Legislator Case Law & Legislation
582/2011 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor contract termination, finding failure to consider evidence and misapplication of law.

Case Number 582/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the second-instance judgment regarding the termination of a public employment contract. The appellant argued that the lower court failed to consider submitted evidence and misapplied statutory provisions concerning collective agreements. The court found the first and second grounds of appeal inadmissible because the appellate court had properly evaluated all evidence, while it ruled the third ground valid due to a clear error in applying specific laws regarding salary adjustments.

Legislator headnote

AI generated

Art. 13(1), Art. 14 of Law 2738/1999; Art. 559(1), Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The appellate court must consider all evidence presented; failure to do so constitutes grounds for appeal, whereas misapplication of specific statutory provisions regarding collective agreements also warrants reversal of the contested portion.

Keywords

AI generated
collective agreement termination appellate court evidence review misapplication of law public employment contract salary adjustment provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 13(1) of Law 2738/1999
Art. 14 of Law 3016/2002
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 582 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση εργασίας, καταγγελία, προσβολή αυτής ως καταχρηστικής. Επαρκής αιτιολογία περί του ότι η καταγγελία δεν έγινε εκ λόγων εκδικήσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για μη λήψη υπ’ όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν.

Αριθμός 582/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, εισηγητή και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Πατρών", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γρηγορίου Καλαβρού.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ... και 9) ..., κατοίκων..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Νίκης Γεωργιάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 283/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1028/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα προς το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων, ανεξαιρέτως, των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω, καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.

Συνεπώς, προϋπόθεση της διατήρησης της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη είτε η διατήρηση ενεργούς αξίωσης για τη λήψη της ειδικής παροχής, ως μέρους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά την 31-12-2003.

Διότι εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμιά χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτών δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.

β` του Συντάγματος), δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Δημοτικού Ωδείου Πατρών, που αποτελεί ΝΠΔΔ, εργαζόμενοι σ` αυτό δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ` αυτούς της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-10-2006, αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός τους, ως εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, σε ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 283/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό την ως άνω ιδιότητά τους δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή και ακολούθως απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος) και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, αφού για την εφαρμογή της διάταξης αυτής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-10-2006 δεν απαίτησε ως προϋπόθεση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να διατηρήσουν μετά την 1-1-2004, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είτε το ότι λάμβαναν πραγματικά είτε το ότι διατηρούσαν ενεργή αξίωση για να λάβουν την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως, προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αναγνώριση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να λάβουν από 1-1-2004 την ειδική παροχή του καταργηθέντος άρθρου 14 του ν. 3016/2002.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα (...) και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται αι προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίστατο στο ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δικαίωμα να λάβουν εκ μέρους του αναιρεσείοντος τις αμοιβές για εργασία κατά το Σάββατο ή την Κυριακή και τις διαφορές αποδοχών που λεπτομερώς αναφέρονται στην ίδια απόφαση, μεταξύ όλων των αποδεικτικών μέσων που είχε προσκομίσει με επίκληση το αναιρεσείον, και τις μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-10-2005, με τις αποδείξεις πληρωμής αυτών, σε συνδυασμό με τις σχετικές υπηρεσιακές βεβαιώσεις, των οποίων ειδική μνεία γίνεται στο φύλλο 16 όπισθεν της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1028/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ