Legislator Case Law & Legislation
758/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations for annulment objections.

Case Number 758/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision to reject a third objection. The appellants argued that the objection regarding the validity of the enforcement title should have been raised under a different procedural deadline. The court held that the objection was time-barred because it concerned the enforcement process rather than the title's validity, requiring it to be raised within the specific timeframe for enforcement objections.

Legislator headnote

AI generated

Articles 934 para. 1a and 1b of the Code of Civil Procedure; An objection regarding the validity of the enforcement title must be raised within the deadline for substantive defects, while objections concerning the enforcement process must be raised within the deadline for enforcement objections.

Keywords

AI generated
statute of limitations enforcement objection procedural deadline annulment appeal civil procedure code substantive defect time bar

Cited Legislation

AI generated
Articles 904, 915, and 916 of the Code of Civil Procedure
Articles 281 of the Civil Code, 116 and 933 of the Code of Civil Procedure
Article 20 para. 1 and Article 25 para. 3 of the Constitution
Article 934 para. 1a and 1b of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 494 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 758 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. χας Ε. Κ., το γένος Θ. Ξ., κατοίκου ... 2.Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Καλλιώρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ιωαννίδη, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 11-12-2013 δήλωσή για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Αυγούστου 2008 και 5 Ιανουαρίου 2009 ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3054/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Απριλίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 2 Μαΐου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904,915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, πλην άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί η απαίτηση να

είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Στην αντίθετη περίπτωση η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει.

Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ 1α του ΚΠολΔ.

Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατά κυρώσεως (Ολ.

Α. Π. 12/2009).

Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση" του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Δυνάμει του .../6.3.2008 προσυμφώνου της Συμβολαιογράφου Θήβας Φωτεινής Κανέλλου, οι ανακόπτοντες δήλωσαν ότι έχουν στην πλήρη, αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή τους, η μεν πρώτη κατά το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας και ο δεύτερος κατά την ψιλή κυριότητα, τα παρακάτω αγροτικά ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια τον Δημοτικού Διαμερίσματος (πρώην Κοινότητας) Μαυρομματίου, του διευρυμένου Δήμου Θεσπιέων του Νομού Βοιωτίας, ήτοι 1) ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη Θέση ΚΟΛΩΝΕΣ, εκτάσεως 1499,65 τμ, το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται με τον αριθμό "1" και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΚΛΜΝΞΟ11ΡΣΤΥΚ στο από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Λ.

Π. και συνορεύει... 2) ένα άλλο αγροτεμάχιο κείμενο στην ίδια θέση, εκτάσεως 7.534,47 τμ, το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται με τον αριθμό "2" και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ, στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Λ. Π. και συνορεύει...Το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα φέρει την υπεύθυνη δήλωση τον Ν. 651/1977 του παραπάνω μηχανικού, δυνάμει της οποίας δηλώνεται από αυτόν υπεύθυνα ότι τα ως άνω αγροτεμάχια είναι εκτός περιγράμματος και εκτός ζώνης οικισμού ΛΔ Μαυρομματίου, της κτηματικής περιφέρειας Μαυρομματίου, του Δήμου Θεσπιών και ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι το μεν πρώτο άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο, ενώ το δεύτερο άρτιο κατά κανόνα και οικοδομήσιμο.

Τα ως άνω αγροτικά ακίνητα οι ανακόπτοντες απέκτησαν, κατά το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας η πρώτη και κατά ψιλή κυριότητα ο δεύτερος εξ αυτών, από κληρονομία του Ε. Κ., συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, που απεβίωσε στις 2.8.1994, καταλείποντας την από 5.1.1994 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημoσιεύθηκε με το 95/24.7.1997 πρακτικό δημοσίευσης τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας.

Δυνάμει του ως άνω προσυμφώνου, οι ανακόπτοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν τους άνω ακίνητα, η μεν πρώτη κατά το δικαίωμα της ενάσκησης της ισόβιας επικαρπίας και ο δεύτερος κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, ήτοι κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον καθού η ανακοπή, με τους παρακάτω όρους:

Το συνολικό τίμημα ορίστηκε σε 27.000 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο καθού - αγοραστής κατέβαλε στους ανακόπτοντες 22.000 ευρώ σε μετρητά, ποσό που συμφωνήθηκε να θεωρηθεί αρραβώνας και να συμψηφιστεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου προς το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα των 27.000 ευρώ. Το υπόλοιπο τίμημα των 5.000 ευρώ, που συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί επίσης προς το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα των 27.000 ευρώ, ο αγοραστής ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει σε μια άτοκη, ισόποση δόση και σε περίπτωση υπερημερίας έντοκη, το αργότερο μέχρι την 6.6.2008, κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αφού προηγουμένως συγκεντρωθούν από τους συμβαλλόμενους τα απαραίτητα για την σύνταξη του έγγραφα και πιστοποιητικά, δηλαδή αφού τακτοποιηθούν όλα όσα προβλέπονται από το νόμο και όσα είναι απαραίτητα για την έγκυρη κατάρτιση του (φορολογική ενημερότητα των πωλητών, ασφαλιστική ενημερότητα του δεύτερου των πωλητών, συμπληρωματική ή διορθωτική δήλωση φόρου κληρονομιάς κλπ) και αφού οι πωλητές φροντίσουν για την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς και της συμβολαιογραφικής πράξης αναγνώρισης των ορίων των ακινήτων από τους όμορους ιδιοκτήτες, και εκδοθούν, με δαπάνες από κοινού και εξ' ημίσειας των πωλητών και του αγοραστή, όλες οι απαραίτητες από τις αρμόδιες αρχές εγκρίσεις για τη δυνατότητα κατασκευής, επ' ονόματι του αγοραστή, κτιρίου με χρήση αποθήκης επί των παραπάνω ακινήτων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και η βεβαίωση της αρχαιολογίας και του δασαρχείου, μετά από έγγραφη πρόσκληση, προς τούτο, των πωλητών από τον αγοραστή, με δικαστικό επιμελητή, τρεις το λιγότερο ημέρες πριν την υπογραφή, στην διεύθυνση που κατοικούν και στην οικία που δηλώθηκε στο εν λόγω προσύμφωνο.

Στην πρόσκληση αυτή θα γράφεται η ημερομηνία, η ώρα και το όνομα του Συμβολαιογράφου που θα υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο. Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, ότι ο παραπάνω τρόπος σύνταξης και υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν είναι υποχρεωτικός για τον αγοραστή και ότι ο αγοραστής μπορούσε και είχε το δικαίωμα να υπογράψει και μόνος του το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 235 του ΑΚ, με εντολή και πληρεξουσιότητα, που του έδωσαν οι πωλητές, κατά τη δήλωσή τους, και μάλιστα ανέκκλητη, αφού δόθηκε για το συμφέρον του πληρεξουσίου αγοραστή και ίσχυε και για τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του ΑΚ, με την υποχρέωση, όμως, του αγοραστή να καταθέσει στη συμβολαιογράφο, και αυτή να προσαρτήσει στο συμβόλαιο κάθε έγγραφο που αποδεικνύει την εμπρόθεσμη εξόφληση του τμήματος, που πιστώθηκε (εξοφλητικές αποδείξεις των πωλητών με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από Δημόσια Αρχή ή Γραμμάτιο Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων) αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου ακόμη και αυτού του όρκου.

Για την περίπτωση πραγματοποίησης της αυτοσύμβασης, οι πωλητές δήλωσαν ότι τη θεωρούν νόμιμη και έγκυρη και ότι έγινε για εκπλήρωση υποχρέωσης των πωλητών, που ανέλαβαν με το προσύμφωνο, δεν εμποδίζει, όμως, η αυτοσύμβαση αυτή τον αγοραστή να ζητήσει την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης. Σε περίπτωση μετάνοιας των πωλητών, που, ως τέτοια, συμφωνήθηκε να θεωρείται και η εμφάνιση τους στον συμβολαιογράφο, μετά από πρόσκληση τους από τον αγοραστή για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που θα αποδεικνύει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, είναι υποχρεωμένοι οι πωλητές να πληρώσουν στον αγοραστή, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση, την οποίαν οι συμβαλλόμενοι θεωρούν δίκαιη και εύλογη και που μπορεί να εξαναγκαστούν οι πωλητές να την πληρώσουν και μόνο με εκτέλεση της πράξης αυτής, την οποία οι συμβαλλόμενοι κήρυξαν, έκτοτε, τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, το ποσό που έχουν εισπράξει ως αρραβώνα στο διπλάσιο, ήτοι σαράντα τέσσερις χιλιάδες (44.000) ευρώ.

Σε περίπτωση μετάνοιας του αγοραστή, χάνει αυτός κάθε ποσό που πλήρωσε για αρραβώνα ή για τίμημα, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση των πωλητών για την εκμετάλλευση του ακινήτου, μέχρι την ημέρα της μετανοίας του. Σε περίπτωση, που δεν δοθούν μέχρι την 6.6.2008 οι άνω ρητά συμφωνηθείσες εγκρίσεις του δασαρχείου και της αρχαιολογίας για τη δυνατότητα κατασκευής από τον αγοραστή κτιρίου (αποθήκης), χωρίς υπαιτιότητα των συμβαλλομένων στο προσύμφωνο, τότε το προσύμφωνο λύεται και είναι υποχρεωμένοι οι πωλητές να επιστρέψουν το ποσό του αρραβώνα άτοκο στον αγοραστή.

Παράλληλα, οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμά τους να διαρρήξουν, να ακυρώσουν και γενικά να προσβάλουν το προσύμφωνο αυτό και το οριστικό συμβόλαιο για κάθε αιτία και λογοτυπικό ή ουσιαστικό και για όσα αναφέρονται στα άρθρα 178,179 και 388 του ΑΚ, καθώς και από κάθε αγωγή και ένσταση τους.

Κατά ρητή και ουσιώδη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων και όχι κατά παράκληση, συμφωνήθηκε οι πωλητές να παραδώσουν στον αγοραστή την κατοχή, νομή και χρήση των παραπάνω ακινήτων, - αγροτεμαχίων, με τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Επειδή οι ανακόπτοντες αδρανούσαν και δεν είχαν προβεί σε καμία ενέργεια για την συγκέντρωση των απαραίτητων για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου εγγράφων, υποχρεώσεις, που είχαν αναλάβει με το προσύμφωνο, η εκπλήρωση των οποίων ήταν εφικτή μόνο με τη δική τους ευθύνη και μέριμνα, δεδομένου ότι μόνο αυτοί νομιμοποιούντο έναντι της ΔΟΥ, του Δασαρχείου και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ως κύριοι των κληρονομιαίων ως άνω ακινήτων, στις 15.5.2008, ήτοι 23 ημέρες πριν από τη δήλη ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ο καθού η ανακοπή επέδωσε στους ανακόπτοντες την από 14.5.2008 εξώδικη δήλωση, όπως συνομολογείται από τους εφεσίβλητους με τις έγγραφες προτάσεις τους.

Με την δήλωση αυτή, ο καθού η ανακοπή υπενθύμισε στους ανακόπτοντες τις αναληφθείσες, δυνάμει του προαναφερθέντος προσυμφώνου, υποχρεώσεις τους, και παράλληλα τους δήλωσε ότι, υπαίτια, αντισυμβατικά και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παραμελούν τις υποχρεώσεις τους και αφήνουν τον χρόνο εκπλήρωσης τον προσυμφώνου να διαρρέει άπρακτος, ώστε να συνάγεται ήδη από αυτό μετάνοιά τους, τους κάλεσε δε να επισπεύσουν και να φροντίσουν για την μέχρι την 6.6.2008 εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους

αυτών και να τον ενημερώσουν γι' αυτές εγγράφως, δηλώνοντας ρητά ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα τηρήσει μέχρι κεραίας το εν λόγω προσύμφωνο και θα αξίωσει την επιστροφή διπλασίου του καταβληθέντος αρραβώνος, ήτοι των 44.00 ευρώ, ενώ τους κάλεσε να ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί από την πλευρά τους, εάν το αγροτεμάχιο των 1499,65 τμ είναι, άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο, καθώς και κατά πόσο, με το χωμάτινο κανάλι ομβρίων υδάτων, υφίσταται κατάτμηση του ως ενιαίου εμφανιζομένου στη διαθήκη του δικαιοπαρόχου τους κτήματος.

Παρόλα αυτά, οι ανακόπτοντες εξακολούθησαν να αδρανούν και, κατά παράβαση των συμβατικά ανειλημμένων υποχρεώσεων τους, δεν προέβησαν στην εξασφάλιση της φορολογικής ενημερότητας αυτών, της ασφαλιστικής ενημερότητας του δευτέρου των πωλητών - ανακοπτόντων, στην σύνταξη συμπληρωματικής ή διορθωτικής δήλωσης φόρου κληρονομίας στη ΔΟΥ Θήβας, σχετικά με την έκταση και τον αριθμό των αγρών, στην έκδοση πιστοποιητικών περί μη οφειλής φόρου κληρονομιάς κλπ ούτε στην υπογραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, καθώς και στην υπογραφή συμβολαιογραφικής πράξης αναγνώρισης ορίων από τους ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων, αλλά ούτε και στην υποβολή αίτησης προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δασαρχείου και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, προκειμένου να εκδοθούν, με κοινές δαπάνες των πωλητών και του αγοραστή, εγκρίσεις για τη δυνατότητα κατασκευής, επ' ονόματι του αγοραστή, κτιρίου με χρήση αποθήκης.

Επί των ως άνω ακινήτων. Μετά ταύτα, παρήλθε άπρακτη η ορισθείσα με το προσύμφωνο δήλη ημέρα για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, η οποία (κατάρτιση) κατέστη ανέφικτη από υπαιτιότητα των πωλητών - ανακοπτόντων. Στις 16.7.2008, ο καθού η ανακοπή κοινοποίησε στους ανακόπτοντες, όπως τούτο συνομολογείται από τους τελευταίους με τις έγγραφες προτάσεις τους, την από 14.7.2008 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία, επικαλούμενος μεταμέλεια των ανακοπτόντων και, σε κάθε περίπτωση, την υπαίτια παράβαση των όρων του προσυμφώνου, κάλεσε τους ανακόπτοντες να του επιστρέψουν, εντός 48 ωρών από τη λήψη αυτής, το διπλάσιο του καταβληθέντος ποσού του αρραβώνα, ήτοι 44.000 ευρώ, δηλώνοντας, ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα επιδιώξει την, δι' αναγκαστικής εκτελέσεως, ικανοποίηση της αξίωσης του.

Μετά την επίδοση της ως άνω εξωδίκου οχλήσεως, και συγκεκριμένα στις 17.7.2008, οι ανακόποντες προέβησαν στην σύνταξη της .../17.7.2008 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θήβας Φωτεινής Κανέλλου και των ... και .../17.7.2008 πράξεων αναγνώρισης ορίων των δύο αγροτεμαχίων. Στις 25.7.2008,ο καθού η ανακοπή επέδωσε στους ανακόποντες τις με ίδια ημερομηνία επιταγές κάτω από το αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού του .../2008 συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου Θήβας Φωτεινής Κανέλλου, με την οποίαν επιτασσόταν η πρώτη ανακόπτουσα να καταβάλει στον καθού η ανακοπή το συνολικό ποσό των 4.898,40 ευρώ, ως επικαρπώτρια των ως άνω ακινήτων-αγροτεμαχίων και ο δεύτερος ανακόπτων να καταβάλει το συνολικό ποσό των 41.325,60 ευρώ, ως ψιλός κύριος αυτών, και πιο συγκεκριμένα ποσό 39.600 ευρώ, ως συμφωνηθείσα με το προσύμφωνο δίκαιη και εύλογη ποινική ρήτρα και αποζημίωση, ένεκα μεταμέλειας, το οποίο αντιστοιχεί στο διπλάσιο του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού αρραβώνος, κατά την αναλογία του ως ψιλού κυρίου του ακινήτου, το ποσό των 1.425,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναλογία του ως ψιλού κυρίου για καταβληθέν τέλος απογράφου, το ποσό των 40 ευρώ για την επίδοση και το ποσό των 260 ευρώ για την σύνταξη της επιταγής.

Στις 31.7.2008, δυνάμει των ως άνω επιταγών, ο καθού η ανακοπή προέβη στην κατάσχεση των δύο ως άνω αγροτεμαχίων και συνετάγησαν οι ... και .../31.7.2008 εκθέσεις κατασχέσεως της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας, αντίστοιχα, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θήβας …, καθώς και οι … και …/1.9.2008 περιλήψεις κατασχετηρίου εκθέσεως των ακινήτων και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 15.10.2008.

Η αξία της επικαρπίας του πρώτου ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 450 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 300 ευρώ, η δε αξία της επικαρπίας του δεύτερου ακινήτου ορίστηκε στο ποσό των 2.250 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 1.500 ευρώ. Ορίστηκε περαιτέρω η αξία της ψιλής κυριότητας του πρώτου ακινήτου το ποσό των 4.050 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς 2.700 ευρώ, και η αξία της ψιλής, κυριότητας του δεύτερου ακινήτου το ποσό των 20.250 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό-των 43.500 ευρώ.

Δυνάμει της 1251/13.10.2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, ορίστηκε η αξία του δικαιώματος της επικαρπίας της πρώτης των ανακοπτόντων, για το πρώτο ακίνητο, στο ποσό των 1000 ευρώ με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 670 ευρώ, και για το δεύτερο ακίνητο στο ποσό των 4.500 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 3.000 ευρώ, και η αξία της ψιλής κυριότητας του πρώτου ακινήτου στο ποσό των 10.000 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 6.670 ευρώ, και για το δεύτερο ακίνητο στο ποσό των 35.000 ευρώ, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 24.000 ευρώ.

Ταυτόχρονα ορίστηκε χρόνος πλειστηριασμού η 3.12.2008 και, αργότερα, η 21.1.2009 . Την 22.8.2008,οι ανακόπτοντες κατέθεσαν την πρώτη των υπό κρίση ανακοπών, ζητώντας, όπως προαναφέρθηκε, να ακυρωθεί η επιταγή και οι ως άνω εκθέσεις κατάσχεσης των δύο αγροτικών ακινήτων, ισχυριζόμενοι, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ότι το ως άνω προσύμφωνο δεν είναι τίτλος εκτελεστός, διότι οι απαιτήσεις δεν είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, με τον δεύτερο λόγο ότι η επιταγή είναι αόριστη, επικαλούμενοι ότι δεν προκύπτει για ποια αιτία επιτάσσονται να πληρώσουν τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, με τον τρίτο λόγο ότι υπαίτιος της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου υπήρξε ο καθού και ότι ο ίδιος μετάνιωσε για την αγορά των" ακινήτων, με τον τέταρτο λόγο, συμπληρωματικά, ότι, εάν ο καθού ήθελε πράγματι την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, θα μπορούσε να προβεί στην κατάρτιση αυτού με αυτοσύμβαση, βάσει του προσυμφώνου, με τον πέμπτο λόγο ότι η συμπεριφορά του καθού είναι καταχρηστική και με τον έκτο ότι το ποσό της ποινικής ρήτρας είναι υπερβολικό και θα έπρεπε να καθοριστεί από το δικαστήριο στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 1.000 ευρώ.

Παράλληλα, οι ανακόπτοντες κατέθεσαν και την με ίδια ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτελέσεως, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της 1253/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, διότι δεν πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής. Την 20.11.2008 ο καθού οι ανακοπές, εκτιμώντας ότι, από τον πλειστηριασμό των δύο ως άνω αγροτεμαχίων δεν θα ικανοποιείτο η απαίτηση του, ενόψει του ύψους αυτής και της ορισθείσας ως άνω τιμής πρώτης προσφοράς των ακινήτων, προέβη στην κατάσχεση της διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Μαυρομάτι Θεσπιέων και αποτελείται, στο ισόγειο, από μία οικία, εμβαδού 50 τμ, κτισμένη από το έτος 1974, από μία παλαιά αποθήκη, επιφάνειας 90 τμ, κτισμένη κατά το έτος 1967 και στο πρώτο όροφο, από μία οικία 140 τμ, κτισμένη κατά το έτος 1974, που ανήκε κατά το δικαίωμα της επικαρπίας στην πρώτη ανακόπτουσα και κατά ψιλή κυριότητα στον δεύτερο εξ' αυτών, και συνετάγησαν οι … και …/20.11.2008 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θήβας … και οι …και …/28.11.2008 περιλήψεις των κατασχετηρίων εκθέσεων της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας αντίστοιχα, ενώ ορίστηκε χρόνος πλειστηριασμού η 14.1.2009.

Την 7.1.2009, οι ανακόπτοντες άσκησαν τη δεύτερη των υπό κρίση ανακοπών κατά τών ως άνω πράξεων εκτέλεσης, ισχυριζόμενοι, με τον μοναδικό λόγο αυτής, ότι η συμπεριφορά του καθού είναι καταχρηστική, επικαλούμενοι για την θεμελίωση της καταχρηστικότητας ότι ο καθού, παράλληλα με την πρώτη κατάσχεση, επέβαλε και άλλη, επί ενός ακόμη ακινήτου αυτών, προς βλάβη αυτών και της οικογενείας τους, ενώ, παράλληλα με την ανακοπή, κατέθεσαν και την με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11/7.1.2009 αίτηση αναστολής των προβαλλομένων με την ανακοπή πράξεων, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της 22/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας.

Στις 14.1.2009, διεξήχθη ο πλειστηριασμός της ως άνω διώροφης οικοδομής και συνετάγησαν οι ... και .../14.1.2009 εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού και οι ... και .../3.2.2009 περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων, από την συμβολαιογράφο Θεσπιών Γεωργία Δεδούλη - Ρεπούσκον ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, η οποία, στη συνέχεια συνέταξε τους 14117 και …/19.5.2009 πίνακες κατάταξης δανειστών, δεδομένου ότι αναγγέλθηκαν, ως δανειστές του δευτέρου των ανακοπτόντων, η ΕΤΕ για ποσό 33.118,91 ευρώ, η ΔΟΥ Ζωγράφου για ποσό 925,37 ευρώ, η ΔΟΥ Θήβας για ποσό 5.927,67 ευρώ και η ΔΟΥ Αθηνών για ποσό 1238 ευρώ, ενώ, ως δανειστές της πρώτης ανακόπτουσας, αναγγέλθηκε η ΔΟΥ Θήβας για το ποσό των 3.479,81 ευρώ.

Έτσι, κατά των ανακοπτόντων ανέκυψαν αναγγελίες δανειστών συνολικού ποσού 44.689,76 ευρώ. Σύμφωνα με τον πρώτο …/19.5.2009 πίνακα, ο καθού δεν έλαβε κάποιο ποσό από το εκπλειστηρίασμα της επικαρπίας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, που ανήκε στην πρώτη ανακόπτουσα, ενώ, σύμφωνα με τον δεύτερο έλαβε μόνο το ποσό των 21.994,77 ευρώ έναντι της απαίτησης συνολικού ποσού 41.325,60 ευρώ.

Με την από 8.4.2009 (αρ. εκθ. κατ. 283/13.4.2009) ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες ζήτησαν, όπως προαναφέρθηκε, να ακυρωθούν οι ως άνω περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων των ... και.../09 εκθέσεων αναγκαστικού πλειστηριασμού. Στο δικόγραφο της ανακοπής αυτής οι ανακόπτοντες ενσωμάτωσαν τα δικόγραφα των ως άνω ανακοπών και το δικόγραφο της από 3.2.2009 (αρ.

εκθ. κατ. 104/5.2.2009) ανακοπής τους, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση, με την οποία είχαν ζητήσει την ακύρωση των ...και .../09 εκθέσεων δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, επικαλούμενοι τους λόγους που είχαν επικαλεστεί με τις ενσωματωμένες σε αυτήν ανακοπές. Παράλληλα, οι ανακόπτοντες κατέθεσαν και την από 4.6.2009 αίτηση αναστολής των προσβαλλόμενων με την ως άνω ανακοπή, πράξεων, η οποία απορρίφθηκε, δυνάμει της 667/2009 απόφασης τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας.

Μετά ταύτα, ο καθού, στον οποίο κατακυρώθηκε το εκπλειστηριασθέν ως άνω ακίνητο, προέβη στην μεταγραφή των ... και .../3.2.2009 περιλήψεων κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Θεσπιών Γεωργίας Ρεπούσκου - Δεδούλη και απέβαλε τους ανακόπτοντες από αυτό, συνταχθείσης της .../17.6.2009 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θήβας ….

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταμέλεια\των ανακοπτόντων για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης των δύο αγροτεμαχίων, δεδομένου ότι, κατά την ορισθείσα δήλη ημέρα, κατέστη αδύνατη η κατάρτιση αυτού από αποκλειστική υπαιτιότητα των ανακοπτόντων -πωλητών, οι οποίοι, κατά παράβαση των συμβατικά ανειλημμένων υποχρεώσεων τους, δεν προέβησαν στην εξασφάλιση της φορολογικής ενημερότητας αυτών, της ασφαλιστικής ενημερότητας, του δεύτερου των πωλητών- ανακοπτόντων, στην σύνταξη συμπληρωματικής ή διορθωτικής δήλωσης φόρου κληρονομιάς στη ΔΟΥ Θήβας, σχετικά με την έκταση και τον αριθμό των αγρών, στην έκδοση πιστοποιητικών περί μη οφειλής φόρου κληρονομιάς κλπ, ούτε στην έγκαιρη υπογραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας, καθώς και της συμβολαιογραφικής πράξης αναγνώρισης ορίων από τους ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων, ούτε και στην υποβολή αίτησης προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δασαρχείου και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, προκειμένου να εκδοθούν, με κοινές δαπάνες των πωλητών και του αγοραστή, εγκρίσεις για τη δυνατότητα κατασκευής, επ' ονόματι του αγοραστή, κτιρίου με χρήση αποθήκης επί των ως άνω ακινήτων.

Άλλωστε οι ανακόπτοντες γνώριζαν ότι είχαν οφειλές προς τις ΔΟΥ Θήβας, Αθηνών και Ζωγράφου, για τις οποίες υπήρξε σχετική αναγγελία, μετά τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου και ότι, εξ' αιτίας αυτών, δεν μπορούσαν να λάβουν φορολογική ενημερότητα και συνακόλουθα ότι δεν (ήταν εφικτή η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, έστω και με αυτοσύμβαση, ενώ ήταν, μετά ταύτα, άνευ σημασίας η παράλειψη εκ μέρους του καθού να προσκαλέσει τους ανακόπτοντες σε ορισμένο συμβολαιογράφο, σε ορισμένη ημέρα και ώρα, για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, σύμφωνα με τους όρους τον προσυμφώνου.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική συμπεριφορά του καθού ή καθησυχασμού των ανακοπτόντων εκ μέρους του ή δηλώσεις του προφορικές προς τους ανακόπτοντες ότι το θέμα είναι τυπικό και ότι απλώς ήθελε να είναι καλυμμένος. Υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά του καθού, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια του άρθρον 281 του ΑΚ, με την προπαρατεθείσα έννοια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη, έκρινε ότι η ως άνω συμπεριφορά του καθού ήταν καταχρηστική και έκανε δεκτούς τους συναφείς λόγους των ανακοπών, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανισθεί,μετά την παραδοχή των συναφών λόγων της έφεσης.

Πρέπει, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος της πρώτης ανακοπής, ο μοναδικός λόγος της δεύτερης ανακοπής, και συνακόλουθα η δεύτερη ανακοπή στο σύνολο της, και να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της πρώτης και οι λόγοι της τρίτης από τις ανακοπές. Καθόσον αφορά την πρώτη/ανακοπή, οι δύο πρώτοι λόγοι αυτής, με τους οποίους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ως άνω προσύμφωνο .../2008 της συμβολαιογράφου Θήβας Φωτεινής Κανέλλου δεν είναι τίτλος εκτελεστός, διότι οι απαιτήσεις του καθού η ανακοπή δεν είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, και ότι η από 25.7.2008 επιταγή κάτω από το αντίγραφο πρώτου, απογράφου εκτελεστού του προσυμφώνου, είναι αόριστη, κρίνονται απορριπτέοι, ο μεν πρώτος διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, η κύρια σύμβαση, ο χρόνος εκπλήρωσης και η ρήτρα αποδεικνύονται από το εν λόγω προσύμφωνο, που είναι συμβολαιογραφικό έγγραφο και συνακόλουθα τίτλος εκτελεστός κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ.

δ1 του ΚΠολΔ και βάσει αυτού ο καθού ζήτησε απόγραφο και επέδωσε επιταγή, κάτω από αντίγραφο τον απογράφου, κατά τα άρθρα 918 παρ. 1 και 2 περιπτ. γ' σε συνδυασμό προς το άρθρο 924 ΚΠολΔ και οι απαιτήσεις του καθού είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, ο δε δεύτερος διότι στην επιταγή εκτίθεται με πληρότητα η αιτία για την οποίαν επιτάσσονται οι ανακόπτοντες να καταβάλουν έκαστο κονδύλιο.

Απορριπτέοι κρίνονται και οι δύο επόμενοι λόγοι της ανακοπής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, υπαίτιοι της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου αγοράς των δύο αγροτικών ακινήτων υπήρξαν οι ανακόπτοντες, οι οποίοι, δεν μερίμνησαν για την έγκαιρη εκπλήρωση των συμβατικά ανειλημμένων υποχρεώσεων τους για την έκδοση των προαναφερθέντων εγγράφων, άνευ των οποίων δεν ήταν εφικτή η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου ούτε με αυτοσύμβαση.

Απορριπτέος κρίνεται και ο έκτος λόγος της πρώτης ανακοπής, λόγω της προδήλου αοριστίας του, διότι, για την πληρότητα αυτού δεν εκτίθενται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, ώστε να εκτιμηθεί η νομιμότατα και στην συνέχεια η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού των ανακοπτόντων ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και ότι συντρέχει περίπτωση μείωσης αυτής στο αιτούμενο ποσό των 1.000 ευρώ.

Απορριπτέοι, τέλος, κρίνονται και οι λόγοι της τρίτης ανακοπής, ο μεν πρώτος διότι αφορά την απαίτηση και αποτελεί λόγο δυνάμενο να προβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β' του Κ.Πολ.Δικ., ο δε δεύτερος διότι η επικαλούμενη αντίθεση στα κριτήρια του άρθρον 281 τον Α.Κ. αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, που συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτέλεσης διά τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 Α.Κ., και αποτελεί λόγο δυνάμενο να προβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α' τον ίδιον κώδικα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ανακοπές στο σύνολο τους και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ανάμεσα στους διαδίκους " Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του καθού οι ανακοπές και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι ένδικες ανακοπές, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε επί των ανακοπών τις οποίες και απέρριψε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ: Α) δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 402- 403 Α.Κ και 915, 916 ΚΠολ.Δ. που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία υπήρξε μεταμέλεια/των ανακοπτόντων για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως η οποία εκδηλώθηκε υπό τις ως άνω περιστάσεις και έτσι συνέτρεξε η συμφωνηθείσα περίπτωση καταβολής του ληφθέντος απ' αυτούς αρραβώνος στο διπλάσιο, η αναγκαστική εκτέλεση εχώρησε εγκύρως κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, με βάση τίτλο εκτελεστό και για απαίτηση βεβαία και εκκαθαρισμένη και στηρίζεται πλήρως το απορριπτικό διατακτικό της απόφασης.

Σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η υποχρέωση των ανακοπτόντων για επιστροφή στο διπλάσιο του ληφθέντος αρραβώνος συμφωνήθηκε για τη περίπτωση μετάνοιας αυτών για τη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης. Και βέβαια ως μετάνοια συμφωνήθηκε να θεωρείται και η μη εμφάνιση τους στον συμβολαιογράφο, μετά από πρόσκληση τους από τον αγοραστή για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που θα αποδεικνύει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, με την ειδικότερη όμως αυτή συμφωνία δεν αποκλείστηκε η εκδήλωση της μετάνοιας από αυτούς με άλλους τρόπους.

Συνεπώς στη προκειμένη περίπτωση που η μετάνοια εκ μέρους των πωλητών εκδηλώθηκε κατά τις παραδοχές της απόφασης με άλλους τρόπους η αιτίαση των αναιρεσειόντων για τη μη απόδειξη της μετάνοιας τους με έγγραφο συμβολαιογραφικό κατά τα συμφωνηθέντα είναι αλυσιτελής .

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. μόνο 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τον αριθ. 14 που αναφέρεται στο αναιρετήριο με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Β) Δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ενώ διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής . Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και στηρίζεται το απορριπτικό διατακτικό της απόφασης.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι σχετικές αιτιάσεις θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης με βάση τις οποίες και μόνο εξετάζονται οι σχετικές πλημμέλειες.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα η απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής, εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας ,πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Δηλαδή για το παραδεκτό των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 934, μέσα στα τασσόμενα, από την τελευταία διάταξη, χρονικά όρια, οπότε και οι πρόσθετοι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής δεν αρκεί να ασκούνται μόνον κατά τους γενικούς ορισμούς του άρθρου 585 παρ.2β' του ίδιου Κώδικα, το οποίο έχει και στην ανακοπή αυτή εφαρμογή, αλλά προσέτι και εντός των χρονικών περιορισμών του παραπάνω άρθρου 934 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αφού με την πάροδο άπρακτων των τελευταίων, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, για οποιονδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο, καλύπτεται, πράγμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διάταξης, με την οποία σκοπείται η ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.

Οι κατά το άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ οριζόμενες προθεσμίες για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 933 του ιδίου κώδικα ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων, είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδος τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, πλην άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί η απαίτηση να είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.

Στην αντίθετη περίπτωση η με συμβολαιογραφικό έγγραφο διαπιστούμενη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τov εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει.

Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη(Α.Π.905/2011).Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α του ΚΠολΔ.

Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (Ολ.

Α.Π. 12/2009). Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο που απέρριψε ως απαράδεκτη την τρίτη ανακοπή και ειδικότερα τον μεν πρώτο αυτής λόγο που αφορά την απαίτηση διότι δεν προβλήθηκε μέσα στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β'Κ.Πολ.Δ. προθεσμία τον δε δεύτερο που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 281 Α. Κ.

και αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου λόγω ουσιαστικού ελαττώματος τούτους διότι δεν ασκήθηκε μέσα στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. γι αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-4-2012 αίτηση των Π. χήρας Ε. Κ. και Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3054/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ .

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ