπουργών να προβούν στην έκδοση των αιτούμενων εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ήτοι Υπουργικών Αποφάσεων, για τη έγκριση της τρίτης και τέταρτης εκ των ως άνω δόσεων, κύρια μεν απευθείας στους ίδιους τους ενάγοντες, επικουρικά δε ασκώντας πλαγιαστικά τα δικαιώματα του φερομένου ως οφειλέτη τους (και στις δύο αγωγές) Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος ... (....).

Το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο...διατείνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η δίκη που ανοίγεται με τις κρινόμενες αγωγές δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας, αφού η αιτούμενη καταβολή των οφειλομένων υπό τη μορφή αποζημίωσης αποτελεί επιχορήγηση, βαρύνουσα τον Κρατικό Προϋπολογισμό και ως τέτοια (η επίδικη διαφορά) υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Πράγματι, οι εν λόγω αξιώσεις που κατάγονται σε δικαστική κρίση αφορούν σε διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι, με την παρ. 13 του άρθρου 86 του Ν. 3606/2007 το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της Π.Α.Ε. "..." ... να καταβάλει στους ενάγοντες ποδοσφαιριστές τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά από δεδουλευμένους μισθούς δυνάμει σχέσης δημοσίου δικαίου, η οποία συνδέει, κατά τα προαναφερθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης, το Κράτος, ειδικότερα τη Γ.Γ.Α.

με τις ποδοσφαιρικές εταιρείες (ήδη αθλητικές ανώνυμες εταιρείες), όπως συμβαίνει στις κρινόμενες υποθέσεις με την ΠΑΕ "..." .... Εξάλλου, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή των οφειλόμενων στους ενάγοντες ποσών αποτελεί εν τοις πράγμασι επιχορήγηση αποδεικνύεται από τις ίδιες ως άνω υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες κατά τα προαναφερθέντα εγκρίθηκε η μερική καταβολή των επίδικων οφειλών (πρώτη και δεύτερη δόση) μέσω επιχορηγήσεων προς τον φορέα ....

Ο ισχυρισμός δε των εναγόντων ποδοσφαιριστών, ο οποίος επανέρχεται με τον πρώτο λόγο της πρώτης έφεσης, και ειδικότερα ότι εφόσον τις αξιώσεις τους που προέρχονται από εξαρτημένες εξατομικευμένες σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεδέχθη με βάση το Νόμο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τότε η δίκη που ανοίγεται δημιουργεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά και ως εκ τούτου η εκδίκαση της υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κρίνεται αβάσιμος και ελέγχεται απορριπτέος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση αποφασιστικό από νομικής άποψης κριτήριο για να χαρακτηρισθούν οι επίδικες υποθέσεις ως διοικητικές διαφορές ουσίας είναι κατά τα προναφερθέντα η σχέση που συνδέει το Ελληνικό Δημόσιο με την αθλητική ανώνυμη εταιρεία Π.Α.Ε. "..." ...

και που δεν είναι άλλη από σχέση δημοσίου δικαίου. Άλλωστε, ...η σχέση μεταξύ των αθλητικών ανώνυμων εταιρειών και του Κράτους βρίσκει το θεμέλιο της στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ. 9) ως εκδήλωση της προστασίας και της ανώτατης εποπτείας του αθλητισμού (κυρίως εξωσχολικού...) από το Κράτος μέσω επιχορηγήσεων.

Ως εκ τούτου οι κρινόμενες διαφορές υπάγονται προς επίλυση στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέλαβε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι οι επίδικες διαφορές προέρχονται από σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα από τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν συνάψει οι ενάγοντες ποδοσφαιριστές με την αθλητική ανώνυμη εταιρεία Π.Α.Ε "..." ...

και στη συνέχεια δέχτηκε ότι για την εκδίκαση τους δικαιοδοσία είχαν τα πολιτικά δικαστήρια, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο...Eπομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος στη δεύτερη έφεση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία (έλλειψη) στις περιπτώσεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ εξετάζεται και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 4 εδ.

α' ημιπ. α' ΚΠολΔ), απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο στην πρώτη έφεση, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η δεύτερη έφεση και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η πρώτη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια να διακρατηθούν οι αγωγές στο παρόν Δικαστήριο και αφού συνεκδικαστούν, να απορριφθούν ως απαράδεκτες ελλείψει δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου".

Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα οι αγωγές, με τις οποίες αξιώνονται τα αναφερόμενα ποσά για καθένα των αναιρεσειόντων για τόκους από την καθυστέρηση των πιο πάνω δύο πρώτων δόσεων και για τα κονδύλια των τρίτης και τέταρτης των ως άνω δόσεων, με βάση την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αναδοχή εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου των οφειλών της Π.Α.Ε. "..." από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημιώσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και επιπροσθέτως ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την παράλειψη του υφυπουργού Αθλητισμού για την έγκαιρη έκδοση των απαιτουμένων διοικητικών πράξεων για την καταβολή των δύο πρώτων δόσεων και τη μη έκδοση αυτών για την καταβολή των λοιπών δόσεων, εισήγαγαν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διοικητικές διαφορές και όχι διαφορές ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο δε διότι κρίσιμο και αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό των ένδικων υποθέσεων είναι η φύση της σχέσης που συνδέει το αναιρεσίβλητο με την αθλητική ανώνυμη εταιρεία Π.Α.Ε. "...". Η σχέση αυτή είναι αναμφισβήτητα δημοσίου δικαίου, εφόσον η σχέση μεταξύ των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών και του Κράτους θεμελιώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρ. 16 παρ. 9) ως εκδήλωση της προστασίας και της ανώτατης εποπτείας του αθλητισμού και ως εκ τούτου η καταβολή των οφειλόμενων ποσών στους αναιρεσείοντες αποτελεί στην ουσία επιχορήγηση προς την εν λόγω Π.Α.Ε.

μέσω του ... (....), όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά στις παραπάνω υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, η επικαλούμενη μη έκδοση ή καθυστέρηση έκδοσης από το αρμόδιο όργανο του Δημοσίου (Υφυπουργό Πολιτισμού) των αναφερομένων διοικητικών πράξεων ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας με προέχον στοιχείο την επιβολή υπέρτερης βούλησης αυτού και όχι παράλειψη ενεργειών αυτού στο πλαίσιο σχέσεων ιδιωτικού δικαίου.

Επίσης, η με τον πιο πάνω τρόπο ικανοποίηση των εργατικών απαιτήσεων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων από το αναιρεσίβλητο δεν αποτελεί αναδοχή χρέους από το νόμο και ως τούτου ιδιωτική διαφορά, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι πρώτοι. Τούτο δε διότι οι ένδικες αξιώσεις, ενόψει των ως άνω διαλαμβανομένων στο νόμο και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, ερείδονται στη δημοσίου δικαίου έννομη σχέση περί καταβολής κρατικών επιχορηγήσεων από τη ΓΓΑ (υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου) προς τον ...., ο οποίος αποτελεί επισήμως αναγνωρισμένο αθλητικό φορέα κατά την έννοια του νόμου (άρθρα 40, 50 και 51 του ν. 2725/1999) στο άθλημα του ποδοσφαίρου, που και αυτό τελεί υπό την προστασία και ανωτάτη εποπτεία του κράτους κατά το άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών, δικαιοδοσία, βάσει του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, έχουν τα διοικητικά δικαστήρια. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι διαφορές που εισάγονται με τις ένδικες αγωγή προς κρίση είναι διοικητικές και όχι ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και απέρριψε αυτές ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.

Κατά συνέπεια τούτων, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 14 (κατ' εκτίμηση και όχι από τους αριθ.1 και 4), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία (διατυπώνοντας και συναφές πόρισμα), ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη.

Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα ως άνω το Εφετείο απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως απαράδεκτες, είναι απαράδεκτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (και δη έγγραφα) που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν ενώπιον αυτού.

Επίσης, απαράδεκτος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παράβασης των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, αφού ο εν λόγω προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, που να διαλαμβάνει κατάρτιση ελάσσονος πρότασης αναφερόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 689/2017), η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση κατά την οποία οι πιο πάνω αγωγές απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Επιπλέον, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα όρια όμως του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2018 αίτηση των Ά. Δ. του Ν., Π. Κ. του Σ. και Ν. Κ. του Θ. και πλαγιαστικά του σωματείου με την επωνυμία " ..." (....) για αναίρεση της υπ' αριθ. 2728/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ