Legislator Case Law & Legislation
633/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on default judgment where defendant was properly served and absent.

Case Number 633/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a second-instance default judgment. The appellant failed to appear in court despite being validly served via registered mail and a notice left at his residence, which the court confirmed did not constitute force majeure. Consequently, the lower court's decision to rule by default was upheld as legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 509, 559, 573, 576, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A default judgment is valid if the defendant was properly served and absent, and an appeal based on non-appearance or failure to consider arguments is inadmissible when the defendant was notified and the lower court's reasoning is complete.

Keywords

AI generated
default judgment proper service force majeure appeal dismissal civil procedure registered mail court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 509 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Απόφασης 633/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Ο., εν διαστάσει συζύγου Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούκνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4 Σεπτεμβρίου 2002 και 9 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγές αντίστοιχα των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7012/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4519/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την απόφαση ανέκοψε ο ήδη αναιρεσείων με την από 6 Νοεμβρίου 2006 ανακοπή ερημοδικίας που κατατέθηκε στο ίδιο Δικαστήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η 6558/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 2125/24.2.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., την από 24.3.2010 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του Α.Τ. ... και την από 25.2.2010 βεβαίωση παραλαβής συστημένου του ταχυδρομικού γραφείου Ομονοίας Αθηνών, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Η έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1686/1997). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2145/1993, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας.

Στην έννοια της ανωτέρας βίας συμπεριλαμβάνεται οποιοδήποτε γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατό να προβλεφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου. Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί η διαταγή της αρχής, η από πρόθεση μη παράδοση από τους συνοίκους του εγγράφου που επιδόθηκε σε αυτούς, η παρακώλυση συγκοινωνιών λόγω φυσικών ή άλλων αιτίων, η μη διενέργεια από τη δημόσια αρχή πράξεως από την οποία εξαρτάται η διαδικαστική ενέργεια του διαδίκου, η εσφαλμένη ενέργεια ή παράλειψη των υπαλλήλων της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστικού επιμελητή ή αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου ή και η υπό ορισμένες περιστάσεις και η αιφνίδια ασθένεια του ίδιου του διαδίκου και η από αυτή αδυναμία παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Η έννοια της ανώτερης βίας ως λόγου ανακοπής συμπίπτει με εκείνην του άρθρου 152 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή περιλαμβάνει οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός όπως αναφέρεται παραπάνω, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εξωτερικό ή όχι (ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1587-8/2009, ΑΠ 1236/2008, ΑΠ 308/2007). Η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως ορθώς ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου και δεν παραβίασε αυτή του άρθρου 20 του Συντάγματος.

Επομένως, ο οικείος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της από 10-6-2005 έφεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 7012/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε λυμένος ο γάμος των διαδίκων, προσδιορίσθηκε για την 16-2-2006 με επιμέλεια της εφεσίβλητης και ήδη καθής η ανακοπή.

Ειδικότερα δε όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 6586B/8-8-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... και τη συνοδεύουσα αυτή από 8-8-2005 απόδειξη παράδοσης θυροκολληθέντος εγγράφου αρμοδίως στο Αστ. Τμήμα ..., καθώς και την από 9-8-2005 βεβαίωση αποστολής έγγραφης ειδοποίησης (συστημένη επιστολή) θυροκολληθέντος εγγράφου του ίδιου δικαστικού επιμελητή, η εφεσίβλητη είχε επιδώσει νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εκκαλούντα και ήδη ανακόπτοντα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της άνω έφεσής του, που περιείχε πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο της 16-2-2006, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη δεν παραστάθηκε ο εκκαλών (ήδη ανακόπτων) με αποτέλεσμα να απορριφθεί η άνω έφεσή του με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμό 4519/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16-5-2006. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση του θυροκολληθέντος εγγράφου, λόγω απουσίας του, διότι ήταν καλοκαίρι και οι γιατροί του συνέστησαν να κάνει μπάνια στη θάλασσα, και αυτός είχε μεταβεί για το σκοπό αυτό στην Πύλο, ότι δεν έλαβε συστημένη επιστολή, ούτε τον ειδοποίησε η Αστυνομία.

Ότι η καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη γνώριζε για την απουσία του, και κοινοποίησε, σε αυτόν αντίγραφο της εφέσεως του στις 8 -8-2005, ενώ είχε αυτή τη βεβαιότητα ότι δεν θα μπορούσε να λάβει γνώση και θα δικασθεί ερήμην. Τα άνω περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων, ότι δηλαδή δεν μπόρεσε να λάβει γνώση της κλήτευσής του;

λόγω της απουσίας του από την οικία του, στην οποία θυροκολλήθηκε η άνω έκθεση επίδοσης, δεν συνιστούν-την κατά τα άνω περίπτωση ανωτέρας βίας. Εφόσον δε, αποδεικνύεται νομότυπη κλήτευσή του, με την άνω έκθεση επιδόσεως και τη συνοδεύουσα αυτή έκθεση παράδοσης θυροκολληθέντος εγγράφου και ειδοποίησή του με συστημένη επιστολή, χωρίς να επικαλείται ο ανακόπτων περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν περίπτωση ανωτέρας βίας, η κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ' αριθμό 4519/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠολΔ.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμως όρων και προϋποθέσεων που αποκλείουν την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο οικείος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν , απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθέντα από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί ανωτέρας βίας και απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο. Επομένως, ο οικείος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.1.2008 αίτηση του Ι. Δ. Μ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6558/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ