Legislator Case Law & Legislation
788/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract duration, ruling the lower court properly rejected the claim of successive fixed-term contracts.

Case Number 788/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the nature of employment contracts. The appellant argued that successive fixed-term contracts should be treated as a single indefinite-term contract under Article 8 of Law 2112/1920, but the lower court had already considered and rejected this specific claim as legally invalid. The Court upheld the lower court's ruling because the appellant's arguments were already addressed and dismissed by the First Instance Court, meaning no new legal error occurred in the appellate process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 8 of Law 2112/1920; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: A contract for an indefinite term exists when duration is not agreed upon or implied, whereas successive fixed-term contracts do not automatically merge into an indefinite term unless specific legal conditions for continuity are met.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts indefinite term employment Article 8 Law 2112/1920 appeal dismissal labor law duration

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 8 of Law 2112/1920
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 8/2015
Supreme Court 644/2013
Supreme Court 12/1997
Supreme Court 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 788/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κατσαντωνοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε.", όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών διαδίκων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1275/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/11/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια, για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθρ. 669 παρ.1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των αρθρ. 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (oλ ΑΠ 18/2006, AΠ 177/2016, 122/2016, 280/2015). Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α’ 134) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (L175) σχετικά με την από 18.3.1999 συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP) και έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.

Στο άρθρο 5 του εν λόγω π.δ. (164/2004) ορίζεται ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ’ όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφ’ όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ’ όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου".

Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά ανεκτή συνταγματικώς (ΑΠ 596/2015, 628/2015, 184/2014, ΣτΕ 2366/2014, 799/2014, 639/2014,2611/2011,3482/2010), για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ.7 και 8, ΦΕΚ Α’ 85/18.4.2001), να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (...). γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (...)". Και στο άρθρο 11 παρ.5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α’ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του π.δ. 164/2004, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ αυτών (συμβάσεων) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών( ΑΠ 280/2015, 244/2015, 1425/2015, 696/2013, 79/2013, 1032/2012).

Το κριτήριο αυτό (του μεσολαβούντος χρονικού διαστήματος έως τριών μηνών) είναι αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 1999/70, δηλαδή για την αποτροπή της καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θεσπίσθηκε δε εντός της διακριτικής ευχέρειας που παρέσχε η οδηγία αυτή στον εθνικό νομοθέτη (βλ.

ΣτΕ 1733/2014, 2366/2014, 639/2014, 2611/2011). Επομένως, ως αρχική τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, με βάση την οποία ελέγχεται, μεταξύ άλλων, και η συνδρομή των προϋποθέσεων της περιπτώσεως δ’ της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, θεωρείται η πρώτη από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, αφού μόνον με βάση τέτοιες συμβάσεις είναι δυνατή κατ’ αρχήν, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ( ΑΠ 280/2015).

Στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 164/2004 καθορίζεται η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας, που εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου. Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του εις αυτά ανατεθειμένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν σε μια σύμβαση ή σχέση της κατηγορίας αυτής το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (ολ ΑΠ 7/2011, ΑΠ 596/2015, 628/2015).

Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθ. 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων, από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων, που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε άλλωστε, κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ολ ΑΠ 7 και 8/2011, 6/2001, ΑΠ 177/2016, 122/2016, 280/2015), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός, εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (oλ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 177/2016, 122/2016, 280/2015).

Για την εφαρμογή όμως της διάταξης του αρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 σε κάθε περίπτωση, προσαπαιτείται οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 1425/2015, 244/ 2015, 696/2013, 79/2013, 1032/2012).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ολ.ΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΑΠ 774/2014). Στην ένδικη από 3.6.2005 αγωγή του (που άσκησε από κοινού με άλλους είκοσι έναν ενάγοντες, που δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι συνήψε με την αναιρεσίβλητη με την αρχική επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία αξιοποίησης περιουσίας ΕΟΤ", που μετονομάστηκε σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." και ακολούθως σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε.", η οποία ως σκοπό έχει τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, μεταξύ των οποίων το … και το Μουσείο …, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως ταμίας, στο ..., μέχρι τον κάτωθι αναφερόμενο χρόνο, οπότε και η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επικαλούμενη ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις εργασίας έληξαν λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς τους.

Ότι ειδικότερα συνήψε με την εναγομένη και το δικαιοπάροχό της τις ακόλουθες συμβάσεις ορισμένου χρόνου: α) από 10. 7.2000 έως 10.2.2001, β) από 5.6.2001 έως 27.1.2002, γ) από 22.5.2002 έως 21.1.2003, δ) από 9.6.2003 έως 15.1.2004, ε) από 16.1.2004 έως 31. 5.2004, στ) από 16.5.2004 έως 8.6.2004 και ζ) από 11.7.2004 - 10.3.2005. Ότι στην πραγματικότητα οι ως άνω συμβάσεις υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι αυτός (ενάγων) κάλυπτε πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες της εναγομένης υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της τελευταίας ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, η οποία σύμβαση δεν έχει λήξει, καθώς η εναγομένη δεν τήρησε τις νόμιμες διαδικασίες για την καταγγελία της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωριστεί τόσο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, όσο και κατά τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του, άλλως από την πρώτη ανανέωση της αρχικής σύμβασης, άλλως από την 28.6.1999, όταν κυρώθηκε η οδηγία 99/70 ΕΕ, άλλως από 28.6.2001, άλλως από 10.7.2002, όταν κατέστη αυτή εσωτερικό δίκαιο, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εκ μέρους της εναγομένης σιωπηρής καταγγελίας της συμβάσεως αυτής και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με απαγγελία κατ’ αυτής χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1275/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Κατά της πρωτοβάθμιας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 23.7.2014 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την εκτίμηση της αγωγής τα εξής: "Κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί το κυρίαρχο αίτημα του ενάγοντος για αναγνώριση των συμβάσεών του ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν.2112/1920, λόγω της κατάρτισης ορισμένων εκ των "διαδοχικών" αυτών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προ της ενάρξεως ισχύος την 18.4.2001 των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, είναι η αγωγή νόμω αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι οι ως άνω συμβάσεις του ενάγοντος, ως παρατίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν ήταν διαδοχικές, ενόψει του ότι αυτές απείχαν μεταξύ τους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα και συνεπώς δεν υφίσταται η απαιτούμενη συνοχή μεταξύ αυτών, κάλυπτε δε ο ενάγων προσωρινές και εποχικές ανάγκες της εναγομένης, καθόσον ως καταφαίνεται αυτές οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου κάλυπταν περιόδους θερινής τουριστικής περιόδου μόνον και τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα, δηλαδή τότε που ήταν αυξημένες οι ανάγκες της εναγομένης λόγω της τουριστικής αιχμής και γι’ αυτό καταρτίστηκαν τότε από την εναγομένη και επομένως οι επίδικες συμβάσεις, κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των προαναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος, δεν είχαν προσλάβει τον ενιαίο χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να τον διατηρήσουν και μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών του Συντάγματος.

Κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί το κυρίαρχο αυτό ως άνω αγωγικό αίτημα, υπό το πρίσμα των προβλέψεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και πάλιν η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθόσον ορισμένες εκ των επιδίκων συμβάσεων του ενάγοντος είχαν μεν συναφθεί μετά (προφανώς εννοείται πριν) την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, ήτοι την 19.7.2004 και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, πλην όμως δεν συμπληρώνεται, όπως η χρονική τους διάρκεια αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, συνολική χρονική διάρκεια είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οχτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη με τις ίδιες αιτιολογίες.

Με το να δεχθεί το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η αγωγή κατά το μέρος της που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στις διατάξεις του π.δ. 164/2014 δεν ήταν νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2014, με εσφαλμένη εφαρμογή, διότι η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, όσον αφορά τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του π.δ. 164/2004, ήταν πράγματι μη νόμιμη, αφού η αρχική από 10.7.2000 έως 10.2.2001 και οι δύο επόμενες από 5.6.2001 έως 27.1.2002 και από 22.5.2002 έως 21.1.2003 από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις δεν είναι διαδοχικές μεταξύ τους αλλά και όλες αυτές με την επομένη από 9.6.2003 έως 15.1.2004 σύμβαση, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν μπορούν να συνυπολογισθούν, για να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004 , ώστε να χαρακτηρισθούν όλες οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και ο συνολικός χρόνος που καλύπτουν όλες οι λοιπές συμβάσεις δηλαδή η από 9.6.2003 έως 15.1.2004, η από 16.1.2004 έως 31.5.2004, η από 16.5.2004 έως 8.6.2004 και η από 11.7.2004 έως την 19.7.2004 που τέθηκε σε ισχύ το π.δ. 164/2004, ανέρχεται σε δώδεκα (12) μήνες και οκτώ (8) ημέρες, απέχει δηλαδή του συνολικού χρόνου των 24 μηνών, αδιακρίτως αριθμού ανανεώσεων και του συνολικού χρόνου των 18 μηνών συνυπολογιζομένης της αρχικής διαδοχικής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, που είναι η από 9.6.2003 έως 15.1.2004 και τριών ανανεώσεων σε διάστημα 24 μηνών, που απαιτείται ώστε να κριθούν οι συμβάσεις αυτές, ως διαδοχικές υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και αποτελούσες ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.

Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την κρίση του πως με τις αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου "...δεν συμπληρώνεται η συνολική χρονική διάρκεια είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οχτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, ( αφού τα διαστήματα) κατά τα οποία οι ενάγοντες, εκτός από τους 19ο και 20ο εξ αυτών, φέρονται να συνδέονται με συμβάσεις εργασίας με τις προαναφερόμενες τρίτες ανώνυμες εταιρείες , δεν δύνανται να συνυπολογισθούν", απαίτησε για το χαρακτηρισμό των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως διαδοχικών την προσμέτρηση για τον προσδιορισμό του συνολικού χρόνου και των ενδιαμέσων των επικαλουμένων συμβάσεων χρονικών διαστημάτων εργασίας που είχαν διανυθεί στα πλαίσια συμβάσεων που είχαν συναφθεί με τρίτες εταιρίες, ανεξαρτήτως του ότι προσδίδεται με αυτές διαφορετικό περιεχόμενο στις σχετικές παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες για το χαρακτηρισμό των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου δεν συνυπολογίζονται στο συνολικό χρόνο, τα χρονικά διαστήματα που οι ενάγοντες απασχολήθηκαν σε άλλους τρίτους εργοδότες και δεν απαιτήθηκε, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, να προσμετρηθεί ο χρόνος αυτός στο συνολικό χρόνο απασχόλησης, για τη διακρίβωση του ύψους αυτού, στηρίζονται προεχόντως στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εν λόγω παραδοχή του Εφετείου περί συμβάσεων με τρίτες εταιρίες, αφορά και τον αναιρεσείοντα, τον οποίο όμως, ως εικοστό ενάγοντα, ρητά εξαιρεί το Εφετείο, εν όψει μάλιστα του ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, πέραν των αλληλοδιαδόχων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη και εργασία σε τρίτες εταιρείες.

Kατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Γι αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (oλ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 77/2016).

Συνεπώς, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής κατά τη βάση της που στηριζόταν στις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν διατύπωσε , ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 8/ 2015, ΑΠ 644/ 2013 ).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 644/ 2013) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 644/ 2013).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον ως άνω αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στο Εφετείο ότι με την απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό περί διαδοχικότητας, κατά την έννοια του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που ο αναιρεσείων κατάρτισε με την εναιρεσίβλητη, όπως αυτές εκτίθενται στην αγωγή και αναφέρονται ανωτέρω στη σκέψη περί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, ελήφθη υπόψη ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι οι επικαλούμενες αλληλοδιάδοχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν κρίθηκαν διαδοχικές υπό την ανωτέρω αναφερομένη έννοια. Ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, πέραν των προαναφερομένων από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, είναι αόριστος, διότι, πέραν της αριθμητικής αναφοράς "κατέστη αναιρετέα η προσβαλλομένη κατ’ άρθρο 559 αριθ. 1", δεν προσδιορίζεται σε τι ειδικότερα συνίσταται η πλημμέλεια αυτή.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί o αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.11.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 28/7.12.2015, αίτηση του Π. Γ. του Ι., κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαϊου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ