Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment and lack of legal error grounds under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's partial judgment regarding a personal injury compensation claim. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence concerning the necessity of ambulance transport versus taxi use, but the court found these arguments to be mere complaints about factual evaluation rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and all legal costs were allocated between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged errors in evidence assessment or factual evaluation is inadmissible unless it specifically identifies a legal error in the interpretation or application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 689 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 689/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγαθής Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της υπό εκκαθάριση τελούσης ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και 2) Γ. Ι. του Β., κατοίκου ..., από τους οποίους το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις και ο δεύτερος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2029/2013 εν μέρει οριστική, 580/2014 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4584/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη ...4-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 4584/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (24-1-2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Ι.. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει αυτός να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά μεν το άρθρο 297 εδ. α Α.Κ. "Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα", κατά δε το άρθρο 298 του ίδιου κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν σαφώς τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.
Έτσι για την πληρότητα της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει αλλά και αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (Α.Π. 979/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29-10-2014 αγωγή, την οποία ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε από κοινού με το δεύτερο ενάγοντα και ήδη μη διάδικο Π. Π., ο πρώτος ενάγων εξέθεσε τα εξής: Ότι σε τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 28-6-2012 υπό τις περιγραφόμενες σ’ αυτήν συνθήκες και περιστάσεις από αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Γ.
Ι., οδηγού του ζημιογόνου δημοσίας χρήσης αυτοκινήτου (ταξί) με τα στοιχεία κυκλοφορίας ..., το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Ε. Α. Α. Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω ανάκλησης της αδείας της το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", τραυματίσθηκε, υποστάς τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές κακώσεις.
Ότι συνεπεία αυτών από τον κατά τ’ ανωτέρω χρόνο του τραυματισμού του (28-6-2012) μέχρι τις 29-10-2012 αδυνατούσε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, αφού αφενός μεν δεν ήταν δυνατό να μετακινείται λόγω κατάγματος του κάτω πέρατος της δεξιάς περόνης και να πηγαίνει στα δικαστήρια και τις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις, αφετέρου δε λόγω της κακώσεως της πηχεοκαρπικής αρθρώσεως του δεξιού του χεριού δεν μπορούσε να γράψει τα χειρόγραφα για να δακτυλογραφηθούν υπό της δακτυλογράφου.
Ότι έτσι υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή θετικές ζημίες και την αναφερόμενη σ’ αυτήν υπό το στοιχείο 17 αποθετική ζημία, για τον υπολογισμό της οποίας εξέθεσε κατά λέξη τα εξής: "Για την απώλεια εισοδήματος ως μαχόμενου δικηγόρου επί 4 μήνες τουλάχιστον λόγω του ότι εξαιτίας του κατάγματος της περόνης και της κακώσεως της ΔΕ πηχεοκαρπικής αρθρώσεώς του δεν ηδύνατο να μετακινηθεί και να γράψει αγωγές, προσφυγές, εφέσεις, αναιρέσεις και προσφυγές ενώπιον του ΕΔΔΑ ευρώ (4.000 ευρώ μηνιαίως Χ 4 μήνες) 16.000".
Με αυτό το περιεχόμενο το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση του ποσού των 4.000 ευρώ μηνιαίως και των 16.000 ευρώ συνολικά για διαφυγόντα κέρδη ήταν απορριπτέο ως αόριστο αφού ο ενάγων περιορίσθηκε μόνο σε απλό αριθμητικό προσδιορισμό των διαφυγόντων μηνιαίων κερδών από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως δικηγόρου, χωρίς να παραθέτει τα αναγκαία εκείνα (κρίσιμα) στοιχεία που καθιστούσαν πιθανή την πραγματοποίηση αυτών και ειδικότερα χωρίς να προσδιορίζει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες περιστάσεις ή ειδικές συνθήκες ούτε ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα που καθιστούσαν το αιτούμενο καθαρό κέρδος των 4.000 ευρώ μηνιαίως και 16.000 ευρώ συνολικά ως προσδοκώμενο με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την άσκηση της δικηγορίας ούτε ανέφερε συγκεκριμένα στοιχεία με βάση τα οποία να προσδιορίζεται το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού των αιτούμενων διαφυγόντων κερδών από καθαρή μηνιαία αμοιβή επί τετράμηνο και δη από δικηγορικές υπηρεσίες που, κατά την αγωγή, θεμελιώνονται όχι σε μία αλλά σε διαφορετικές αιτίες, ώστε να καταστεί ευχερής περί αυτών το μεν η απόδειξη, το δε η άμυνα του εναγομένου.
Αντίθετα αρκέσθηκε μόνο σε γενικόλογη αναφορά ότι απώλεσε το εν λόγω (καθαρό) ποσό κέρδους μηνιαίως από αδυναμία του, συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού, "να μετακινηθεί και να γράψει αγωγές, προσφυγές, εφέσεις, αναιρέσεις και προσφυγές ενώπιον του ΕΔΔΑ".
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο ως αόριστο, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και γι’ αυτό ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. απέρριψε το προαναφερθέν κονδύλιο διαφυγόντων κερδών ποσού 16.000 ευρώ ως αόριστο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως αόριστης δεν παρέχεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να παρατίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 16/2006, 20/2005).
Δεν αρκεί δε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου διότι μόνο με παράθεση των πραγματικών κρίσιμων παραδοχών (όχι μεμονωμένων και κατ’ επιλογή αποσπασματικών) μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1909/2007).
Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 1 εδ. β και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι: "...κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 929 Α.Κ., άμα δε και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι "η διακομιδή μου με ιδιωτικό ασθενοφόρο όχημα κατά την έξοδό μου από το νοσοκομείο στις 29-6-2012 και τη μεταφορά μου στην οικία μου στο … Αττικής, ήταν αναγκαία καθώς έφερε γύψινο κνημοποδικό επίδεσμο" και ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαία η μεταφορά μου με ιδιωτικά ασθενοφόρα οχήματα και κατά το χρονικό διάστημα από τις 2-7-2012 έως τις 30-7-2012, αφού, επίσης, τέτοια ανάγκη διακομιδής δεν προκύπτει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ούτε από τη φύση και την βαρύτητα των τραυμάτων μου" και απέρριψε κατά ευρώ 500 το εξ ευρώ 550 πέμπτο κονδύλιο της αγωγής μου, ενώ, αν δεν παρεβίαζε τα διδάγματα της κοινής πείρας και εξετίμα ορθώς την αγωγή και τα εκατέρωθεν προταθέντα θα εδέχετο ότι ήταν αναγκαία η διακομιδή μου με ιδιωτικό ασθενοφόρο και κατά το από 2-7-2012 - 30-7-2012 χρονικό διάστημα...
γιατί: α) όπως εκθέτω στην έφεσή μου... "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής είναι επίσης αυτονόητον ότι ο ασθενής, που έχει σπάσει το πόδι του και το έχει στον γύψο δεν μπορεί να μετακινηθεί παρά μόνον με ασθενοφόρο και επομένως δεν χρειάζεται γνωμάτευση ιατρού για την ανάγκη μεταφοράς του με ασθενοφόρο.
Η παραδοχή της ότι σ’ άλλο σημείο της αγωγής ισχυρίζομαι ότι κατά το από 29-6-2012 έως 30-7-2012 χρονικό διάστημα χρησιμοποίησα ταξί για άλλες μετακινήσεις μου, είναι αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την αγωγή μου... η μόνη μετακίνησή μου με ταξί είναι η μεταφορά μου την 30-7-2012 από το ιατρικό κέντρο, στο οποίο με είχε μεταφέρει το ασθενοφόρο για να μου αφαιρέσει τον γύψο, στην οικία μου.
Η μετακίνησή μου αυτή με ταξί αποδεικνύει την αναγκαιότητα μεταφοράς μου με ασθενοφόρο και κατά το από 29-6-2012 - 30-7-2012 χρονικό διάστημα γιατί εάν ήταν δυνατή η μετακίνησή μου με ταξί ασφαλώς και δεν θα γινόταν με ασθενοφόρο, όπως δεν έγινε και αυτή της 30-7-2012". β) όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αντιδίκων...
Επομένως, αφού δεν αρνήθηκαν ειδικώς ότι ήταν αναγκαία η διακομιδή μου με ιδιωτικό ασθενοφόρο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σημαίνει ότι συνομολόγησαν τον ισχυρισμό μου αυτό και έπρεπε να γίνει δεκτός και γ) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής είναι αντιφατικόν να γίνεται δεκτόν ότι δεν ήταν αναγκαία η διακομιδή μου με ιδιωτικό ασθενοφόρο κατά από 2-7-2012 - 30-7-2012 χρονικό διάστημα κατά το οποίο το πόδι μου ήταν στο γύψο, τη στιγμή που είχε γίνει δεκτόν ότι ότι η διακομιδή μου με ιδιωτικό ασθενοφόρο από το νοσοκομείο στο σπίτι μου την 29-6-2012 ήταν αναγκαία, γιατί και κατά τις διακομιδές μου αυτές έφερα τον ίδιο "γύψινο κνημοποδικό επίδεσμο" και δεν είναι δυνατόν να γίνη δεκτόν ότι τη μία φορά ήταν αναγκαία η διακομιδή μου με ασθενοφόρο και τις άλλες δεν ήταν, αφού σ’ όλες τις μεταφορές μου έφερα τον ίδιο γύψινο κνημοποδικό επίδεσμο.
Εάν ήταν δυνατή η μετακίνησή μου με ταξί ασφαλώς και δεν θα γινότανε με ασθενοφόρο, όπως δεν έγινε και την 30-7-2012 που μου αφαίρεσαν το γύψο, γιατί δεν είχα κανένα λόγο να πληρώσω τα 550 ευρώ, ενώ μπορούσα να δώσω μόνον 100 ευρώ περίπου για ταξί...". Ο λόγος αυτός, πέρα από τις περιεχόμενες σ’ αυτόν απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα κατά το πρώτο (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά το δεύτερο (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για παραβίαση των διαδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή των αναφερομένων κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων και τέλος κατά το τρίτο (από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή.
Προσέτι δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά μόνο αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη μερική ουσιαστική αβασιμότητα του αναφερόμενου στο λόγο αυτό αγωγικού κονδυλίου, ώστε να μπορεί να κριθεί αν και με ποιο τρόπο αυτό υπέπεσε ή όχι στις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να συμψηφισθούν δε ολικά τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 4584/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ