Legislator Case Law & Legislation
976/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's refusal to pay trading costs, citing statute of limitations violation.

Case Number 976/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a claim for trading costs. The Court of Appeal had rejected the statute of limitations defense, incorrectly applying the general twenty-year limit instead of the specific short-term limitation period for securities transactions. The Supreme Court ruled that the Court of Appeal violated the specific provision regarding short-term limitations for such transactions and ordered the case to be retried on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15 paragraph 6 of Law 3632/1928; Article 20 of Law 1806/1988: The specific short-term statute of limitations for disputes arising from securities transactions applies to claims for costs and fees related to such transactions, overriding the general twenty-year limitation period.

Keywords

AI generated
securities transactions short-term limitation statute of limitations trading costs appeal against dismissal statutory interpretation court of appeal error

Cited Legislation

AI generated
Article 15 paragraph 6 of Law 3632/1928
Article 20 of Law 1806/1988
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Civil Code
Article 272 paragraph a of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 976/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα.

Του αναιρεσίβλητου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (δυνάμει της υπ' αριθ. Κ2-9677/9.-12-2011 απόφασης εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΕΛΤΙΩΝ" και "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" με απορρόφηση της δεύτερης και της τρίτης από τη πρώτη, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Καρχιμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαΐου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9378/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 14.12.2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε του δευτέρου.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε μα κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 3632/1928, το οποίο δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, παραγράφεται μετά την πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου 15 του Ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι οι δικαιοπραξίες οι συναπτόμενες χρηματιστηριακώς και έχουσες αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα.

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 26 του Ν .2533/1997 ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο ΧΑΑ σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται ..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία, σχετιζόμενη προς τη διενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.

Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, υπό στοιχείο α', η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1, στοιχείο γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη" ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.

Ενώ εξάλλου και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.

Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.

Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ.

ε' του Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 του Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κυρίας συμβάσεως δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεωτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεώτερο νόμο, συνηθίζεται ο νεώτερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεώτερο νόμο.

Από το ότι ο Ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Τέλος, η παραπάνω άποψη ενισχύεται περαιτέρω και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών (Ολ.ΑΠ 16/2008, Ολ.ΑΠ 28/2007, ΑΠ 1635/2010, ΑΠ 264/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής, την οποία προέβαλε ο αναιρεσείων-εναγόμενος πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, αφού είχε απορριφθεί με την εκκαλουμένη, και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, για την καταβολή σε αυτήν του ποσού των 37.804,02 ευρώ, με την αιτιολογία ότι επί των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης προς απόδοση των δαπανών και αμοιβών από την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν εφαρμόζεται η βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 14 του Ν. 3632/1928, αλλά η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία ισχύει επί εντολής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ.6 του Ν. 3632/1928, καθώς και εκείνη του άρθρου 20 του Ν. 1806/1988.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί αυτή, κατά παραδοχή του σχετικού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου, να διακρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, αφού, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ούτε και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού, μετά την παραγραφή της αξιώσεως, η ωφέλεια για τον υπόχρεο είναι δικαιολογημένη, διότι στηρίζεται στο νόμο (άρθ. 272 εδ.α' ΑΚ, ΑΠ 924/2006), σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με άρθρο 12 παρ.4 Ν. 4055/2012, εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 113 αυτού. Μετά ταύτα πρέπει, κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως, περί ενιαύσιας παραγραφής, της ένδικης αξιώσεως, να απορριφθεί η αγωγή. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 9378/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση.

Δικάζει επί της από 13-5-2002 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος.

Απορρίπτει αυτή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ