Supreme Court dismisses appeal on employment contract duration and inadmissible evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Regional Court of Aegean's decision to dismiss the plaintiffs' lawsuit. The plaintiffs argued for indefinite-term employment contracts, but the court found their contracts were fixed-term because they lacked the required 24-month cumulative duration or three renewals under the relevant law. The court also ruled the second appeal ground inadmissible because the lower court had already conducted a full evidentiary process and rejected the claim as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court conducted a full evidentiary process and rejected the claim as legally unfounded, rather than failing to consider specific evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 940 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 940/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Γ., 2) Ι. Ξ. του Π., 3) Κ. - Ε. Σ. του Ι., 4) Π. Τ. του Ζ., 5) Ε. Ξ. του Γ., 6) Σ. Β. του Ν., 7) Μ. Β. του Σ., 8) Ι. Δ. του Γ., 9) Ι. Τ. του Ν., 10) Ι. Β. του Κ., 11) Ν. Σ. του Γ., 12) Α. Σ. του Κ., 13) Η. Π. του Κ. και 14) Σ. Κ. του Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής ο 3ος των αναιρεσιβλήτων αναγράφηκε στο αναιρετήριο "Κ. Σ. του Ε." αντί του ορθού "Κ. - Ε. Σ. του Ι.".
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων", που εδρεύει στην πόλη της Νάξου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκε με τις από 1-6-2011 και 10-7-2011 αγωγές άλλων προσώπων, που επίσης δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης, ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση (Ολ.ΑΠ 19, 20/2007, 18/2006).
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ.
της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 19/2007). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Ειδικότερα: (1) Σύμφωνα με το άρθ. 103 §§ 2 και 3 του Συντάγματος κανένας δεν μπορεί να διορισθεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη, ενώ εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού. (2) Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, με το άρθ. 21 §§ 1 και 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 § 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ορίζεται, μάλιστα, στις §§3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζομένη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθ. 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με την §1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του Δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το ν. 1892/1990, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). (3) Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος §7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε §8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κ.λπ.
με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ' της §8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με τους ΟΤΑ κ.λπ.
δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ούτε, εξάλλου, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ένας τέτοιος δηλ.
χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής), συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920. (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από την συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Τα κράτη - μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη - μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος - μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων υπό την ισχύ του ως άνω ΠΔ προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. όχι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009, ΑΠ 1577/2012, 852/2011), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 1577/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στην από 27-7-2011 (και με αριθ. έκθ. κατ. 538/2011) αγωγή τους που άσκησαν (μαζί με άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου κατά του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, με την επωνυμία "Δήμος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων", πρώην Δήμου Νάξου, εξέθεσαν (κατά την σειρά και αρίθμησή τους στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης), ότι (1) ο 1ος εξ αυτών προσλήφθηκε από τον πρώην Δήμο Νάξου (ήδη αναιρεσίβλητο) την 1-10-2008 με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ισχύουσα μέχρι 31-9-2009, ανανεωθείσα στην συνέχεια με άλλες συμβάσεις, με την ειδικότητα ΠΕ χημικού με αντικείμενο των υπηρεσιών του, που παρέχει συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, τον έλεγχο της ποιότητας του νερού, την επίβλεψη της λειτουργίας του ταχυδιυλιστηρίου, την λειτουργία του συστήματος χλωρίωσης κ.λπ. (2) ο 2ος προσλήφθηκε την 5-4-2005, με σύμβαση ισχύουσα αρχικά μέχρι 8-11-2005, με την ειδικότητα του εργάτη καθαριότητας, με την οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 31-12-2010 με βάση μεταγενέστερες συμβάσεις, με φερόμενο εργοδότη σε όλες αυτές δήθεν εργολάβο του Δήμου, επίσης εκεί εργαζόμενο, στην πραγματικότητα, όμως, η σχέση εργασίας υφίστατο με τον (πρώην) Δήμο Νάξου (3) ο 3ος προσληφθείς την 4-4-2005 εργάζεται έκτοτε με την ειδικότητα του εργάτη γενικών καθηκόντων, αρχικά και μέχρι την 28-2-2010 καταρτίζοντας συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις με εικονικό εργοδότη υποτιθέμενο εργολάβο, της σχέσης εργασίας υφισταμένης στην πραγματικότητα με τον Δήμο, ενώ την 10-8-2010 υπέγραψε απευθείας με τον Δήμο νέα σύμβαση, με βάση την οποία παρέχει την εργασία του μέχρι την άσκηση της αγωγής (4) ο 4ος προσληφθείς την 3-6-2005 ως εργάτης καθαριότητας υπέγραφε συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις είτε με τον Δήμο είτε με εικονικούς εργολάβους, παρέχοντας, όμως, πάντοτε τις υπηρεσίες του στον Δήμο, με αυτόν δε κατάρτισε απευθείας την 1-7-2011 νέα σύμβαση, με βάση την οποία εργάζεται μέχρι την άσκηση της αγωγής (5) ο 5ος προσληφθείς την 5-5-2008 ως εργάτης καθαριότητας με σύμβαση καταρτισθείσα με τον (πρώην) Δήμο Νάξου ισχύος μέχρι 30-9-2008, ανανεωθείσα, κατάρτισε νέες συμβάσεις απευθείας με τον Δήμο την 17-5-2010 και 17-1-2011, με βάση την οποία εξακολούθησε να εργάζεται (6) ο 6ος εργάζεται συνεχώς από 6-8-2003 μέχρι την άσκηση της αγωγής με συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις με φερόμενους εργοδότες υποτιθέμενους εργολάβους, παρείχε όμως τις υπηρεσίες του στον Δήμο, με τον οποίο υπέγραψε την 10-8-2011 νέα σύμβαση (7) η 7η προσληφθείσα την 4-8-2003 εργάζεται έκτοτε συνεχώς ως εργάτρια καθαριότητας, με συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις, με εικονικούς εργοδότες υποτιθέμενους εργολάβους, η σχέση όμως εργασίας υφίστατο με τον Δήμο, με τον οποίο την 10-8-2010 υπέγραψε απευθείας νέα σύμβαση (8) ο 8ος εργάζεται συνεχώς από 14-6-2004 μέχρι την άσκηση της αγωγής ως χειριστής μηχανήματος καταρτίζοντας συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις μέχρι την 9-8-2010 με εικονικούς εργοδότες φερόμενους εργολάβους, συνδεόμενος όμως απευθείας με τον (πρώην) Δήμο Νάξου, νυν εναγόμενο, και την 10-8-2010 υπέγραψε απευθείας νέα σύμβαση με αυτόν (9) ο 9ος εργάζεται από 10-4-2006 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής ως οδηγός απορριμματοφόρου, υπογράφοντας συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις έως 10-3-2010 με εικονικό εργοδότη, φερόμενο ως εργολάβο, συνδεόμενος στην πραγματικότητα απευθείας με τον πρώην Δήμο Νάξου, ήδη εναγόμενο, με τον οποίο κατάρτισε την 10-8-2010 απευθείας νέα σύμβαση (10) ο 10ος προσλήφθηκε την 4-3-2006 ως εργάτης ύδρευσης υπογράφοντας αρχικά σύμβαση με ισχύ μέχρι 31-12-2006, ανανεωθείσα με διαδοχικές συμβάσεις, με φερόμενο εργοδότη υποτιθέμενο εργολάβο, στην πραγματικότητα όμως η σχέση εργασίας υφίστατο με τον πρώην Δήμο Νάξου, ήδη εναγόμενο, με τον οποίο κατάρτισε απευθείας νέα σύμβαση την 20-7-2011 (11) ο 11ος εργάζεται από 13-7-2006 συνεχώς ως εργάτης καθαριότητας, υπογράφοντας συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις με εικονικό εργοδότη φερόμενο εργολάβο, συνδεόταν όμως στην πραγματικότητα με σχέση εργασίας πάντα απευθείας με τον πρώην Δήμο Νάξου, ήδη εναγόμενο, με τον οποίο υπέγραψε απευθείας την 23-7-2011 νέα σύμβαση και με βάση αυτήν εργάζεται μέχρι την άσκηση της αγωγής (12) η 12η εργαζόταν από 15-6-2004 μέχρι και την 31-12-2010 ως εργάτρια καθαριότητας, υπογράφοντας συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις με φερομένους ως εργοδότες υποτιθέμενους εργολάβους, στην πραγματικότητα, όμως, η σχέση εργασίας υφίστατο απευθείας με τον πρώην Δήμο Νάξου, τον ήδη εναγόμενο (13) ο 13ος προσλήφθηκε την 19-1-2004 ως εργάτης καθαριότητας, υπογράφοντας μέχρι την 28-2-2010 συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις με εικονικό εργοδότη υποτιθέμενο εργολάβο, στην πραγματικότητα, όμως, η σχέση εργασίας υφίστατο απευθείας με τον Δήμο Δρυμαλίας, τον ήδη εναγόμενο, και την 23-6-201 και 28-2-2011 υπέγραψε με τον Δήμο απευθείας νέες συμβάσεις, παρέχοντας την εργασία του μέχρι την άσκηση της αγωγής και (14) ο 14ος προσλήφθηκε την 23-6-2003 ως εργάτης καθαριότητας, υπογράφοντας αρχικά σύμβαση με ισχύ μέχρι 31-12-2003, έκτοτε δε κατάρτισε συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις είτε με διάφορους εικονικούς εργοδότες είτε απευθείας με τον πρώην Δήμο Δρυμαλίας, τον ήδη εναγόμενο Δήμο, ότι από την αρχή της ως άνω πρόσληψής τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των πρώην Δήμων Νάξου και Δρυμαλίας και στην συνέχεια του εναγομένου Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, στον οποίο αυτοί συνενώθηκαν, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι συμβάσεις εργασίας τους εικονικά και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου ή έργου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός δεν δικαιολογείται από την φύση των αναγκών που κάλυπταν, και ότι, επομένως, οι ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου αποτελούν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 8 ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1000/70/ΕΚ, ενώ δεν εφαρμόζονται αλλά καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθ. 21 ν. 2190/1994, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τον εναγόμενο από την αρχική πρόσληψή τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις προαναφερόμενες ειδικότητες και να υποχρεωθεί αυτός να τους απασχολεί με τέτοιες συμβάσεις κ.λπ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη, διότι (α) οι επίδικες συμβάσεις εργασίας, καταρτισθείσες υπό την ισχύ του ν. 2190/1994 και του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος, ήταν υποχρεωτικά από το νόμο σε κάθε περίπτωση ορισμένου χρόνου και ως τέτοιες κατ' ανάγκην συνήφθησαν, και δεν μπορούσαν να μετατραπούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, σε αορίστου χρόνου, είτε κατά την διάταξη του άρθ. 8 ν. 2112/1920, που δεν ήταν, σε κάθε περίπτωση, εφαρμοστέα, είτε κατά την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, που επίσης δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα, έστω και αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου (β) οι αναιρεσείοντες δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, αφού απ' αυτούς οι με αριθ. 6, 7, 8, 12, 13 και 14, των οποίων οι συμβάσεις, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήσαν ενεργές, κατά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 την 19-7-2004, δεν είχαν συμπληρώσει κατά το χρονικό αυτό σημείο συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων, ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης με ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ οι υπόλοιποι προσλήφθηκαν για πρώτη φορά μετά την θέση σε ισχύ του ΠΔ 164/ 2004.
Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το Εφετείο Αιγαίου που με την προσβαλλομένη 75/2013 απόφασή του απέρριψε με τις αυτές σκέψεις ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την δεχθείσα τα αντίθετα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 8 ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εφαρμοστέες, και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σαφώς συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία (διατυπώνοντας και συναφές πόρισμα), ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αιγαίου με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του. Επομένως, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν ενώπιον αυτού, είναι απορριπτέος ως προδήλως απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 623/2011). Το αυτό ισχύει, ο λόγος δηλ. αυτός είναι απαράδεκτος, και εάν ήθελε θεωρηθεί ως λόγος από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όπως χαρακτηρίζεται από τους αναιρεσείοντες στη αρχή αυτού και παρά την πρόδηλη αναντιστοιχία του με το περιεχόμενό του, αφού και ο λόγος αυτός ιδρύεται, όπως είναι, βέβαια, γνωστό, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 632/2011), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, μειωμένα κατ' άρθ. 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2013 αίτηση των Ι. Μ. κ.λπ. για αναίρεση της 75/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ