Legislator Case Law & Legislation
658/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague evidence and expert report distortion claims.

Case Number 658/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn lower court decisions regarding inheritance disputes. The appellants argued that the appellate court erred in evaluating evidence and distorted an expert engineer's report, but the court found these grounds procedurally inadmissible or insufficient. The court ruled that appellate review is limited to legal errors, not factual re-evaluation, and that vague complaints about evidence or expert reports do not constitute valid grounds for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if it relies solely on the court's evaluation of evidence, which is non-reviewable on appeal, and an expert report is a distinct evidentiary means not subject to distortion claims.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal inadmissibility expert report distortion evidence evaluation inheritance dispute appellate review limits procedural grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 561 of the Civil Procedure Code
Article 242 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 658 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Α. Β. θυγ. Χ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. Χ. Γ., κατοίκου ..., 3. Ε. συζ. Α. Α., θυγ. Χ. Γ., κατοίκου ... και 4. Δ. Χ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χ. Δελεχά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Ε. Β.) απεβίωσε την 1η-9-2006 και κληρονομήθηκε από τους : α. Α. Β. του Α., β. Χ. Β. του Α., 3. Μ. Β. του Α., 4. Μ. Β. του Α., κατοίκων ..., 5. Ε. Β. του Ι., κατοίκου ... και 6. Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., όλοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης αναιρεσείουσας Ε. συζ. Α. Β., θυγ. Χ. Γ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω (Χρήστο Δελεχά) πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. χας Α. Γ., κατοίκου ..., 2. Ε. Α. Γ., κατά κόσμον, "Μ." μοναχής της Ιερά Γυναικείας Μονής Εισοδίων Θεοτόκου Μαρκόπουλου Ωρωπού Αττικής, 3. Μ. συζ. Μ. Φ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., 4. Δ. Α. Γ., κατοίκου ..., 5. Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κουκούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 6. Ζ. Χ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-1988 τριτανακοπή των Μ. Γ., Ε. Β., Α. Γ., Ε. Α. και Δ. Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2009 αίτησή τους και με τους από 17-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε τις από 16-12-2010 και 27-1-2012 εκθέσεις του, με την πρώτη από τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και με τη δεύτερη την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί από τους αναιρεσείοντες Ε. συζ. Α. Β. κλπ με το από 12-3-2009 δικόγραφο.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από την 6822/17-5-2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17-2-2009 αίτησης για αναίρεση των 314/2006 και 535/1999 αποφάσεων των Εφετείου Λάρισας και Πρωτοδικείου Βόλου, αντίστοιχα, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2011, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον έκτο αναιρεσίβλητο Ζ. Γ.. Επομένως, αφού ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο (της 8-2-2012), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 536 αριθ. 1 ΚΠολΔ και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ. που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο κατάθεσής του -με την οποία, κατ' άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συντελείται η άσκηση της αναίρεσης, - είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση των 314/2006 και 535/1999 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αντίστοιχα, ασκήθηκε στις 19-2-2009, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα απεβίωσε την 1-9-2006, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 1-9-2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ζαγοράς. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Δεν τίθεται δε θέμα διακοπής της δίκης λόγω θανάτου της ως άνω αναιρεσείουσας και η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, για συνέχιση της δίκης εκ μέρους αυτών στερείται έννομων συνεπειών.

3.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 314/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της συμπροσβαλλόμενης 535/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των λοιπών, -εκτός της πρώτης-, αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

4 .- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75§§1 και 2 και 76§1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.

Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση αναίρεσης μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 76§1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος, (που ήταν απών από τη δίκη), έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την εν λόγω αντιπροσώπευση είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.

Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).

Τέλος, κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.

Εάν, συνεπώς, σε δίκη τριτανακοπής δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 189/1988 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου έγινε δεκτή η από 29-10-1984 αρνητική και η σωρευομένη με αυτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, που άσκησε ο δικαιοπάροχος των πρώτων πέντε αναιρεσιβλήτων, Α.

Γ. κατά του εναγομένου και ήδη έκτου αναιρεσιβλήτου Ζ. Χ. Γ. και αναγνωρίσθηκε ο ενάγων κύριος των περιγραφομένων τριών επίδικων ακινήτων. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 18-7-1998 τριτανακοπή, την οποία έστρεψαν καθ¨ όλων των αρχικών διαδίκων, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την 535/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Κατά της απόφασης αυτής οι τριτανακόπτοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν την υπ' αριθ. έκθ. κατ. 243/6-9-2000 έφεσή τους, για την οποία εκδόθηκε, ερήμην του έκτου εφεσιβλήτου και ήδη έκτου αναιρεσιβλήτου Ζ. Χ. Γ., η προσβαλλόμενη 314/2006 απόφασή του Εφετείου Λάρισας με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο Ζ.

Χ. Γ., που δικάσθηκε ερήμην. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον εν λόγω διάδικο στις 7-2-2007 (βλ. την προσκομισθείσα 1451Γ/7-2-2007 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Βόλου ...) και ο τελευταίος, καθώς δεν αμφισβητείται, δεν άσκησε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Συνεπώς, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είχε γίνει, κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (19-2-2009), τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή. 4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, (και όχι του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 654/1984, 143/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε (κατατέθηκε) στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας και προσδιορίστηκε για να δικαστεί από το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων, για την παρούσα δικάσιμο (της 8-2-2012). Οι αναιρεσείοντες, στις 17-3-2011, κατέθεσαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 12-3-2009 δικόγραφο των υπό κρίση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Όμως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, είναι εκπρόθεσμοι και γι' αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Το γεγονός ότι οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είχαν κατατεθεί και στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας, στις 6-4-2009, δεν ασκεί έννομη επιρροή (ως προς το εκπρόθεσμο αυτών), διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου. Δεν μπορεί δε το ως άνω δικόγραφο πρόσθετων λόγων να αξιολογηθεί ως αυτοτελής αναίρεση, διότι τούτο προσκρούει στον κανόνα του άρθρου 555 ΚΠολΔ, που δεν επιτρέπει την άσκηση δεύτερης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης.

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επί της από 29-10-1984 αρνητικής και της σωρευομένης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που άσκησε ο δικαιοπάροχος των πρώτων πέντε των καθ' ων η κλήση-τριτανακοπή, Α.

Γ. κατά του δευτέρου των καθ' ων Ζ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, εκδόθηκε η με αρ. 95/1986 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου και μετά από ασκηθείσες κατ' αυτής αντίθετες εφέσεις, εκδόθηκε μετά από συνεκδίκαση αυτών, από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, δικάζον ως εφετείο, η με αρ. 189/1988 τελεσίδικη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-12-86 έφεση του εναγομένου Ζ.

Γ., δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 19-12-1986 έφεση του ενάγοντος Α. Γ. και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση (95/86 Ειρην. Βόλου), δίκασε την υπόθεση στην ουσία, αναγνώρισε τον Α. Γ. κύριο των τριών τμημάτων των ακινήτων που βρίσκονται στο χωριό Σέσκλο Μαγνησίας και συγκεκριμένα α) ενός τμήματος οικοπέδου (αυλαγά) σχήματος τραπεζίου, εμβαδού 128 τ.μ περίπου, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία (νέο δρόμο) Ζ.

Γ., πρώην ιδιοκτησία Α. Σ., νότια με συνεχόμενο οικόπεδο του ιδίου (Α. Γ.), ανατολικά με παλαιά οικία Ζ. Γ. και δυτικά με ιδιοκτησία Χ. συζ. Σ. Κ., β) ενός τμήματος αυλής, σχήματος ορθογωνίου .παραλληλογράμμου εμβαδού 150 τ.μ περίπου, που συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 25 μ. με συνεχόμενη αυλή Ζ. Γ., νότια σε πλευρά επίσης 25 μ.

με συνεχόμενη αυλή Ζ. Γ., ανατολικά σε πλευρά 6 μ. με συνεχόμενη αυλή του ιδίου (Α. Γ.) και δυτικά με υπόγειο και ανώγειο της οικίας του ενάγοντος (Α. Γ.) και γ) ενός τμήματος κήπου, σχήματος τριγώνου, εμβαδού 105 τ.μ περίπου, που συνορεύει ανατολικά με ρέμα, δυτικά και βόρεια με δύο οικίες Ζ.. Γ. και νότια με υπόλοιπο κήπο του Α.

Γ. και υποχρέωσε τον εναγόμενο (Ζ. Γ.) να άρει την προσβολή επαναφέροντας τα πράγματα στην αρχική τους κατάσταση μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την επίδοση προς αυτόν της απόφασης και ειδικότερα να τοποθετήσει τον φράκτη από ξύλινους πασσάλους και σύρμα κατά μήκος της βόρειας πλευράς του πρώτου επιδίκου τμήματος, να αφαιρέσει τα σιδερένια κάγκελα που ο ίδιος τοποθέτησε κατά μήκος της νότιας πλευράς του δευτέρου επιδίκου τμήματος, τις δύο σιδερένιες πόρτες και τις γλάστρες με τα φυτά και να τοποθετήσει στην αρχική του θέση τον φράκτη που μετατόπισε στο τρίτο επίδικο τμήμα αλλιώς επέτρεψε στον ενάγοντα να προβεί στις ανωτέρω πράξεις με δαπάνες του εναγομένου και, τέλος, απαγόρευσε στον εναγόμενο κάθε μελλοντική προσβολή του ενάγοντος στην ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση της κυριότητάς του επί των επιδίκων τμημάτων με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Στον ανωτέρω πρώτο των καθ' ων η τριτανακοπή Α. Δ. Γ. με το υπ' αριθμό .../30-3-1942 δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Φερρών Ιωάννη Σαμαρά, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ο πατέρας του Δ. Γ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, και μία παλιά οικία αποτελούμενη από δύο δωμάτια, ένα υπόγειο καθόλο το μήκος της μετά μαγειρίου και κλιβάνου με την ανάλογη περιοχή (αυλή) και του συνεχόμενου αυλαγά, μια αχυρώνα μεγάλη με ανάλογο κήπο συνεχομένη με προαύλιο δωρητού, με Α.

Α. Γ. και με ρέμα. Τα ανωτέρω ακίνητα, ο Α. Γ. άρχισε να νέμεται δισνοία κυρίου και με καλή πίστη από το 1942, ειδικότερα τον αυλαγά, φυτεύοντας δένδρα (αμυγδαλιές, συκιές), καλλιεργώντας λαχανικά, κτίζοντας βοηθητικούς χώρους (τουαλέτα) και περιφράζοντας αυτόν με ξύλινους πασσάλους και σύρμα, στην δε οικία, κατοικώντας ο ίδιος και η οικογένειά του μέχρι το 1968 και κατόπιν εκμισθώνοντας την οικία σε τρίτους, όπως στη νηπιαγωγό του χωριού, στον Σ.

Μ., στον Κ. Χ. κ.λ.π και επισκεπτόμενος συχνά αυτήν, το δε τμήμα της αυλής που ανήκε σ' αυτόν το χρησιμοποιούσε για να επικοινωνεί ο πρώτος όροφος (ανώγι) με το ισόγειο (κατώγι) του σπιτιού του με τις παλιές (από το 1915) σκάλες που υπήρχαν. Στη συνέχεια με την .../16-6-1947 πράξη μερικής ανάκλησης δωρεάς, της ως άνω συμ/φου ο Δ.

Γ. ανακάλεσε την ως άνω δωρεά ως προς τον αυλαγά, και τον μεγάλο αχυρώνα μετά του αναλόγου κήπου. Η ως άνω ανάκληση είχε μόνον ενοχική ενέργεια, αφού δεν έλαβαν χώρα αναμεταβιβάσεις των ως άνω ακινήτων. Επίσης κατά την ίδια ημεροχρονολογία ο Δ. Γ. συνέταξε την υπ' αριθμ. .../16-6-1947 δημόσια διαθήκη ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου με την οποία εγκατέστησε μεταξύ άλλων κληρονόμους του και τους Χ.

και Α. Γ. και μάλιστα τον τελευταίο ως γενικό κληρονόμο του. Μετά από διενέξεις, το έτος 1956 συντάχθηκε η με αρ. .../21-12-1956 πράξη συμβιβασμού μεταξύ του δωρητή Δ. Γ., του δωρεοδόχου Α. Γ. και του Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φερρών, στον τόμο 20 και με αρ. ..., με την οποία ο Δ.

Γ.ς αναγνώρισε ως ισχυρά την με αρ. .../1942 πράξη εν ζωή δωρεάς ακινήτων προς τον Α. Γ., περιορίζοντας κατ' έκταση τον συνεχόμενο μετά της δωρηθείσης ως άνω οικίας, αυλαγά και προσδιορίζοντας αυτό επί πλευράς μήκους επτά μέτρων, αρχομένης από το βορειοανατολικό σημείο τέρματος και σύνορο οικίας Α. και Χ. Γ. και κατευθυνόμενου προς ΒΔ και δη σε σημείο κείμενο στο ΒΑ άκρο του κλιβάνου ιδιοκτησίας Α.

Σ. και με άλλη κάθετη γραμμή αρχομένη από του τέρματος της πλευράς των επτά μέτρων μέχρι συνόρου ιδιοκτησίας Α. Σ. και ανατολικά στο σύνορο του Α. Σ., πλην όμως δεν αποδείχθηκε η αναμεταβίβαση του τμήματος του ακινήτου του οποίου η έκταση περιορίστηκε κατά τα ανωτέρω και ο Α. Γ. συνέχισε να νέμεται τούτο διανοία κυρίου όπως ενέμετο αυτό από το 1942 έως το 1956 και από το 1956 έως το 1984 που άσκησε την προαναφερθείσα αγωγή του.

Καθόλο το χρονικό διάστημα από το 1942 και μετά, ο Α. Γ. νεμόταν τα σ' αυτόν δωρηθέντα ακίνητα διανοία κυρίου. Ειδικότερα επί του τμήματος οικοπέδου (αυλαγά) σχήματος τραπεζίου, εμβαδού 128 τ.μ, από το οποίο οι τριτανακόπτοντες αντιποιούνται έκταση 77, 37 τ.μ είχε φυτέψει δένδρα (αμυγδαλιές) και το χρησιμοποιούσε ως φυτώριο, είχε κτίσει λουτροκαμπινέ με τσιμεντόλιθους και πλάκα από σκυρόδεμα και τον είχε φράξει με πεζούλα και συρματόπλεγμα (σίτα).

Στο τμήμα της αυλής που περιήλθε δυνάμει του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου στον Α. Γ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 25 μέτρων με συνεχόμενη αυλή του Ζ. Γ., νότια σε πλευρά μήκους 25 μ. με αυλή του Α. Γ., ανατολικά σε πλευρά μήκους έξι μέτρων με αυλή επίσης του Ζ. Γ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 6 μέτρων με την οικία του Α.

Γ., εμβαδού 150 τ.μ., ενέμετο ο τελευταίος από το 1942, ως αύλειο χώρο της παλαιάς οικίας του, που είχε αποκτήσει κατά κυριότητα με το αυτό ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, χρησιμοποιώντας τούτο για τις ανάγκες επικοινωνίας του με την οικία του και ειδικότερα με το υπόγειο αυτής. Το εδαφικό τούτο τμήμα ουδέποτε ήταν περιφραγμένο με οποιονδήποτε τρόπο, έως τον Σεπτέμβριο του 1983, οπότε ο Ζ.

Γ. δεύτερος των καθ' ων η τριτανακοπή κατασκεύασε τοιχείο από τσιμεντόλιθους στην ανατολική και νότια πλευρά αυτού και τοποθέτησε σε όλο το μήκος της πλευράς κιγκλίδωμα έτσι ώστε κατέστη ανέφικτη η επικοινωνία του Α. Γ. με το υπόγειο της οικίας του. Στο τρίτο επίδικο εδαφικό τμήμα, που αποτελεί τμήμα κήπου και έχει σήμερα σχήμα τριγώνου, εμβαδού 105 τ.

μ και συνορεύει ανατολικά με ρέμα, δυτικά και βόρεια με τα δύο σπίτια του Ζ. Γ. (παλαιό και νέο) και νότια με υπόλοιπο κήπο του Α. Γ. περιελθόν στον τελευταίο με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, νεμόταν ο Α. Γ. πρώτος των καθ' ων η τριτανακοπή από το 1942 έως τον Σεπτέμβριο του 1983, που ο Ζ. Γ. μετατόπισε τον φράκτη και το κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα, συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του διακατοχικές ή πράξεις νομής διανοία κυρίου, επιβλέποντας τα όρια αυτού, περιφράσσοντας τούτο και καλλιεργώντας το.

Στο τμήμα του κήπου αυτού που ανήκε στον Χ. Γ., ο δικαιοπάροχός του και γιος του Ζ. Γ., δεύτερος των καθ'ων η τριτανακοπή, ανήγειρε νεότατη οικία καταλαμβάνοντας ολόκληρη την έκταση που ανήκε στον πατέρα του και το εναπομείναν τμήμα τριγωνικού σχήματος είναι αυτό επί του οποίου για περισσότερο από είκοσι χρόνια ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής ο Α.

Γ.. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο Α. Γ. κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτα με διάνοια κυρίου, από το έτος 1946 (εισαγωγή αστικού κώδικα), ενώ ενέμετο αυτά με καλή πίστη από το 1942 έως 23-2-1946 και επέκεινα έως το 1983, οπότε με τις ανωτέρω πράξεις του Ζ.

Γ. προσβλήθηκε η κυριότητα αυτού με διατάραξη. Ακολούθως ουδόλως απεδείχθη η άσκηση διακατοχικών πράξεων νομής επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, περί των οποίων καταθέτει ασαφώς και αορίστως η μάρτυρας Χ. Κ., εκ μέρους του απώτερου δικαιοπαρόχου των τριτανακοπτόντων Δ. Γ. και του εγγύτερου τοιούτου Χ.

Γ., ούτε δε από τους ίδιους τους τριτανακόπτοντες, καθόσον ο μεν πρώτος (Δ. Γ.) ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής διάνοια κυρίου επί τμήματος τινός του επιδίκου οικοπέδου (αυλαγά με στοιχείο Ι της τριτανακοπής), αλλά από το 1942, νεμόταν τούτο ο Α. Γ. διανοία κυρίου, όπως εκτίθεται πιο πάνω, με καλή πίστη έως το 1946 και κατόπιν για περισσότερο από είκοσι χρόνια μέχρι το 1984 αλλά και μέχρι σήμερα, επίσης ο Δ.

Γ. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί του τμήματος του οικοπέδου (αυλαγά) κατά το οποίο περιόρισε κατά τα ανωτέρω την κατά το έτος 1942 γενομένη δωρεά. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η υπό κρίση τριτανακοπή πρέπει ν' απορριφθεί κατά την, ερευνώμενη βάση της που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας των τριτανακοπτόντων-αναιρεσειόντων με (έκτακτη) χρησικτησία, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τους τριτανακόπτοντες με τον επικαλούμενο στην τριτανακοπή πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.

7.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του την 61/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος απ' αυτό -Εφετείο- πραγματογνώμονα Π. Π.. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία ρητά μνημόνευσε.

Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας της έκθεσης αυτής.

Επίσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο το Εφετείο κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο της πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ενώ οι προς την αιτιολόγηση αυτών πλημμέλειες δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τη σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

λόγο αναίρεσης.

8.- Επειδή, ως έγγραφα τα οποία μπορούν να παραμορφωθούν, κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, είναι μόνο εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτήν. Επομένως, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αφού η πραγματογνωμοσύνη είναι αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και, συνεπώς, η παραμόρφωση του περιεχομένου της δε συνιστά λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτουν, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 61/2004 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, μηχανικού, Π. Π.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να είναι αντικείμενο παραμόρφωσης.

9.- Επειδή, για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ', λόγος αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, να αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθ, 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από17-2-2009 αίτηση των Ε. σύζ. Α. Β. κλπ για αναίρεση των 314/2006 και 535/1999 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αντίστοιχα, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί με το από 12-3-2009 δικόγραφο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτης έως και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ