Supreme Court dismisses appeal against inheritance suit, ruling original judgment void due to deceased plaintiff's death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against an inheritance lawsuit initiated by deceased individuals' heirs. The lower courts had previously ruled the original lawsuit void because the plaintiff had died before the proceedings commenced. Consequently, the Court held that no further substantive trial was possible and the appeal was rejected on its merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 313(1)(d) and 35 of the Civil Code; Article 62(a) of the Code of Civil Procedure: A judgment rendered against a deceased person is void ab initio, and if the substantive claim is legally inadmissible due to the death, the appellate court must dismiss the appeal without remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1009/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσειόντων:1) Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Β., κατοίκου ...,5) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 6) Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 7.α) Τ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 7.β) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας Μ. Σ. του Δ., την ..., σύμφωνα με την ... ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου του Δήμου ..., που δηλώνουν την βίαιη διακοπή και την συνέχιση της δίκης, 8) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 9) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 10) Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., 11) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 12) Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., 13) Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 14) Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2984/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο (ΑΠ 1437/2021), μόνο αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 717/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 12-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5530/726/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 460/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα από το τρίτο των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." και στρεφόμενη κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, πέμπτης, τεσσαρακοστού ενάτου, πεντηκοστού τετάρτου, πεντηκοστής έκτης, πεντηκοστού εβδόμου, πεντηκοστού ογδόου, εξηκοστού δευτέρου, εξηκοστού τρίτου, εξηκοστής τετάρτης, εξηκοστού πέμπτου και εξηκοστού έκτου των αρχικώς εναγόντων.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, η οποία με τις κατατεθείσες προτάσεις της γνωστοποίησε ότι στις ...
απεβίωσε η εβδόμη των αναιρεσιβλήτων Μ. Σ. του Δ. και στη θέση αυτής υπεισήλθαν, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, α) η μητέρα της Τ. Σ. του Ι. και της Κ. και β) η αδελφή της Κ. Σ. του Δ. και της Α., οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα κατωτέρω έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Στις ..., ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 13-7-2021, απεβίωσε η εβδόμη των αναιρεσιβλήτων Μ. Σ. του Δ., η οποία άφησε πλησιέστερες κατά τον χρόνο του θανάτου της συγγενείς και μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της α) τη μητέρα της Τ. Σ. του Ι. και της Κ. και β) την αδελφή της Κ.
Σ. του Δ. και της Α. (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου εκδοθέν από τη Ληξίαρχο του Δήμου ..., υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης της ως άνω αποβιώσασας, υπ' αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... και υπ' αριθ. ...
διάταξη (κληρονομητήριο) του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Οι ανωτέρω κληρονόμοι υπεισήλθαν στη θέση της αποβιώσασας εβδόμης των αναιρεσιβλήτων και παραδεκτά συνεχίζουν τη δίκη, εφόσον δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητά τους ως κληρονόμων αυτής, ενώ δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της ως άνω αποβιώσασας, εφόσον οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι της δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι το γεγονός του θανάτου της είχε περιέλθει σε γνώση του αναιρεσείοντος πριν από την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου μέσου.
ΙΙ) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είναι δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της απόφασης αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β' εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 347/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5530/726/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του τρίτου των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων υπ' αριθ. 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 15-11-2016 έφεση των αρχικώς εναγόντων (συνολικά 66) κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2984/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η από 12-3-2009 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 111916/ 3132/2009) αγωγή των ως άνω εναγόντων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ.
ΙΙ μείζονα σκέψη, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον, με επιμέλεια του ερημοδικασθέντος τρίτου εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, στις 14-6-2021, στο δεύτερο εφεσίβλητο (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (...) και κατέστη τελεσίδικη στις 29-6-2021, αφού παρήλθε άπρακτη η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον ως άνω ερημοδικασθέντα διάδικο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των ακόλουθων εγγράφων που προσκομίζει το αναιρεσείον, ήτοι: α) της υπ' αριθ. 11032/14-6-2021 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ. και β) του υπ' αριθ. 558/7-7-2021 πιστοποιητικού του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της ανωτέρω απόφασης.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (συνολικά 66) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-3-2009 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 111916/3132/2009) αγωγή κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 28-2-2009 υπηρέτησαν, ως ιατροί, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο εναγόμενο και ειδικότερα στις νομαρχιακές μονάδες υγείας Αθήνας και Πειραιά και στις τοπικές μονάδες υγείας ...
και ..., κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Ότι το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο λαμβάνουν οι επισκέπτριες αδελφές, οι αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), βάσει του άρθρου 43 του ν. 1193/1981, όσο και εκείνες που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου.
Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή η εργασία τους ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας υπό τις παρέχεται και η εργασία των τελευταίων.
Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να τους επιδικαστούν τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για έκαστο εξ αυτών, χρηματικά ποσά, καθώς και τα μηνιαίως οφειλόμενα ποσά, για την ίδια αιτία, από την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής έως τη συζήτηση αυτής, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2984/2013 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, καθόσον έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 43 του ν. 1193/1981, κατά το μέρος που δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α. δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 15-11-2016 έφεση, στρεφόμενη κατά των α) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...), β) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...), γ) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." και δ) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", λόγω των επελθουσών στο μεταξύ νομοθετικών μεταβολών, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να νομιμοποιούνται παθητικά οι ως άνω υπό στοιχ.
β', γ' και δ' εφεσίβλητοι προς διεξαγωγή της δίκης ως προς ορισμένους εκ των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις. Επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση (πλην της δέκατης τέταρτης εκκαλούσας και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Μ.
Σ., ως προς την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη) και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά. Ειδικότερα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β' του Συντάγματος (για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 18-2-2004), 8 παρ. 7 ν. 2470/1997, 2 περ.
β' ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 ν. 3205/2003 και όχι τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αυτής διατάξεις των άρθρων 40, 41, 43 του ν. 1193/1981, 1 του Π.Δ. 904/1978 και 2 του ν. 1160/1981. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, πέμπτης, τεσσαρακοστού ενάτου, πεντηκοστού τετάρτου, πεντηκοστής έκτης, πεντηκοστού εβδόμου, πεντηκοστού ογδόου, εξηκοστού δευτέρου, εξηκοστού τρίτου, εξηκοστής τετάρτης, εξηκοστού πέμπτου και εξηκοστού έκτου των αρχικώς εναγόντων, ως προς τους οποίους νομιμοποιείται παθητικά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016, ΑΠ 1227/2013), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν, υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Τέλος, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 ορίστηκε ότι "Εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των." Με τη διάταξη αυτή, το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011).
Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997, πάντως, κατά το μέρος που αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (ΑΠ 946/2023, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Οι ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 28-2-2009 [...] προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο αρχικώς εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "... (...)", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων (ενδοκρινολόγου, μικροβιολόγου, ορθοπεδικού, δερματολόγου, οφθαλμίατρου, παιδίατρου, καρδιολόγου, δερματολόγου, ουρολόγου, γενικού ιατρού ακτινοδιαγνώστη, οδοντιάτρου, πλαστικού χειρουργού, χειρουργού, παρέχοντας ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση εντός του ωραρίου τους στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της Αθήνας (1η μέχρι και 5η των εναγόντων) και του Πειραιά (6ος έως και 45η) και στις Τοπικές Μονάδες Υγείας ... (46η έως 52°) και ... (53η έως 66°), ενώ το μισθολόγιό τους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα διεπόταν από το νόμο 3205/2003.
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στους χώρους των νομαρχιακών και τοπικών μονάδων υγείας του ιδρύματος συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, οι οποίοι πολλές φορές έπασχαν από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (ηπατίτιδα, δερματικές παθήσεις, aids κλπ.), οι οποίες έχουν αυξημένο κίνδυνο μεταδοτικότητας και συνεπώς η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους παραπάνω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, αφού οι χώροι όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους (πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας) αποτελούν χώρους συγκέντρωσης ασθενών.
Ως εκ τούτου οι συνθήκες εργασίας τους ήταν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και Αγροτικών Ιατρείων, που αμειβόταν με το ίδιο μισθολόγιο με τους ενάγοντες ιατρούς και στο οποίο προσωπικό χορηγήθηκε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το χαρακτηριζόμενο πλέον υπό το καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 (άρθρο 8 παρ. 5) νοσοκομειακό επίδομα.
Το επίδομα δε αυτό που, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της απόφασης, θεσπίστηκε με το ν. 2470/1997 και διατηρήθηκε με το ν. 3205/2003 σε αντικατάσταση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, υπέχει στην ουσία θέση τέτοιου επιδόματος και μετά την ισχύ του ν. 3205/2003, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό, που το δικαιούται, προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, προϋπόθεση που, όπως προαναφέρθηκε, συνέτρεχε και στην περίπτωση των εναγόντων [...].
Επομένως, η μη καταβολή στους ενάγοντες - ιατρούς του χαρακτηριζόμενου πλέον ως νοσοκομειακού επιδόματος συνιστά από την 1-1-2004 έως την 18-2-2004 αδικαιολόγητη άνιση δυσμενή μεταχείριση αυτών σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού στις οποίες χορηγείτο το εν λόγω επίδομα, διάκριση η οποία αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον οι ενάγοντες τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού που χορηγείτο, ενώ από την 18-2-2004 οι ενάγοντες δικαιούνται πλέον το επίδομα αυτό ευθέως εκ του νόμου, αφού κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της απόφασης, από την τελευταία ημερομηνία (18-2-2004) οι Νομαρχιακές και Τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώνονται με τα Κέντρα Υγείας και όσα ισχύουν ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των Κέντρων Υγείας του ΙΚΑ.
Ακολούθως, το ύψος του εν λόγω επιδόματος που χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ν.π.δ.δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, ορίστηκε σε 240 ευρώ από 1-1-2004 έως 31-12-2006 (άρθρο 8 παρ. 5 περ. α' Ν. 3205/2003) σε 257,50 ευρώ από 1-1-2007 έως 30-6-2007, σε 275 ευρώ από 1-7-2007 έως 31-12-2007 (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007), σε 310 ευρώ από 1-1-2008 έως 31-12-2008 και σε 345 ευρώ από 1-1-2009 και εφεξής (άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 3554/2007.) Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων ιατρών δικαιούται για το χαρακτηριζόμενο πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 τα ακόλουθα ποσά: 1) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2006 το ποσό των 8.640 ευρώ (ήτοι 240 Χ 36 μήνες), 2) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 30-6-2007 το ποσό των 1.545 ευρώ (ήτοι 257,5 Χ 6 μήνες), 3) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 μέχρι 31-12-2007 το ποσό των 1.650 ευρώ (ήτοι 275 Χ 6 μήνες), 4) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των 3.720 ευρώ (ήτοι 310 Χ 12 μήνες ) και 5) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 28-2-2009 το ποσό των 690 ευρώ (ήτοι 345 Χ 2 μήνες).
Συνολικά δε, το νοσοκομειακό επίδομα, που δικαιούται έκαστος των εναγόντων - εκκαλούντων [...] ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 16.245 ευρώ (8.640 + 1.545 + 1.650 + 3.720 + 690), το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς [...]. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και μετά τον παραδεκτό πρωτοδίκως περιορισμό του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό πρέπει:
Α) [...], Β) [...], Γ) το τρίτο εφεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." (...): α) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο από τους 1η, 2η, 3η, 5η, 49ο, 54ο, 56η, 57η, 58ο, 620, 63°, 64η, 65ο και 66° ενάγοντες - εκκαλούντες το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των ιδίων ως άνω εναγόντων - εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 4.245 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση [...]".
Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν επίδομα νοσοκομειακό και τροφής, το οποίο είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, η οποία (διάταξη) εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως αν εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του Ν. 2470/1997, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών.
Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους. Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη. Ενόψει αυτών, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.
Α.5 του Ν. 3205/2003, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων. Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, που αναφέρονται σε παραβάσεις εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) και εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου (ο πέμπτος).
Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό πρέπει, μετά την μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο κατά το αναιρούμενο μέρος και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση των 1ης, 2ης, 3ης, 5ης, 49ου, 54ου, 56ης, 57ης, 58ου, 620υ, 63ου, 64ης, 65ου και 66ου των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων όσον αφορά το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...".
Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ' αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ. από 23-1-2023 υπεύθυνη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Στέφανου Μουζουράκη), και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ.
β' ν. 2556/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 15-11-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4704/2016) έφεση των 1ης, 2ης, 3ης, 5ης, 49ου, 54ου, 56ης, 57ης, 58ου, 620υ, 63ου, 64ης, 65ου και 66ου των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων όσον αφορά το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...".
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και την παρούσα αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ