Legislator Case Law & Legislation
989/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on partnership liquidation debt disputes.

Case Number 989/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a partner and a liquidating partnership against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court erred by admitting unnotarized private loan agreements and a wife's testimony without proper objection, while also failing to consider the liquidator's report. The court rejected these grounds as vague, noting the appeals failed to specify whether objections were raised or the evidentiary impact of the documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 777 and 778 of the Civil Code; The Supreme Court holds that appeals must clearly specify procedural defects and evidentiary objections, and vague allegations regarding the admission of evidence or failure to consider reports are inadmissible.

Keywords

AI generated
partnership liquidation appellate review admissibility of appeal evidentiary objections unnotarized agreements liquidator report procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 777 and 778 of the Civil Code
Article 18 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 64 paragraph 2 item a of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 96 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 989 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 989/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2. της εδρευούσης στο …υπό εκκαθάριση τελούσας ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία "…", όπως εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή της Κ. Π., κάτοικο ..., που ορίσθηκε με την 708/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελλη Ανδριανάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1826/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 777 και 778 ΑΚ, που κατ' επιταγή του άρθρου 18 ΕμπΝ εφαρμόζονται και επί ομόρρυθμης εταιρείας, προκύπτει ότι (α) η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης και ειδικότερα η περαίωση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή μεταξύ των εταίρων, είτε εξωδίκως είτε δικαστικώς, (β) το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας, (γ) η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, ΑΠ 206/2010).

Οι εκκαθαριστές, οι οποίοι, εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ενεργούν από κοινού, έχουν εφεξής την εξουσία εκπροσώπησης δικαστικώς και εξωδίκως της εταιρίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, παρίσταται με αυτούς στο δικαστήριο, καθώς και το δικαίωμα με κοινή συμφωνία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ, του πληρεξούσιου δικηγόρου για την εκπροσώπηση της εταιρίας ενώπιον δικαστηρίου, όταν η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 94 ΚΠολΔ, υποχρεωτική.

Ενδεχόμενη παράσταση ενώπιον δικαστηρίου ομόρρυθμης εταιρίας υπό εκκαθάριση, με τους ομόρρυθμους εταίρους της, ως εκκαθαριστές αυτής, οι οποίοι όμως διόρισαν πληρεξούσιους δικηγόρους, ατομικά ο καθένας για τον εαυτό του, και όχι πληρεξούσιο δικηγόρο για την εκπροσώπηση της εταιρίας, με κοινή συμφωνία τους, δεν είναι νόμιμη, διότι ο διορισμός αυτός δεν αποτελεί έκφραση συλλογικής άσκησης εκ μέρους τους, στο πλαίσιο των προβλέψεων του άρθρου 778 ΑΚ, της εκπροσωπευτικής εξουσία τους για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού, όχι μόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, αλλά και του λόγου αυτής, είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος και ότι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, για κάποιο λόγο αναίρεσης, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1368/2010, ΑΠ 1241/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία … (δεύτερη αναιρεσείουσα) και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής Γ. Σ. του Μ. και Γ. Σ. του Γ. (πρώτος αναιρεσείων), ως εναγόμενοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον ο καθένας, από σύμβαση δανείου που συνήψε με την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 778 ΑΚ, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, με το να δεχθεί ότι η παράσταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας, που εκπροσωπήθηκε από τους συναγόμενους ομόρρυθμους εταίρους, ως εκκαθαριστές της, οι οποίοι παραστάθηκαν και υποστήριξαν μέσω των πληρεξούσιων δικηγόρων τους διαμετρικά αντίθετες θέσεις, αφού ο πρώτος συνομολόγησε τη χορήγηση του επίμαχου δανείου εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προς την ομόρρυθμη εταιρία, ενώ ο δεύτερος το αρνήθηκε, δεν υπήρξε νόμιμα.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού τέτοιο έννομο συμφέρον δεν προκύπτει ούτε από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η ομόρρυθμη εταιρία, η οποία κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τελούσε υπό εκκαθάριση, εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από τους συνεναγόμενους ομόρρυθμους εταίρους και εκκαθαριστές της Γ.

Μ. Σ. και Γ. Γ. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν αντίστοιχα με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Καγιάτο και Κυριακή Ανδριανάκη και ότι η παράσταση της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπήρξε από δικονομική άποψη παραδεκτή και νόμιμη, ανεξαρτήτως του ότι οι εκκαθαριστές επί της ουσίας δεν κατέστη δυνατό να διαμορφώσουν κοινή θέση και προέβαλαν διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς, τους οποίους εκτίμησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η κρίση του Εφετείου ότι υπήρξε νόμιμη η παράσταση της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας δεν βρίσκει στήριγμα στη διάταξη του άρθρου 778 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 94 και 96 ΚΠολΔ, αφού δεν υφίσταται διορισμός πληρεξούσιου δικηγόρου αυτής, ύστερα από κοινή συμφωνία των εκκαθαριστών ομόρρυθμων εταίρων.

Όμως η παραδοχή αυτή δεν συνδέεται με δυσμενείς για τους αναιρεσείοντες και ιδίως για τη δεύτερη από αυτούς συνέπειες, που να αποδέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και να επικύρωσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ενόψει μάλιστα του ότι η μη νόμιμη παράσταση της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας που εσφαλμένα δεν διέγνωσε η προσβαλλόμενη συνεπάγεται την αντιπροσώπευση αυτής από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους και όχι ερημοδικία αυτής (76 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του ότι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί των ομορρύθμων εταίρων εκτιμήθηκαν, όπως δέχεται το Εφετείο, ελευθέρως (77 ΚΠολΔ), εκτίμηση για την οποία δεν επισημαίνεται από τους αναιρεσείοντες κάποια διαφορετική αντιμετώπιση εκ μέρους του δικαστηρίου υπό την εκδοχή της μη νόμιμης παράστασης της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1998).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία δεν είχει ανάγκη δανεισμού, διότι ήταν μια εύρωστη εταιρία με ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 2.000.000 ευρώ, ότι ο τραπεζικός δανεισμός ήταν ελεγχόμενος και εξυπηρερείτο κανονικά και ότι οι δύο ομόρρυθμοι εταίροι είχαν ακίνητη περιουσία και μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενο οικονομικό πρόβλημα της εταιρίας με δανεισμό από τις Τράπεζες ύστερα από την παραχώρηση προσημείωσης υποθήκης στην ακίνητη περιουσία τους.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, με τον οποίο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, αρνούμενοι την επίμαχη αγωγή από σύμβαση δανείου, αναπτύσσουν τη σχετική επιχειρηματολογία τους, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη και ακόμη ότι το ανεπίτρεπτο του αποδεικτικού μέσου προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1416/2007).

Ειδικότερα, αν πρόκειται για λήψη κατάθεσης μάρτυρα, που έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η εξαίρεση προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν από την όρκιση του μάρτυρα και ότι οι αντιρρήσεις για τη λήψη υπόψη της κατάθεσης προβλήθηκαν εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ποια ήταν η απόφασή του (ΑΠ 1006/2009, ΑΠ 1392/2008, ΑΠ 119/2008).

Περαιτέρω, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε ή αντίστοιχα δεν έλαβε υπόψη και το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και τα αποδεικτικά μέσα ήσαν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξή του (1185/2010, ΑΠ 1731/2007).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, α)ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έλαβε υπόψη τη μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, την εξαίρεση της οποίας ζήτησε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για λόγους οικονομικού και ηθικού συμφέροντός της, και τα από 3.5.2006, 19.7.2006 και 2.11.2006 ιδιωτικά συμφωνητικά δανείου για την απόδειξη της επίμαχης σύμβασης δανείου, τα οποία ήσαν αθεώρητα και δεν είχαν χαρτοσημανθεί νόμιμα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ (τρίτος λόγος) και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα στη δευτεροβάθμια δίκη έκθεση του εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρίας Κ.

Π., στην οποία διαλαμβάνονται εκτιμήσεις και συμπεράσματα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εν λόγω εταιρίας το 2006 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Ειδικότερα, ως προς τη μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του εναγόμενου, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν προβλήθηκαν εγκαίρως τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντιρρήσεις για τη λήψη υπόψη της εν λόγω κατάθεσης και ποιο υπήρξε το σχετικό αποτέλεσμα.

Ως προς τα πιο πάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, δεν εκτίθεται αν το ανεπίτρεπτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας, ανεξαρτήτως του ότι η μη θεώρηση των εν λόγω ιδιωτικών συμφωνητικών από την αρμόδια ΔΟΥ δεν τα καθιστά ανίσχυρα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 90/2005).

Τέλος, ως προς την πιο πάνω έκθεση του εκκαθαριστή της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, δεν αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή της ενώπιον του Εφετείου, ούτε καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτή προσκομίστηκε και το περιεχόμενό του.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.10.2012 αίτηση του Γ. Σ. του Γ. και της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας "…" για αναίρεση της απόφασης 1826/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ