Legislator Case Law & Legislation
979/2011 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling denying public hospital employee special allowance due to procedural error.

Case Number 979/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Polygamous District Court's decision denying a special allowance to a former public hospital employee. The lower court had ruled against the employee based on the premise that she must have actively claimed the benefit by December 31, 2003, to retain it after January 1, 2004. The Court found this interpretation violated the principle of equality and the specific statutory requirements of the relevant laws. Consequently, the case was remitted for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002; Article 24(2) of Law 3205/2003: The retention of a special allowance for public employees after January 1, 2004, requires either actual receipt or an active claim maintained until December 31, 2003; failure to meet this condition constitutes a violation of the principle of equality and statutory rights.

Keywords

AI generated
public hospital employee special allowance retention principle of equality active claim requirement remittal for new trial procedural error statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24(2) of Law 3205/2003
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 979 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Υπάλληλος ΝΠΔΔ (νοσοκομείου), ειδική παροχή 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Η διατήρησή της μετά την 1-1-2004 προϋποθέτει το ότι ο υπάλληλος είτε λάμβανε πραγματικά είτε διατηρούσε ενεργή αξίωση για να λάβει την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003. Αναιρεί.

Αριθμός 979/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Κιλκίς", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Κιλκίς και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάρκου Ζήση.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Σ. Π. του Γ., πρώην κατοίκου ... και ήδη ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κιλκίς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 1/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 442/17-2-2011 έκθεση επιδόσεως του Χ. Μ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτή. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα προς το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων, ανεξαιρέτως, των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω, καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.

Συνεπώς, προϋπόθεση της διατήρησης της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη είτε η ύπαρξη ενεργούς αξίωσης για τη λήψη της ειδικής παροχής, ως μέρους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά την 31-12-2003. Διότι εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμιά χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτών δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.

β` του Συντάγματος), δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση (ΑΠ 582/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη υπήρξε υπάλληλος του αναιρεσείοντος Γενικού Νοσοκομείου Κιλκίς, που αποτελεί ΝΠΔΔ, προσληφθείσα την 5-1-2004 ως ειδικευόμενη ιατρός βιοπαθολόγος και απασχοληθείσα έκτοτε σ' αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ' αυτήν της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι 31-10-2007 (εκτός από τις μικρές περιόδους μεταξύ των εκάστοτε ανανεώσεων των συμβάσεών της, κατά τις οποίες παρέμεινε εκτός υπηρεσίας), αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός της, ως εργαζόμενης, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, σε ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 4/2000 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με τον οποίο αυτό παραπονιόταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η αναιρεσίβλητη υπό την ως άνω ιδιότητά της δικαιούταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Κρίνοντας έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος) και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, αφού για την εφαρμογή της διάταξης αυτής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 5-1-2004 μέχρι 31-10-2007 δεν απαίτησε ως προϋπόθεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να λάβει μετά την 1-1-2004, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είτε το ότι λάμβανε πραγματικά είτε το ότι διατηρούσε ενεργή αξίωση για να λάβει την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως, προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ