Supreme Court dismisses appeal for failure to examine facts and misapplication of common sense principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to examine specific facts and misapplying the doctrine of common sense to hold the landlord liable for lease anomalies. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not sufficiently define the legal rule or the specific common sense principles violated, rendering the arguments vague and unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 535, 536 § 2, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the legal rule and the exact common sense principles allegedly violated, rendering the grounds for appeal vague and unreviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1011 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1011/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πάσχο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΤΑ ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ", που εδρεύει στην Ναύπακτο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρήγα με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/4/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 522,535 και 536 § 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή ή ανακοπή που έχει περισσότερες βάσεις ή λόγους το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλ' εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις βάσεις ή λόγους που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή (ανακοπή). Εάν όμως το εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, απορρίψει την ανακοπή χωρίς να προβεί στην έρευνα των λόγων αυτών, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 καθώς και του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη του. πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 1510/2003, ΑΠ 1173/06).
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 355/2015, ΑΠ 662/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα α) της από 1-9-14 ανακοπής της αναιρεσείουσας β) της από 29-5-15 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου γ) της 6/2014 διαταγής απόδοσης μισθίου του Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου και δ) των 49/2015 και 8/2017 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου αντίστοιχα προκύπτει ότι με την, από 1-9-14, ένδικη ανακοπή η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της, σε βάρος της εκδοθείσας από τον Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου, υπ'αριθμ. 6/2014 διαταγής αυτού, με την οποία διατάχθηκε η από την μισθώτρια αναιρεσείουσα απόδοση στον εκμισθωτή αναιρεσίβλητο της χρήσεως των περιγραφομένων σ'αυτή μισθίων ακινήτων λόγω δυστροπίας της περί την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων του από 6-7-11 μέχρι 9-7-14 χρονικού διαστήματος, επικαλούμενη ακυρότητα αυτής (διαταγής) α) λόγω αοριστίας της διαλαμβανομένης στο διατακτικό περιγραφής των μισθίων, για την πληρότητα της οποίας ήταν απαραίτητη "η κατά θέση, έκταση και όρια αναφορά αυτών" β) λόγω μη οφειλής των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος 1-9-13 μέχρι 9-7-14 και γ) λόγω άρσεως της υποχρεώσεώς της προς καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος εξαιτίας πραγματικού ελαττώματος (λεπτομερώς αναφερομένου) εμποδίσαντος την χρήση των μισθωθέντων ακινήτων.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε πρωτοδίκως μεν η 49/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου η οποία, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής (και χωρίς την έρευνα των λοιπών) προέβη στην ακύρωση της παραπάνω διαταγής, δευτεροβαθμίως δε, λόγω, εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, (εκδόθηκε), η 8/2017 απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτ.
Μεσολογγίου, η οποία, μετ' εξαφάνιση της εκκληθείσης ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε ως αβάσιμο το γενόμενο ως άνω δεκτό τρίτο λόγο της ανακοπής, την οποία ακολούθως και απέρριψε στο σύνολό της χωρίς όμως να προβεί στην έρευνα των πρώτου και δευτέρου λόγων αυτής (ανακοπής), που δεν είχαν ερευνηθεί πρωτοδίκως.
Η παράλειψη όμως αυτή της προσβαλλομένης δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως [η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 564 ΚΠολΔ, που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (2-2-17), προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της τελευταίας (άρθρα 564, 591 § 1 όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με άρθρο τέταρτο ν. 4335/15, 9 § 2 του ίδιου νόμου και 24 ΕισΝΚΠολΔ] από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αιτίαση καθόσον οι μη ερευνηθέντες λόγοι της ανακοπής ήταν μη νόμιμοι, ουδεμία ασκούντες, συνακολούθως, (ουσιώδη) επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ο μεν πρώτος ενόψει της λεπτομερούς κατάθεση, έκταση και όρια περιγραφής των μισθίων στο σκεπτικό της ανακοπείσας διαταγής δια της αναφοράς σε "ακίνητο επονομαζόμενο ως ..., αποτελούμενο από 5 δωμάτια του 1ου ορόφου κτίσματος, εμβαδού 85,21 τμ και ευρισκόμενο στη Δημοτική Ενότητα ….
του Δήμου ….. μετά του παρακειμενου οικήματος" η οποία καθιστούσε περιττή την επανάληψη της λεπτομερούς ως άνω περιγραφής και στο διατακτικό, εκ της οποίας πάντως (παραλείψεως) δεν δημιουργείται αμφιβολία περί την ταυτότητα των προς απόδοση ακινήτων, ο δε δεύτερος ενόψει του ότι η επικαλουμένη μη οφειλή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος 1-9-13 μέχρι 9-7-14 δεν αίρει τη δυστροπία ως προς την καταβολή των μισθωμάτων που αναλογούν στο από 1-1-11 μέχρι την 31-8-13 χρονικό διάστημα, η οποία εξαρκεί για τη θεμελίωση του λόγου στον οποίο στηρίζεται η αιτουμένη απόδοση της χρήσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ, που κατ αρθ. 29 του ν. 813/1978 έχει εφαρμογή και επί εμπορικών μισθώσεων, με τη σύμβαση της μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 342 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι κύρια υποχρέωση του μισθωτή για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσης είναι η καταβολή του μισθώματος κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί, διαφορετικά ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ορισμένης ημέρας και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητα του μισθωτή, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας, τεκμαίρεται εκ μόνης της παρελεύσεως του χρόνου καταβολής (ΑΠ 387/97 Δνη 38.1819).
Από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος δεν απαλλάσσεται ο μισθωτής αν εμποδίζεται να χρησιμοποιεί το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο (αρθ. 569 εδ. α'ΑΚ), αυτό δε διότι το μίσθωμα καταβάλλεται όχι για την πράγματι ασκούμενη χρήση, αλλά για τη δυνατότητα άσκησης της χρήσης που του παρέχει ο εκμισθωτής.
Από το συνδυασμό δε των αρθ. 574-576 ΑΚ προκύπτει ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Αν, όμως, κατά τον χρόνο της παραδόσεως στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση ή εάν κατά τη διάρκεια της μισθώσεως εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το μίσθωμα, αν η χρήση του μισθίου παρακωλύθηκε ολικά, και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή, ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος, σε περίπτωση μερικής παρακώλυσης, ανάλογη με το βαθμό της ελαττώσεως της χρήσεως, έστω και αν δεν υπάρχει υλική αποβολή αυτού από το μίσθιο, εφόσον, εξ αιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη ή ανενόχλητη, κατά τους όρους της συμβάσεως, και συνεπώς (αναιρείται) και η γενομένη παράδοση της χρήσης.
Επομένως, ο μισθωτής, εναγόμενος από τον εκμισθωτή για την καταβολή μισθώματος, για να απαλλαγεί της υποχρεώσεως του αυτής, αρκεί, κατ' ένσταση, να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εξ αιτίας πραγματικού ελαττώματος του μισθίου πράγματος, εμποδίζεται η ελεύθερη και ανενόχλητη χρήση αυτού, σε τέτοιο βαθμό ώστε το από τη σύμβαση της μισθώσεως δικαίωμα του προς χρήση είναι πλέον χωρίς περιεχόμενο. (ΑΠ 27/2014, ΑΠ 725/2013, ΟλΑΠ 50/2005).
Η ύπαρξη δε τέτοιου ελαττώματος αποτελεί έλλειψη υπαιτιότητας στην καθυστέρηση καταβολής μισθώματος, η οποία, προβαλλόμενη και αποδεικνυόμενη από το μισθωτή, αίρει την υπερημερία του και αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση για καθυστέρηση μισθώματος. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού του εκμισθωτή δεν προαπαιτεί καμία υπαιτιότητα ή γνώση του εκμισθωτή σχετικά με την ύπαρξη του ελαττώματος στο μίσθιο (ΑΠ 1291/2014, ΑΠ 1606/1999, ΑΠ 511/1999, ΑΠ 387/97, ΑΠ 427/97, ΑΠ 1529/98).
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς απ'αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 127/2014, ΑΠ 654/2014). Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 574-576 ΑΚ και 11 ν. 4178/2013 απέρριψε [κατ'αποδοχή της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο δήμο εφέσεως κατά της αντιθέτως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (49/2015 Ειρ.Ναυπάκτου)] την από 1-9-14 ένδικη ανακοπή αυτής (αναιρεσείουσας) κατά της 6/14 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου, η οποία εκδόθηκε σε βάρος της από τον αναιρεσίβλητο (καθού η ανακοπή) δήμο και με την οποία διατάχθηκε η απόδοση της χρήσεως των μισθωθέντων από την ίδια μισθίων ακινήτων λόγω δυστροπίας της (αναιρεσείουσας) περί την καταβολή των συμφωνημένων μισθωμάτων, δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση) την ανυπαρξία του επικληθέντος με την ανακοπή πραγματικού ελαττώματος (αδυναμία εκδόσεως (λήψεως) αδείας λειτουργίας της, υγειονομικού ενδιαφέροντος, επιχειρήσεώς της εξαιτίας της ελλείψεως οικοδομικής αδείας του κτίσματος) παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση επιβάλλοντα την παραδοχή της ανακοπής ως ουσιαστικά βασίμου και την ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η προβληθείσα από την ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα ένσταση περί μη υποχρεώσεώς της προς καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος κρίθηκε απορριπτέα ως (ουσιαστικά) αβάσιμη αφενός λόγω αποδείξεως ότι η μισθώτρια δεν παρακωλύθηκε στη χρήση των επιδίκων μισθίων καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2011, 2012 και 2013 "καθόσον, και υπό την εκδοχή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, της αδυναμίας εκδόσεως της απαιτουμένης άδειας λειτουργίας, συνέχιζε αυτή να κάνει ακώλυτη χρήση και να τα χρησιμοποιεί για το λόγο για τον οποίο τα μίσθωσε γεγονός που δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή της από την πληρωμή του μισθώματος" αιτιολογία (παραδοχή) η οποία δεν προσβάλλεται με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και αφετέρου λόγω μη συνδρομής του επικληθέντος με την ανακοπή πραγματικού ελαττώματος "της αδυναμίας δηλαδή χορήγησης της αδείας λειτουργίας εξαιτίας της έλλειψης της οικοδομικής αδείας", παραδοχή η οποία προσβάλλεται μεν με την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, πλην όμως αλυσιτελώς εφόσον το απορριπτικό της προβληθείσης ενστάσεως (διατακτικό) σκεπτικό στηρίζει επαρκώς η μη προσβαλλομένη ως άνω αιτιολογία.
Απορριπτέες για την ίδια ως άνω αιτία κρίνονται και οι, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβαλλόμενες, από το άρθρο 560 § 6 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 574-576 ΑΚ εξαιτίας των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης που αναφέρονται στην απόρριψη ως αβασίμου του φερομένου ως εμποδίσαντος τη χρήση του μισθίου ακινήτου πραγματικού ελαττώματος και συνακολούθως (στην απόρριψη) της επ'αυτού θεμελιωθείσης ενστάσεως εφόσον, και ανεξαρτήτως της βασιμότητος των προβαλλομένων αιτιάσεων, το απορριπτικό της εν λόγω ενστάσεως σκεπτικό στηρίζει επαρκώς η μη προσβαλλομένη [ούτε με τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις] αιτιολογία αυτής, περί της "και υπό την εκδοχή της υπάρξεως του επικαλούμενου ως άνω πραγματικού ελαττώματος, μη παρακωλύσεως της χρήσεως του επίδικου μισθίου καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (2011-2013)" του οποίου αντιθέτως αποδείχθηκε "ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια "έκανε ακώλυτη χρήση".
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα μη προταθείσα καταλυτική του δια της ενδίκου ανακοπής της προταθέντος ισχυρισμού (ενστάσεως) περί άρσεως της υποχρεώσεώς της προς καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, αντένσταση από το άρθρο 581 ΑΚ περί ανεπιφυλάκτου εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) παραλαβής του μισθίου εν γνώσει του επικληθέντος ελαττώματος.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από την παραδοχή αυτής ότι "Εν τούτοις και με την εκδοχή ότι πράγματι υπήρξε αδυναμία χορήγησης λήψεως της (άδειας), εξαιτίας της έλλειψης της οικοδομικής αδείας, πάλιν η ανακόπτουσα δεν θ' απαλλασσόταν της πληρωμής του μισθώματος (και) της υπόψη περιόδου, αφού ναι μεν η, για λόγους που αφορούν το μίσθιο, αδυναμία χορήγησης από την αρμόδια αρχή της αναγκαίας άδειας λειτουργίας για την άσκηση της συμφωνημένης χρήσεως, αποτελεί πραγματικό ελάττωμα (ΕΠ 926/2001, ΕΑ 6711/2001 ΕΔΠ 2002, 356 και 2003, 362 αντιστοίχως), πλην για να οδηγήσει σε ολική ή μερική απαλλαγή από την πλερωμή του μισθώματος, πρέπει να παρακωλύεται από αυτό τούτο το ελάττωμα, εν όλω ή εν μέρει αντιστοίχως η άσκηση της συμφωνημένης χρήσεως (ΑΠ 605/2001 ΕλΔ 43.140), περίπτωση που δεν συντρέχει όταν ο μισθωτής, παρά την ύπαρξη του πραγματικού αυτού ελαττώματος (μη χορήγηση άδειας λειτουργίας), χρησιμοποιεί ακωλύτως το μίσθιο χωρίς ποτέ, ως αναφέρθηκε, να απευθυνθεί στον εκμισθωτή-εκκαλούντα ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το μίσθιο", προκύπτει ότι η απόρριψη του προβληθέντος με την ένδικη ανακοπή ισχυρισμού έγινε [κατά την υποστηρίζουσα αυτοτελώς το απορριπτικό σκεπτικό ως άνω επάλληλη αιτιολογία], όχι κατ'αποδοχή αντενστάσεως ανεπιφυλάκτου παραλαβής του μισθίου, όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά "λόγω της και υπό την εκδοχή της υπάρξεως του επικαλουμένου ελαττώματος μη παρακωλύσεως της χρήσεως του επιδίκου μισθίου καθόλη τη διάρκεια της μισθώσεως, του οποίου αυτή έκανε ακώλυτη χρήση".
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου αποδείξεως ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/11).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).
Κατ'ακολουθίαν αυτών ο έκτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 560 αρ. 1 β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού με το συλλογισμό της ότι "εξ άλλου ο εκμισθωτής ουδόλως προείδε την ανώμαλη εξέλιξη της μίσθωσης αφού το ίδιο μίσθιο είχε λειτουργήσει επί σειρά ετών στο παρελθόν χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα" καθιέρωσε το ανεύθυνο του εκμισθωτή στην ανώμαλη εξέλιξη της συμβάσεως και την αποστέρηση από εμένα του δικαιώματος να αρνηθώ σύννομα την καταβολή του μισθώματος" κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως των εκτιθεμένων στη παραπάνω μείζονα σκέψη ως απαιτουμένων για την πληρότητα του σχετικού από το άρθρο 560 αρ. 1β ΚΠολΔ λόγου, στοιχείων αφενός του προσδιορισμού των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που, κατά την προβαλλομένη αιτίαση παρεβίασε η προσβαλλομένη απόφαση και αφετέρου της αναφοράς του κανόνα δικαίου για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη μείζονα σκέψη του οποίου αυτά (διδάγματα) χρησιμοποιήθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 281 § 2 ν.3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 22-4-17 και με αριθμ. καταθ. 3/2017] αίτηση αναιρέσεως της 8/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλητου από χίλια τριακόσια πενήντα (1350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ