Supreme Court dismisses appeal against lower court rejection of administrative claim for failure to follow mandatory pre-litigation procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting an administrative claim. The appellant argued the lower court erred by refusing to accept a formal objection as a response to a prior letter, claiming this violated the required pre-litigation procedure. The court held that the lower court correctly rejected the claim as inadmissible because the appellant failed to submit the objection to the competent administrative body within the statutory timeframe.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court rejected the claim as inadmissible for failure to comply with mandatory pre-litigation procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Απόφασης 632/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ηλία, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βικτωρία Ευθυμιάδου.
Στο σημείο αυτό η πληρεξουσία δικηγόρος δήλωσε την αλλαγή επωνυμίας της εταιρείας σε "ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΑΧΑ Α.Ε".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 2005 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 3543/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του Κανονισμού Διαδικασιών Ανάθεσης και Εκπόνησης Μελετών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.", ο οποίος εγκρίθηκε με απόφαση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2168/15.12.1999, τον τίτλο "ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ-ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ", προβλέπονται τα εξής: "α.
Ενστάσεις κατά το στάδιο εκπόνησης των μελετών ασκούνται ενώπιον της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, μετά δε την πάροδο δεκαημέρου από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης η ένσταση μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου (Προϊσταμένης Αρχής). α. Η προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της Προϊσταμένης Αρχής που εκδόθηκε επί της ενστάσεως".
Επίσης στον ίδιο Κανονισμό και στην περίπτωση ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΕΡΓΩΝ περ. 1 προβλέπεται ότι, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον εν λόγω κανονισμό, τα έργα ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1418/1984, του Ν. 2372/1976, του Ν. 2576/98, του Π.Δ. 609/85, του Π.Δ. 23/93 και όλων των σχετικών εκτελεστικών υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων όπως οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν εκάστοτε.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων, με την από 1.12.2005 προσφυγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει ότι, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας που συνήψε με την καθής, ανέλαβε την εκπόνηση μελέτης σχετικά με τη "Διερεύνηση των κυκλοφοριακών επιπτώσεων από την πεζοδρόμηση της Λ. Βασ. Όλγας", η οποία θα ολοκληρωνόταν σε δύο στάδια διάρκειας 62 ημερών το καθένα,με έγκριση από την καθής εντός 10 ημερών από την υποβολή του κάθε σταδίου.
Ότι, αφού ολοκλήρωσε το πρώτο στάδιο της μελέτης και η καθής ενέκρινε την αμοιβή του για το στάδιο αυτό, εισήλθε στο δεύτερο στάδιο και αφού μεσολάβησε δίμηνο περίπου διάστημα διαπραγματεύσεων σχετικά με τις παρατηρήσεις της καθής, υπέβαλε τον 3° Λογαριασμό ποσού 10.476,89 και στις 9-6-2005 τη μελέτη του δεύτερου σταδίου, αναθεωρημένη σύμφωνα με τις υποδειχθείσες παρατηρήσεις, πλην, όμως, η καθής, μετά πάροδο ενός και μισού έτους και πλέον και παρά τις επανειλημένες οχλήσεις του, με την 386/7-7-2005 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της, απέρριψε τη μελέτη του ως εκπρόθεσμη.
Ότι κατά της πράξης αυτής και σύμφωνα με τον Κανονισμό της καθής άσκησε εμπρόθεσμα την από 25-7-2005 ένσταση ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω 386/2005 πράξης της Διευθ/σας Υπηρεσίας. Ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την 594/26-10-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής (Προϊσταμένη Υπηρεσία), ως εισαχθείσα αναρμόδια ενώπιον της.
Με βάση το ιστορικό αυτό και με την επίκληση ότι θεωρείται εγκριθείσα η μελέτη λόγω παρέλευσης από την υποβολή των προθεσμιών που προβλέπονται στον Κανονισμό της καθής και στο σε εκτέλεση αυτού εκδοθέντος π.δ. 194/1979 σε συνδυασμό με το αρθ. 37 παρ. 2 του ν. 3316/1979, άλλως γιατί η 594/2005 πράξη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ζητεί να ακυρωθούν οι ανωτέρω πράξεις, ήτοι α) η 386/2005 της Διευθ/σας Υπηρεσίας και β)η 594/2005 της Προϊσταμένης Αρχής και να αναγνωριστεί α)η αυτοδίκαιη παραλαβή και έγκριση της μελέτης και β)ότι η καθής οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.476,89 ευρώ για τον 3° Λογαριασμό του δεύτερου σταδίου, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ΦΠΑ 19%, τον οποίο της υπέβαλε κατά στο στάδιο αυτό, με το νόμιμο τόκο από την αρχική όχληση (1-12-2004), άλλως από την επακολουθήσασα όχληση (18-4-2005).
Με το δικόγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές, εισάγεται προς εκδίκαση διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ των διαδίκων κατά την εκπόνηση μελέτης, την οποία ανέθεσε η καθής στον προσφεύγοντα δυνάμει της από 2-7-2001 έγγραφης σύμβασης, κατά το άρθρο 7 της οποίας, επιλύεται με βάση τον Κανονισμό της καθής.
Ενόψει των διατάξεων αυτών, έπρεπε ο προσφεύγων, για την τήρηση της προδικασίας, να υποβάλει την ένσταση του κατά της 386/7-7-2005 απόφασης της καθής, κατά πρώτον ενώπιον της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και στη συνέχεια, μετά πάροδο δεκαημέρου από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης, ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής.
Τη διαδικασία όμως, αυτή δεν τήρησε ο προσφεύγων, αφού, όπως ο ίδιος εκθέτει στην προσφυγή, την ένσταση κατά της ανωτέρω απόφασης υπέβαλε το πρώτον ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής ως Προϊσταμένης Υπηρεσίας. Ο προσφεύγων εκθέτει στην προσφυγή ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί απάντηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας στην από 5-7-2005 εξώδικο δήλωση - πρόσκληση του προς αυτήν, την οποία χαρακτηρίζει ως οιονεί ένσταση, γι' αυτό και άσκησε την ένσταση του κατ' αυτής ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής.
Ο ίδιος όμως εκθέτει στην προσφυγή ότι επέδωσε την εν λόγω εξώδικο στην καθής στις 8-7-2005, δηλαδή μεταγενέστερα από την έκδοση της ανωτέρω 386/7-7-2006 απόφασης και επομένως, δεν είναι δυνατόν η απόφαση αυτή να αποτελεί απάντηση στην εξώδικο του. Κατ' ακολουθίαν ο ισχυρισμός του ότι τήρησε την προδικασία του άρθρου 7 του Κανονισμού της καθής είναι αβάσιμος.
Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ως άνω Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 23 του Ν. 716/1977, 16 και 17 του Ν.Δ. 1266/1972, 12 και 13 του Ν. 1418/1984, 19 παρ. 3, 4 και 5 του Π.Δ. 341/1978, 6 του ως άνω Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, ούτε κήρυξε απαράδεκτη παρά το νόμο.
Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά αληθώς και εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1 997).
Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε δεν ιδρύεται αυτός αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, προσφυγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο (Ολομ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1712/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα επί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2009 αίτηση του Β. Σ. Τ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3543/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο Προεδρεύων Η Γραμματέας