Legislator Case Law & Legislation
662/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to properly propose the ground of appeal in the lower court.

Case Number 662/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by 'Yalourikiki Biomikhania Ioula A.E.' against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied insurance law provisions to deny compensation for lost profits, claiming the insurance exemption was invalid. The court rejected this appeal as inadmissible because the specific legal ground relied upon was not properly proposed to the Court of Appeal in the appellate brief, violating procedural requirements for admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if the specific legal argument supporting it was not properly proposed to the court of first instance or the appellate court, as the Supreme Court only reviews the legality of the decision based on the actual case facts and legal arguments presented at those levels.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal procedural proposal Code of Civil Procedure insurance contract interpretation lost profits compensation failure to propose ground appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Law 2251/1994
Art. 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 43/1990
AP 760/04
AP 2004/09
AP 1401/08

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 662 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 662/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υαλουργική Βιομηχανία ΓΙΟΥΛΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Ε. Β. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Ιωάννη Κορκόβελο.

Της αναιρεσιβλήτου: της Αγγλικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ROYAL EXCHANGE ASSURANCE P.L.C" (ΡΟΓΙΑΛ ΕΞΤΣΕΪΝΤΖ ΑΣΟΥΡΑΝΣ ΠΛΣ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμο εταιρία "Δ. Α. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ Α.Ε", με έδρα στην ... και νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αβαρκιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2001 μη οριστική, 3455/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3887/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της και τους από 16 Δεκεμβρίου 2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα πού προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑ.Π. 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991).

Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον με την ασκηθείσα έφεσης της προβληθέντα λόγο, με τον οποίο αυτή, επαναφέροντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με την προσβαλλομένη με την έφεση απόφαση (3455/08) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορριφθέντα ισχυρισμό της, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπάρξεως ή μη αυτοτέλειας των καταρτισθεισών μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικών συμβάσεων και της ισχύος των επιμέρους όρων των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, και ειδικότερα του ογδόου εξ αυτού, ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας ως άνω απόφασης κατά το σχετικό κεφάλαιο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) έχει συνάψει με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσίβλητη) δια του ασφαλιστικού πράκτορα Ε.

Σ., δύο συμβάσεις ασφάλισης και συγκεκριμένα, τη με αριθμό 741Σ/...-0/19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης μηχανικών βλαβών και τη με αριθμό 741 /.../19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης παγίων δαπανών συνεπεία μηχανικών βλαβών. Η διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων ήταν ετήσια και συμφωνήθηκε ότι θα ίσχυαν από την 1-1-1998 μέχρι την 1-1-1999. Με την πρώτη από τις ανωτέρω συμβάσεις σφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, η επέλευση του κινδύνου βλάβης ή απώλειας των πυρίμαχων τοίχων και/ή υλικών στον κλίβανο υαλουργίας Γ (C) Sorg - Owen της ενάγουσας, ο οποίος είχε κατασκευαστεί το έτος 1996, με συνολικό ασφαλιστικό ποσό 4.443.238.000 δραχμών.

Με τη δεύτερη από τις ως άνω συμβάσεις, ασφαλίστηκε η επέλευση του κινδύνου απώλειας παγίων δαπανών # λόγω μηχανικής βλάβης, αποζημιωτέας, σύμφωνα με την αντίστοιχη πρώτη ασφαλιστική σύμβαση, με το συνολικό ασφαλιστικό ποσό των 4.202.198.000 δραχμών. Μεταξύ των δύο συμβάσεων ασφάλισης υφίσταται αυτοτέλεια και, συγκεκριμένα, ο όρος 319 της πρώτης, καλύπτει ζημίες προκαλούμενες στα πυρίμαχα υλικά, ενώ η δεύτερη, ρυθμίζει την ασφαλιστική κάλυψη της ενάγουσας σε περίπτωση απώλειας παγίων δαπανών, η οποία προκύπτει λόγω μηχανικής βλάβης και στο κεφάλαιο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ", περίπτωση 8 δ', εξαιρείται ρητά η περίπτωση απώλειας ή ζημίας σε πυρίμαχα υλικά και, επίσης στην 8 α' περίπτωση του ίδιου κεφαλαίου, εξαιρείται, επίσης ρητά, η απώλεια ή ζημία που επισυμβαίνει σε τοιχοποιία και, συνεπώς, στην κρινόμενη περίπτωση, δεν ενεργοποιήθηκε η δεύτερη ως άνω αναφερόμενη σύμβαση και η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώσει αποζημίωση λόγω της απώλειας κερδών της, ως συνέπεια της βλάβης του κλιβάνου Γ.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη με αριθμό 741 Σ/...-0/19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης μηχανικών βλαβών, καταβάλλεται η αξία του καταστραφέντος κατά το χρόνο της καταστροφής, ώστε δεν καλύπτεται με αυτό η απώλεια κερδών. Περαιτέρω, με τη με αριθμό 741Σ/.../19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης παγίων δαπανών συνεπεία μηχανικών βλαβών, ασφαλίζονται μόνο οι πάγιες δαπάνες και όχι η απώλεια κερδών.

Στη σύμβαση αυτή, παρατίθεται αναλυτικός πίνακας παγίων δαπανών, που περιλαμβάνει μισθοδοσία, τόκους, λοιπά έξοδα και leasing και, επίσης, με τον ειδικό όρο 2 ορίστηκε ότι, η ασφάλιση αφορά μόνο την κάλυψη παγίων δαπανών και συμφωνήθηκε ρητά ότι, όπου στο κείμενο του συμβολαίου αναφέρεται ο όρος "ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΕΡΔΩΝ", αυτός διαγράφεται και αντί αυτού, ισχύει ο όρος "ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΑΓΙΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ" και, συνεπώς, είναι σαφές ότι ούτε με το συμβόλαιο αυτό καλύπτεται η απώλεια κερδών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια και απέρριψε το σχετικό με την ανωτέρω αιτία κεφάλαιο της αγωγής, αν και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε, αλλά εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις που είχαν τεθεί στην κρίση του.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτίαση, κρινομένη, συνακολούθως απορριπτέα ως αβάσιμη αφού αποδεικνύεται ότι ο από την αναιρεσείουσα, υπό τη μορφή παραπόνου κατά της απορριπτικής του προβληθέντος ως άνω ισχυρισμού κρίσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, διατυπωθείς, σχετικός λόγος της έφεσης της ερευνήθηκε και απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 566 παρ.1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 και 12 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο των από την τελευταία διάταξη προβλεπομένων αναιρετικών λόγων της παραμόρφωσης του περιεχομένου μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος εγγράφου (αρ.20) και της παραβίασης του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου (αρ.12)] πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ως προς μεν τον πρώτο (από τον αριθμ. 20) α) το έγγραφο και το περιεχόμενο του που φέρεται ότι παραμορφώθηκε β) το περιεχόμενο το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το εν λόγω έγγραφο, γ) την επίδραση της παραμόρφωσης στο διατακτικό της απόφασης και δ) η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο δικαστήριο (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 333/2009), ως προς δε το δεύτερο (από τον αριθμ. 12) α) η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου, β) η αποδεικτική δύναμη αυτού και εκείνη την οποία δέχθηκε το δικαστήριο, γ) η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο δικαστήριο, και δ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/08).

Κατ' ακολουθίαν αυτών οι ίδιοι ως άνω, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο αντίστοιχα σκέλος τους, με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αρ.. 20 και 12 αιτιάσεις με την ασαφή επίκληση της από την προσβαλλομένη απόφαση "παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων και της παραβίασης του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων", κρίνονται απορριπτέοι ως ενδεείς των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ως απαιτουμένων για την πληρότητα τους αναφορών σχετικά α) με την ταυτότητα και το περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, β) της νόμιμης επίκλησης και προσκομιδής αυτών, γ) του προσδιορισμού της αποδεικτικής τους δύναμης και εκείνης που δέχθηκε το δικαστήριο, και δ) του περιεχομένου που δέχθηκε κατά παραμόρφωση το δικαστήριο ότι είχαν τα εν λόγω έγγραφα.

Από το συνδυασμό των άρθρων 566 παρ. 2, 118 αρ. 4, 559 αρ. 1α, ΚΠολΔ 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από την τρίτη ως άνω διάταξη προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, όταν αυτός αφορά στη μη προσφυγή τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρόλο που διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 583/02, ΑΠ 46/03, ΑΠ 210/2008). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο μοναδικός πρόσθετος, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της παραβίασης (υπό την έννοια της μη προσφυγής) από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την εφαρμογή των αναφερομένων στον πρώτο ως άνω λόγο ασφαλιστικών συμβάσεων των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρ. 173 και 200 ΑΚ) κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται αλλά ούτε άλλωστε και προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης ότι το Εφετείο διεπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις διαλαμβανόμενες στα ασφαλιστήρια συμβόλαια δηλώσεις των διαδίκων μερών και παρά το γεγονός αυτό δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 760/04, ΑΠ 2004/09, ΑΠ 1401/08).

Με τον ίδιο ως άνω πρόσθετο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 2 ν. 2251/94 και 281 ΑΚ, απέρριψε την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα αγωγή της, κατά το μέρος που ζητούσε την, κατά τους όρους της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσας ασφαλιστικής σύμβασης, επιδίκαση αποζημίωσης λόγω απώλειας κερδών, [προκληθείσας από την επανεχθείσα βλάβη του υαλουργικού κλιβάνου του εργοστασίου της] δεχθείσα, όπως και η πρωτόδικη απόφαση συνομολογηθείσα εξαίρεση της περίπτωσης αυτής από την ασφαλιστική κάλυψη, παρά την ακυρότητα της εν λόγω εξαίρεσης, που απέρρεε από την αντίθεση του προβλέποντος αυτή όρου της ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις των άρθρων 2 ν. 2251/94 και 281 ΑΚ, τις οποίες και εσφαλμένως δεν εφάρμοσε.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη επίκληση στο αναιρετήριο δικόγραφο ότι η εν λόγω περί ακυρότητας της κατά τα άνω εξαίρεσης όρου της ασφαλιστικής σύμβασης πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκε καθ' οιουδήποτε τρόπο από την αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτό ανεξάρτητα του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν προκύπτει η σε συνάρτηση με τα άρθρα 2 ν. 2251/94 και 281 ΑΚ προβολή του εν λόγω ισχυρισμού.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-10 και με αριθμ. καταθ. 1094/2010 αίτηση και τους από 16-12-11 και με αριθμ. καταθ. 238/2011 προσθέτους λόγους αναίρεσης της (τελεσίδικης απόφασης) 3887/2010 του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ