Legislator Case Law & Legislation
975/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against small claims judgment for failure to prove substantive law violation.

Case Number 975/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn a final small claims decision that dismissed their lawsuit. The appellants argued the lower court violated substantive law by creating contradictory reasoning regarding whether their claim was inadmissible or unsubstantiated. The court found the lower court's detailed reasoning sufficient to refute this claim, ruling that the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 467-471 of the Code of Civil Procedure; Article 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a small claims decision is admissible only if a substantive law rule was violated, including interpretative rules of legal acts, but not merely if the court's reasoning appears contradictory or ambiguous.

Keywords

AI generated
small claims procedure appeal admissibility substantive law violation contradictory reasoning inadmissible claim unsubstantiated claim legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 467-471 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 122 and following of the Code of Civil Procedure
Article 128, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 975 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 975/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Ι., 2) Β. Τ. του Ι., κατοίκων ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός τους Ά. Β. του Β., χήρας Ι. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Παπασπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ/ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουζιώρτη και κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 1598/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. .../28-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ., τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής δικογράφου από τον Αρχιφύλακα του Α.Σ. Πανοράματος Θεσσαλονίκης Ι. Κ. και τη με την ίδια ημερομηνία βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής από τον ταχυδρομικό υπάλληλο Χ. Μ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 128 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

II. Με την κρινόμενη από 20-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρ. 467- 471 ΚΠολΔ) εκδοθείσα υπ' αριθ. 1598/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας την από 20-4-2015 αγωγή των αναιρεσειόντων και της αναφερόμενης δικαιοπάροχου τους, απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες ατομικά και υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων της αποβιωσάσης τρίτης των αρχικώς εναγόντων μητέρας τους Ά. χήρας Ι. Τ., το γένος Β. του Β. (άρθρα 512, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που αντιστοιχεί προς το λόγο που προβλέπεται από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι των εναγόντων έχουν την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και η τρίτη εξ αυτών την επικαρπία του με αριθμό ... αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.198,20 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...), στη συμβολή των οδών ...

με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) .... Εντός του ως άνω αγροτεμαχίου έχει ανεγερθεί διώροφη κατοικία, με πρόσοψη επί της οδού ..., εμβαδού εκάστου ορόφου 216,80 τ.μ. μικτών και 190 τ.μ. καθαρών. Το ως άνω ακίνητο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Β. και Ε. Β., εμβαδού 1.615,70 τ.μ., εντός της οποίας υφίσταται υπαίθρια κολυμβητική πισίνα.

Η ως άνω πισίνα αρχικώς ήταν αυθαίρετη, νομιμοποιήθηκε, όμως, με την υπ' αριθμ. .../09-06-2004 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης. Κάθετα στη διαχωριστική περίφραξη των δύο όμορων οικοπέδων διέρχονταν δύο σωλήνες διαμέτρου 20 και 6,3 εκατοστών αντίστοιχα (Φ 100 και Φ 63), σε απόσταση 3-4 μέτρων από την ιδιοκτησία των εναγόντων, μέσω των οποίων διοχετεύονταν τα ύδατα της ως άνω πισίνας τόσο στο δημοτικό δίκτυο όσο και στο οικόπεδο των εναγόντων.

Συνεπεία της ως άνω ενέργειας πλημύριζε το οικόπεδο των εναγομένων και το υπόγειο της οικίας τους, δημιουργώντας σοβαρές φθορές στον περιβάλλοντα χώρο της οικίας τους και στη στατικότητα του κτίσματος. Κατόπιν τούτων ο πρώτος των εναγόντων, ενεργώντας για λογαριασμό και των λοιπών, απευθύνθηκε στο πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την υπ' αριθ. .../5-09-2011 αίτησή του, ζητώντας τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διερευνηθούν: (α) τα ακριβή αίτια της υγρασίας και των εν γένει φθορών που εκδηλώθηκαν στην οικία τους, (β) η μη ύπαρξη οποιασδήποτε σύνδεσης της πισίνας των ιδιοκτητών του ομόρου ακινήτου με το δίκτυο αποχέτευσης της περιοχής, (γ) την εν τοις πράγμασι ύπαρξη ή μη της προβλεπόμενης από την οικοδομική άδεια σύνδεσης της γειτονικής οικίας με το αποχετευτικό δίκτυο, (δ) σε ποιο βαθμό αποτιμάται η αρνητική επίδραση του κατ' εξακολούθηση αδειάσματος της εν λόγω πισίνας στο οικόπεδο τους στα θεμέλια της οικίας των εναγόντων ως αποδέκτη των υδάτων, (ε) κατά πόσο η υφιστάμενη κατάσταση έχει ζημιώσει τους ενάγοντες και κατά πόσο μπορεί να προκληθεί εξ αυτής διάβρωση θεμελίων, τοίχων και πιθανών άλλων καταστάσεων σε βάρος της στεγανότητας, στατικότητας και θεμελιώσεως του οικήματος τους και (στ) το κόστος αποκατάστασης της ζημίας και να αναλυθεί αυτό, προσδιορίζοντας και τη μείωση της αγοραστικής αξίας της οικίας τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. 10/16-01-1935 μετά από αίτηση οποιουδήποτε προσώπου, το TEE έχει τη δυνατότητα να κινεί την προβλεπόμενη στο εν λόγω διάταγμα διαδικασία για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί τεχνικών θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και την εμπειρία των μελών του. Κατόπιν τούτων το πρώτο εναγόμενο διόρισε, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων το Δ.

Τ. (ορθά Τ.), πολιτικό μηχανικό, προκειμένου να διενεργήσει την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../13-09-2011 έγγραφο του), ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό του στις 20-09-2011. Από τις διατάξεις του προαναφερόμενου π.δ. προκύπτει ότι το TEE έχει αρμοδιότητα μόνον σχετικά με τον ορισμό του προσώπου του πραγματογνώμονα, χωρίς να δύναται να προβεί σε αξιολόγηση και κρίση επί των τεχνικών ζητημάτων της πραγματογνωμοσύνης, η οποία συνιστά έργο και ευθύνη αποκλειστικά του πραγματογνώμονα.

Κατόπιν τούτων προκύπτει ότι το πρώτο εναγόμενο δεν κατήρτισε σύμβαση έργου με τους ενάγοντες, αλλά απλά επιτέλεσε το θεσμικό ρόλο που του ανατέθηκε από το νόμο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εργολάβος της επίδικης σχέσης. Έτσι δεν θεμελιώνεται ευθύνη του ως άνω εναγόμενου και συνεπώς δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Αντιθέτως, εργολάβος θεωρείται ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος, με τη διαμεσολάβηση του πρώτου εξ αυτών, ορίστηκε και ανέλαβε τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος π.δ. "το Τεχνικόν Επιμελητήριον δικαιούται, τη αιτήσει οιουδήποτε εις την εκτέλεσιν πραγματογνωμοσυνών επί τεχνικών ζητημάτων, εμπιπτόντων εις την αρμοδιότητα και την εμπειρία των μελών αυτού, ως ταύτα καθορίζονται εκ των εκάστοτε περί μελών του TEE κειμένων διατάξεων".

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ειδικής απόφασης του Τμήματος Επαγγελματικών Θεμάτων του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με τίτλο "Όροι για τη διενέργεια Πραγματογνωμοσυνών" "Αντικείμενο Πραγματογνωμοσυνών που εκτελούνται κατά την ανωτέρω διάταξη αποτελούν, επομένως, τεχνικά θέματα, όπως π.χ.

οι εκτιμήσεις κατασκευών και εγκαταστάσεων, οι επιμετρήσεις τεχνικών εργασιών, οι διαπιστώσεις κακοτεχνιών και η εκτίμηση του τρόπου και του κόστους αποκατάστασής τους, η εξήγηση φαινομένων τεχνικής φύσεως (ρήγματα σε οικοδομικά στοιχεία, υγρασίες κλπ.), ο έλεγχος εφαρμογής τεχνικών προδιαγραφών και όρων σε κατασκευές, ο έλεγχος εφαρμογής του ΓΟΚ, ο προσδιορισμός του σταδίου εξέλιξης του έργου, η σωστή λειτουργία εγκαταστάσεων και μηχανημάτων, ο έλεγχος θορύβου ή ρυπάνσεως από τη λειτουργία εγκαταστάσεων κλπ.

Οι πραγματογνώμονες που ορίζονται από το TEE αποφαίνονται επί των τιθεμένων τεχνικών ζητημάτων και δεν επιλύουν ζητήματα νομικής φύσεως". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4, Κεφάλαιο Ε "Διενέργεια Πραγματογνωμοσύνης","Ο Πραγματογνώμονας διερευνά αυστηρά και μόνον τα τεχνικά ζητήματα επί των οποίων έχει ζητηθεί η πραγματογνωμοσύνη.

Ζητήματα μη τεχνικά, τα οποία τίθενται ενδεχομένως με τη σχετική αίτηση δεν εξετάζονται από τον Πραγματογνώμονα". Ακολούθως, σύμφωνα με το κεφάλαιο Ε "Διενέργεια Πραγματογνωμοσύνης" άρθρο 1 της ως άνω απόφασης ο Πραγματογνώμονας "αντιμετωπίζει τον αιτούντα και τα λοιπά εμπλεκόμενα μέλη ισότιμα. Ζητά από αυτούς να του παράσχουν κάθε στοιχείο που κατά την κρίση του είναι αναγκαίο ή χρήσιμο για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.

Τέτοιου είδους στοιχεία, καθώς και υπομνήματα με τις απόψεις τους, έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν στον πραγματογνώμονα ο αιτών και κάθε εμπλεκόμενο μέρος, υποβοηθούμενοι εφόσον το επιθυμούν από τεχνικό σύμβουλο". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 ο Πραγματογνώμονας "σε συνεννόηση με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ορίζει, το συντομότερο δυνατόν, ημέρα αυτοψίας.

Αυτοψία είναι δυνατόν να διεξαχθεί χωριστά με κάθε εμπλεκόμενο μέρος, αν το επιβάλουν οι μεταξύ τους σχέσεις και το επιθυμούν και τα ίδια. Ο αιτών έχει την αποκλειστική ευθύνη να διασφαλίσει στον Πραγματογνώμονα την πρόσβαση στο προς διερεύνηση αντικείμενο και στα στοιχεία που το αφορούν. Ειδικώς, ο αιτών έχει την υποχρέωση να λάβει κάθε αναγκαίο δικαστικό ή άλλο μέτρο προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια αυτοψίας από τον Πραγματογνώμονα.

Αν ο αιτών παραλείψει να λάβει τα αναγκαία μέτρα με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η διενέργεια αυτοψίας από τον Πραγματογνώμονα, ο τελευταίος διακόπτει την Πραγματογνωμοσύνη και συντάσσει σχετική Έκθεση Ενεργειών την οποία αποστέλλει στο ΤΕΕ/ΤΚΜ. Αν ο αιτών επιθυμεί τη διακοπή της Πραγματογνωμοσύνης, οφείλει να ενημερώσει άμεσα τον Πραγματογνώμονα και γραπτώς το ΤΕΕ/ΤΚΜ προκειμένου να διακοπεί η χρέωση του".

Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι στις 27-9-2017 (ορθά 27-9-2011) ο ορισθείς πραγματογνώμονας, δεύτερος των εναγομένων, συναντήθηκε με τους ενάγοντες προκειμένου να ενημερωθεί για την πραγματογνωμοσύνη και να του παραδοθούν τα απαιτούμενα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα. Ωστόσο, ο ως άνω εναγόμενος δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την απαιτούμενη αυτοψία παρά την 04-11-2017 (ορθά 04-11-2011) και μετά από επανειλημμένες προσπάθειες του ιδίου να λάβει άδεια για να εισέλθει στο οικόπεδο του κ.

Β., όπου η αυτοψία μάλιστα διενεργήθηκε παρουσία τριών ντόπερμαν. Στην ως άνω πρόσβασή του δεν έλαβε καμία βοήθεια από τους ενάγοντες. Κατά την ως άνω αυτοψία εξέτασε τους δύο σωλήνες που εκβάλλουν στο όριο της περίφραξης του ακινήτου των εναγόντων, διατομής 10 και 6,2 εκατοστών αντιστοίχως, και διερεύνησε με τη χρήση ειδικού οργάνου ("τουμπόραμα") κατά πόσο επικοινωνούσαν με την επίμαχη πισίνα.

Επειδή, ωστόσο, διαπίστωσε ότι οι σωλήνες ήταν βουλωμένοι σε απόσταση 6,7 μέτρα και 7,5 μέτρα αντιστοίχως από την είσοδο τους, υπέδειξε στους ενάγοντες τη χρήση δεύτερης μεθόδου επαλήθευσης των συμπερασμάτων του με τη χρήση κάμερας. Ωστόσο, οι ενάγοντες θεώρησαν την ως άνω μέθοδο ιδιαιτέρως δαπανηρή, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εναγόμενος να τους προτείνει άλλη οικονομικότερη μέθοδο, ήτοι τη χρήση χρωστικής από την πλευρά της πισίνας.

Ωστόσο, η ως άνω μέθοδος δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί λόγω της μη συνεργασίας του γείτονα των εναγόντων, τελικά δε αυτοί κατέφυγαν στην αρχικά υποδειχθείσα μέθοδο της εικονοσκόπησης, αναθέτοντας την ως άνω εργασία στην εταιρία "... Α.Ε.", στην οποία κατέβαλαν το ποσό των 305 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ.

Η ως άνω εταιρία κατέληξε στα ίδια με τον πραγματογνώμονα συμπεράσματα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος αδικαιολόγητα καθυστέρησε στη σύνταξη της επίδικης πραγματογνωμοσύνης, ωστόσο από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση οφείλεται αφενός στη δυστροπία του γείτονα, για την οποία δεν ευθύνεται ο πραγματογνώμονας, αφού κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω οι ενάγοντες όφειλαν να του εξασφαλίσουν ελεύθερη πρόσβαση στο οικόπεδο όπου θα γίνονταν οι μετρήσεις και αφετέρου στην άρνηση των εναγόντων να προχωρήσουν εξαρχής στην μέθοδο της εικονοσκόπησης.

Ο εναγόμενος κατηγορείται από τους ενάγοντες ότι η ως άνω καθυστέρηση οφείλεται σε μεροληψία του υπέρ του γείτονά του με τον οποίο αντιδικούσε. Ωστόσο, από τα αναφερθέντα πιο πάνω προκύπτει ότι τήρησε την απαιτούμενη από το νόμο ουδέτερη στάση, τηρώντας ίσες αποστάσεις και από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές.

Μάλιστα, κατά την αυτοψία διαπίστωσε ότι η πισίνα ήταν γεμάτη με νερό και είχε ακανόνιστο σχήμα με κυκλικά κομμάτια, με αποτέλεσμα να μη δύναται να προβεί σε μέτρηση του όγκου της χωρίς ειδικά όργανα. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος δεν απάντησε στα τεθέντα από αυτούς ερωτήματα με αποτέλεσμα η πραγματογνωμοσύνη του να συνιστά aliud ή έστω να καθίσταται ελλιπής.

Ωστόσο, τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης όσο και από τη θεώρηση της ίδιας της πραγματογνωμοσύνης διαπιστώνεται ότι ο πιο πάνω πραγματογνώμονας εκτέλεσε το καθήκον του χρησιμοποιώντας τις ενδεδειγμένες από την επιστήμη του μεθόδους, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά μαζί με τα αποτελέσματα των μετρήσεών του.

Περαιτέρω, όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι άφησε αναπάντητα ερωτήματα που τέθηκαν από τους ίδιους, αποδείχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας δεν ηδύνατο να αποφανθεί για θέματα που δεν άπτονταν της επιστημονικής ειδικότητάς του, όπως για παράδειγμα ο έλεγχος της σύστασης του εδάφους, που απαιτούν γνώσεις γεωλόγου ή βιοτεχνικού εδάφους.

Εξάλλου, η αποτελεσματικότητα και αρτιότητα της ως άνω πραγματογνωμοσύνης αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες την προσκόμισαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. ..373/09-03-2013 αρνητικής αγωγής τους, προκειμένου να αποδείξουν τους αγωγικούς τους ισχυρισμούς εναντίον των γειτόνων τους, Β.

και Ε. Β.. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 179/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία δικαίωσε τους ενάγοντες, καταδικάζοντας τους αντιδίκους τους να άρουν την προσβολή της κυριότητάς τους, αφαιρώντας τους επίδικους αγωγούς, απαγορεύοντάς τους κάθε μελλοντική διατάραξη με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας 2 μηνών και επιδικάζοντάς τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 4.000 ευρώ.

Από το κείμενο της ως άνω απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκε ιδιαιτέρως υπόψη η πραγματογνωμοσύνη του δεύτερου των εναγομένων, καθόσον γίνεται αρκετές φορές μνεία αυτής, αποδόθηκε δε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτίμηση του πραγματογνώμονα σχετικά με την ύπαρξη φθορών, ρηγματώσεων και καθιζήσεων του εδάφους σε τμήματα του περιβάλλοντος χώρου της οικίας των εναγόντων (βλ.

σ. 12 της ως άνω απόφασης). Στην ως άνω απόφαση, επίσης, καταγράφεται η αποδεικτική δυσχέρεια που αντιμετώπισε ο πραγματογνώμονας λόγω της δυστροπίας του γείτονα, επισημαίνοντας ότι τις ίδιες αποδεικτικές δυσχέρειες αντιμετώπισαν και οι δημόσιες υπηρεσίες που επιλήφθηκαν του θέματος, όπως η ΕΥΑΘ και η Δημοτική Αστυνομία (σ. 15).

Τέλος, οι εναγόμενοι παρέλαβαν ανεπιφύλακτα το ως άνω κείμενο και άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τέσσερα χρόνια μετά την παράδοση σε αυτούς της πραγματογνωμοσύνης και αφού την είχαν με επιτυχία χρησιμοποιήσει στη δικαστική διαμάχη τους με τον γείτονά τους κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, αφού γίνει δεκτός και ο ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, ως ουσιαστικά βάσιμος, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 387, 389, 681, 689, 904 του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την αποτελεσματικότητα και αρτιότητα της επίμαχης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Επιπλέον, εκτίθεται σ' αυτήν ότι η καθυστέρηση στη σύνταξη και παράδοση της επίμαχης πραγματογνωμοσύνης οφείλεται στους οριζόμενους λόγους, που δεν αφορούν στο πρόσωπο του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ενώ επίσης αναφέρεται με σαφήνεια ότι αυτός δεν επέδειξε μεροληψία, αλλά τήρησε την απαιτούμενη από το νόμο ουδέτερη στάση και προς τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές, καθώς και ότι εκτέλεσε τα καθήκοντά του ως πολιτικού μηχανικού, χρησιμοποιώντας τις ενδεδειγμένες από την επιστήμη του μεθόδους, με συνέπεια το ως άνω έργο που παραδόθηκε να μην είναι διαφορετικό από το συμφωνημένο και τούτο να μη φέρει ελαττώματα και ελλείψεις και ως εκ τούτου η επικαλουμένη υπαναχώρηση των αναιρεσειόντων από την ένδικη σύμβαση έργου να μην έχει ως αποτέλεσμα τη γένεση αξίωσης αυτών για απόδοση της ως άνω καταβληθείσας εκ μέρους τους αμοιβής ύψους 1742 ευρώ (παροχής), καθώς και της αναφερόμενης επιπλέον δαπάνης ύψους 305 ευρώ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου με τα οποία δικαιολογεί γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των επικαλούμενων με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, σχετίζονται δηλαδή με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που αντιστοιχεί προς το λόγο που προβλέπεται από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε, όπως προκύπτει από την απόφασή του, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, είτε ρητά, είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 75/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Ειρηνοδικείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής τους και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους ότι η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη δεν προέβη σε τεχνική επιμέτρηση των απαιτούμενων εργασιών για την αποκατάσταση των προκληθεισών στο ακίνητο τους φθορών σε απάντηση του έκτου ερωτήματος τους προς το TEE και ουδέν διαλαμβάνει περί τούτου και συνεπώς το ένδικο έργο και συγκεκριμένα η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη δεν εκτελέστηκε, άλλως εκτελέστηκε με ουσιώδεις ελλείψεις και χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την ως άνω συγκεκριμένη και σαφή αιτιολογία απέρριψε ρητώς ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, μεταξύ δε αυτών και τον παραπάνω, ότι δηλαδή ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κατά τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης άφησε αναπάντητα ερωτήματα που τέθηκαν από τους ίδιους.

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών.

Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Ολ ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 628/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, εκτός των άλλων και: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Ειρηνοδικείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (4 και 5 του β.δ. 30/31- 5-1956, 3 παρ.6 του π.δ. 10/16-1-1935, 297, 301, 343, 345, 346, 382 επ" 387, 389, 390, 396, 481, 681, 689, 904, 911 αριθ. 1 ΑΚ), διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες και δημιουργώντας αμφιβολία ως προς το αν η υπό κρίση αγωγή ως προς το πιο πάνω αναιρεσίβλητο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εκθέτει όλα τα αναγκαία περιστατικά περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και ειδικότερα με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αναφέρει κατά τα ως άνω ότι το πρώτο εναγόμενο δεν κατήρτισε σύμβαση έργου με τους ενάγοντες και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, με βάση δε αυτά χωρίς να παραβιάσει εκ πλαγίου απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή ως προς το εν λόγω εναγόμενο (ΤΕΕ/ΤΚΜ).

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-12-2018 αίτηση των Γ. Τ. και Β. Τ., ατομικά και με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητέρας τους Ά. Β. του Β., χήρας Ι. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1598/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία μικροδιαφορών).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ