Supreme Court dismisses appeal on grounds that forced execution did not violate Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his opposition to a bank's seizure of his accounts. The appellant argued the seizure was abusive because the bank failed to wait for guarantors to sign a recognition agreement as required by Article 281 of the Civil Code. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting that the bank had explicitly stated it would wait until January 25, yet proceeded with the seizure on January 24 without proof of a valid agreement with all guarantors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that a forced execution measure is not abusive if the creditor can demonstrate that the debtor failed to meet the statutory conditions for suspending the execution, such as the absence of a valid agreement with all guarantors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 939 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 939/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραλή και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Συνεταιριστικής Τράπεζας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Τογέλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 285/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-6-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 92/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ,η από 1-2-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης , με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί ως καταχρηστική, λόγω υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ , η από 24-1-2013 κατάσχεση των αναφερόμενων ποσών των τραπεζικών του λογαριασμών, που επιβλήθηκε από την καθής τα χέρια των αναφερόμενων τραπεζών ως τρίτων . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης. (Ολ.
ΑΠ. 12/2009, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 758/ 2014, ΑΠ 49/2005). Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται η απόσβεση αυτού, υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ,η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 33/2005,ΑΠ 1179/2017,ΑΠ1484/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία;που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές,όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 816/2017,ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα : "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ....12/25.9.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στα ..., μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της καθ' ης η ανακοπή και του Σ. Ν., χορηγήθηκε στον τελευταίο πίστωση μέχρι του ποσού των 7.000.000 δρχ.
ήτοι 20.542,92 ευρώ, την ολοκληρωτική εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου της οποίας εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτρια η σύζυγος του Α. Μ., με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην παραπάνω σύμβαση. Στη συνέχεια, στις 12.10.2005, δυνάμει της υπ' αριθ. ....12/00/12.10.2005 σύμβασης αυξήθηκε το όριο της χορηγηθείσας πίστωσης κατά 29.457,08 ευρώ, έτσι ώστε το ποσό αυτής να ανέρχεται πλέον συνολικά σε 50.000 ευρώ, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες της αρχικής σύμβασης, για την οποία εγγυήθηκαν εγγράφως η σύζυγος του πιστούχου Α.
Μ. και ο πατέρας του Ι. Ν.. Στις 20.1.2005 και στις 28.8.2006, ο Ι. Ν. και ο ανακόπτων, θείος του πιστούχου, αντίστοιχα, εγγυήθηκαν εγγράφως ο μεν πρώτος και για το ποσό της αρχικής σύμβασης, ο δε δεύτερος για το ποσό της αρχικής σύμβασης και της αυξητικής πρόσθετης πράξης αυτής, ήτοι για το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ.
Ακολούθως, την 1.2.2011 καταρτίστηκε στο κατάστημα της καθ' ης η ανακοπή η υπ1 αριθ. ...12/2000/01 πρόσθετη πράξη- σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, με την οποία τόσο ο πιστούχος όσο και οι παραπάνω- εγγυητές αναγνώρισαν ότι η οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 53.386,60 ευρώ, συμφώνησαν δε περαιτέρω τη ρύθμιση της οφειλής, καθώς και ότι οι υφιστάμενες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις θα διατηρούνταν χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση.
Λόγω μη καταβολής κανονικά των συμφωνηθεισών τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά κεφάλαιο και δόσεις, μεταφέρθηκαν τα καθυστερούμενα κονδύλια σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Η καθ ής η ανακοπή στη συνέχεια κοινοποίησε στους συμβαλλόμενους την από 20.11.2012 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε οριστικά τις συμβάσεις και προέβη σε κλείσιμο του τηρούμενου με αριθμό ...5-03 λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε τότε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος τους, ανερχόμενο στο ποσό των 62.998,76 ευρώ, πλέον τόκων, καλώντας τους συγχρόνως να εξοφλήσουν αυτό.
Η καθ' ης προέβη στην ενέργεια αυτή, διότι για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την καταγγελία της σύμβασης ζητούσε από τους συμβαλλόμενους, πιστούχο και εγγυητές, να προσέλθουν στο υποκατάστημά της προκειμένου να ρυθμίσουν εκ νέου την οφειλή τους, πλην όμως ο ανακόπτων αρνήθηκε να υπογράψει οποιαδήποτε σύμβαση (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση από 19.11.2012 έγγραφο της καθ' ης Τράπεζας), καθώς και να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ακίνητης περιουσίας του προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης. Ακολούθως, κατόπιν της από 20.12.2012 αίτησηςτης καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 17/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει, σε ολόκληρο με τους λοιπούς συμβληθέντες, το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού, ήτοι από 21.11.2012 μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Η καθ' ης στις 18.1.2013 επέδωσε στον ανακόπτοντα ακριβές αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της παραπάνω διαταγής πληρωμής με την κάτω από αυτό επιταγή για πληρωμή, με την όποια επιτασσόταν να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 68.728,84 ευρώ. Ο ανακόπτων, προκειμένου να μην προβεί η καθ' ης σε αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της παραπάνω διαταγής πληρωμής, προσήλθε στις 23.1.2013 στο υποκατάστημα της καθ' ης με τον πιστούχο Σ.
Ν., προκειμένου να προβούν στην εκ νέου ρύθμιση της οφειλής, όπως είχε ζητηθεί από την καθ' ης πριν την έκδοση του εκτελεστού τίτλου σε βάρος τους. Πλην όμως δεν προσήλθαν και οι λοιποί εγγυητές, παρά τη ρητή επιταγή της Τράπεζας, με αποτέλεσμα να μην ισχύσει η πρόσθετη πράξη - σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, την οποία υπέγραφαν μόνο ο πιστούχος και ο ανακόπτων.
Και τούτο διότι, η καθ' ης απέβλεπε στη δέσμευση όλων των μερών, που είχαν συμβληθεί στην αρχική σύμβαση, την αυξητική πρόσθετη πράξη αυτής και την προηγούμενη αναγνώριση- ρύθμιση οφειλής, με την κατάρτιση της νέας αυτής ρύθμισης. Έτσι η καθ' ης, δυνάμει των από 24.1.2013 κατασχετήριων σε βάρος του ανακόπτοντος, κατάσχεσε εις χείρας τρίτων και δη της μεν Τράπεζας … το ποσό των 5.000 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθ. ...748 τραπεζικό λογαριασμό του, της δε ...
α) το ποσό των 3.888 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθ. ...667-7 τραπεζικό λογαριασμό του, β) το ποσό των 25.300 ελβετικών φράγκων ήτοι 20.500 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στο υπ' αριθ. ...397 9 κοινό τραπεζικό λογαριασμό με την αδελφή του Ε. Ν. και γ) το ποσό των 1.185 δολαρίων ΗΠΑ ή 868 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθ. ...037 1 κοινό τραπεζικό λογαριασμό με την παραπάνω αδελφή του.
Ο ανακόπτων διατείνεται ότι, κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, η καθ' ης επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του με την κατάσχεση εις χείρας τρίτων των χρηματικών αυτών καταθέσεων, παρά το ότι εκκρεμούσε ρύθμιση της οφειλής, την οποία είχαν ήδη υπογράψει ο πιστούχος Σ. Ν. και ο ίδιος ως εγγυητής και αναμενόταν η υπογραφή αυτής εκ μέρους και των δύο άλλων εγγυητών, η οποία θα ελάμβανε χώρα έως τις 25.1.2013.
Το γεγονός όμως αυτό και δη της συμφωνίας - προσέλευσης των λοιπών εγγυητών σε διαφορετική ημερομηνία, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και αν αληθεύει, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, αφού η Α. Μ. και ο Ι. Ν.,σύζυγος και πατέρας του πιστούχου αντίστοιχα, δεν προσήλθαν στο υποκατάστημα της καθ ης έστω και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, για να συνυπογράψουν τη ρύθμιση της οφειλής, την οποία προφανώς δεν επιθυμούσαν, αν και τελούσαν σε γνώση τόσο της επιβεβλημένης παρουσίας τους κατά τη σύναψή της όσο και του χρόνου που θα ελάμβανε χώρα αυτή, λόγω της προαναφερόμενης οικογενειακής σχέσης τους με τον πιστούχο.
Περί της αναγκαιότητας να συμπράξουν και οι τελευταίοι στη σύμβαση ρύθμισης της οφειλής προς υλοποίησή της, πλην του πιστούχου και του ανακόπτοντος, γεγονός που γνωστοποιήθηκε από την καθ' ης, δια του αρμοδίου υπαλλήλου της, καταθέτει η μάρτυρας ανταπόδειξης, Α. Κ., υπάλληλος της καθ' ης, η οποία επιβεβαιώνει ότι "...
είπα στον ανακόπτοντα και το Σ. (εννοεί τον πιστούχο) πριν έλθουν να υπογράψουν ότι και οι πέντε (εννοεί τέσσερις) μαζί έπρεπε να είναι. Δεν υπήρχε σύμβαση, αφού δεν υπέγραψαν οι άλλοι". Συνακόλουθα, από τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η ενέργεια της καθ' ης να επιδιώξει, όπως άλλωστε είχε το δικαίωμα, την ικανοποίηση της απαίτησής της, επιβάλλοντας κατάσχεση εις χείρας τρίτων των χρηματικών καταθέσεων του ανακόπτοντος, δεν υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ" .
Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη , δεχόμενο ότι ,αφού στις 23-1- 2013,παρά τη ρητή επιταγή της καθ ης μόνο ο πιστούχος και ο ανακόπτων εμφανίστηκαν στο υποκατάστημά της (καθ ής) και υπέγραψαν πρόσθετη πράξη -σύμβαση αναγνώρισης, όχι όμως και οι άλλοι δύο εγγυητές, με αποτέλεσμα να μην ισχύει η πιο πάνω πράξη, η αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε η καθ ής η ανακοπή σε βάρος του ανακόπτοντος στις 24-1- 2013, δεν ήταν καταχρηστική , καθόσον δεν αποδείχτηκε συμφωνία προσέλευσης των άλλων δύο εγγυητών στις 25-1-2013 .
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ,με σαφήνεια και πληρότητα ,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ ,την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες .
Ειδικότερα, με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής ,δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του 281 ΑΚ και στηρίζεται το απορριπτικό διατακτικό της απόφασης. Επομένως, όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το ένα του μέρος, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνει άλλως ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής σε βάρος του συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, με την κατάσχεση των ποσών των τραπεζικών του λογαριασμών στα χέρια των τραπεζών ως τρίτων ,κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα ,όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το άλλο μέρος του, περιλαμβάνεται η αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια αιτιολογιών για το ουσιώδες ζήτημα ότι, ενώ οι υπάλληλοι της καθ ης του δήλωσαν ότι θα ανέμεναν μέχρι 25-1-2013 για την υπογραφή από τους άλλους δύο εγγυητές της πρόσθετης πράξης -σύμβασης αναγνώρισης, προχώρησαν στις 24-1-2013 στη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση. Ο λόγος αυτός , εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι σχετικές αιτιάσεις πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, ενόψει του ότι το Εφετείο με σαφείς και πειστικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν δόθηκε τέτοια προθεσμία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176,183,189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2018 αίτηση του Δ. Ν. του Α. για αναίρεση της 285/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας .
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ