Legislator Case Law & Legislation
930/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, ruling prosecutor's prior prosecution role does not constitute bias.

Case Number 930/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment that had rejected her prosecution. The appellant argued the presiding prosecutor was biased because he had previously prosecuted her in the first instance. The court held that a prosecutor's participation in the appeal trial does not violate impartiality requirements since they do not vote on the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 501(1) C.P.C.; Art. 510(1)(a) C.P.C.; Art. 14(3) C.P.C.; Art. 6(1) ECHR: A prosecutor's participation in the appeal trial does not constitute a ground for absolute nullity due to lack of impartiality, as they do not vote on the judgment.

Keywords

AI generated
prosecutor impartiality appeal trial composition absolute nullity Greek Criminal Procedure Code prosecutor bias second instance appeal procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 501(1) C.P.C.
Art. 510(1)(a) C.P.C.
Art. 14(3) C.P.C.
Art. 6(1) ECHR
Art. 15 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 930 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 930/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ζ. Μ. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 636/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 59/17-7-2018 διάταξη της Προέδρου του.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 59/17-7-2018 διάταξη της Προέδρου του, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-7-2018 αίτησή της αναίρεσης, καθώς και στους από 28-12-2018 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2018.

Αφού άκουσε

Την αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και επικουρικά ως αβάσιμη στην ουσία της,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-7-2018 με αριθμό 13/2018 αίτηση της Ζ. Μ. του Β. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 636/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ'αριθμ. 59/17-7-2018 διάταξη της Προέδρου του και με την οποία, με απούσα την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή της κατά της υπ'αριθμ. 1261/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι προ της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης στην αναιρεσείουσα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη λόγω συνάφειας με τους από 28-12-2018 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με χωριστό δικόγραφο στις 28-12-2018.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν κατά τη συζήτηση της εφέσεως δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, όπου επιτρέπεται αυτό, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής απόφασης και όχι της πρωτόδικης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 3 και 4 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 93 παρ. 4 του ν. 4139/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 33 του v. 4055/2012, "1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 3.

Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για του ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους.

Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης μόνο αν κρίνει ότι οι επικαλούμενοι λόγοι, για τους οποίους ζητείται η αναβολή, είναι σοβαροί λόγοι υγείας ή συνιστούν ανώτερη βία, όχι δε και όταν κρίνει ότι δεν είναι τέτοιοι και, επομένως, δεν συντρέχει λόγος αναβολής.

Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (άρθρο 139 εδ.

γ' ΚΠΔ). Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως, στη με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, τα πρακτικά της ποινικής δίκης, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη και ότι αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα τόσο κατά τις θετικές διαβεβαιώσεις τους ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση, όσο και ως προς την έλλειψη διατυπώσεως η τήρηση της οποίας δεν βεβαιώνεται σ'αυτά (ΑΠ 1148/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα των λόγων, κύριων και πρόσθετων, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αναιρεσείουσα, με την υπ'αριθμ. 1261/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους με τριετή αναστολή για την πράξη της διατάραξης οικιακής ειρήνης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε τη με αριθμό 16/31-3-2017 έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί αρχικά για τις 14-2-2018, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας με απούσα την τότε εκκαλούσα και νυν αναιρεσείουσα, με τη με αριθμό 156/2018 απόφασή του, ανέβαλε κατ'άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, την εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 22-6-2018 χωρίς κλήτευση αυτής.

Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 22-6-2018, εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας και μόνο για το αίτημα αναβολής, κατά τη ρητή αυτού δήλωση που αναφέρεται στα μη προσβληθέντα ως πλαστά πρακτικά της προσβαλλόμενης, ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χ. Κ., ο οποίος ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου η εκκαλούσα να παραστεί η ίδια στο Δικαστήριο, σχετικά δε αναγνώσθηκε η από 21-6-2018 εξουσιοδότηση με το παραπάνω αίτημά της, λόγω απουσίας της στην Αθήνα στις 21 και 22 Ιουνίου 2018 και εξετάστηκε ως μάρτυρας η μητέρα της Χ.

Μ., η οποία βεβαίωσε τα παραπάνω. Το Δικαστήριο αποφάσισε τη διακοπή της δίκης για τις 25-6-2018 οπότε, με απούσα την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, απορρίφθηκε το υποβληθέν και πάλι από τη μητέρα της αίτημα αναβολής λόγω απουσίας της στην Αθήνα καθώς και το περιεχόμενο στο αναγνωσθέν με αριθμ.

πρωτ. .../2018 έγγραφό της αίτημα αναβολής και στη συνέχεια, λόγω της απουσίας της, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω έφεσή της ως ανυποστήρικτη με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη, Ζ. Μ., δικηγόρος του Δ.Σ.

Θεσσαλονίκης, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση του ονόματός της για την εκδίκαση της υπόθεσης με αρ. πινακίου 2, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την δεύτερη ημέρα συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εμφανίστηκε όμως η Χ. Μ., μητέρα της, η οποία αφού εξετάσθηκε ενόρκως, ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη βρίσκεται στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους, μετά από πρόσκληση του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων της αστυνομίας και ζήτησε για τον λόγο αυτό την αναβολή της δίκης.

Όμως από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχτηκε ότι πράγματι η κατηγορουμένη είναι αναγκασμένη να βρίσκεται σήμερα στην Αθήνα για συγκεκριμένους και σοβαρούς επαγγελματικούς λόγους που δεν επιδέχονται αναβολής. Αντίθετα, όπως αναγράφει η ίδια στην από 21-6-2018 εξουσιοδότησή που παρείχε στον δικηγόρο Χ.

Κ. μόνο για το αίτημα της αναβολής που υποβλήθηκε στην συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου στις 22-6-2018, θα απουσιάζει αυτή την 22-6-2018 γιατί θα βρίσκεται στην Αθήνα στην Διεύθυνση Υπηρεσίας Ειδικών Υποθέσεων την Πέμπτη και Παρασκευή, 21 και 22 Ιουνίου 2018, αντίστοιχα, όχι όμως και σήμερα (25-6-2018). Τέλος, όσον αφορά στο λόγο αναβολής που επικαλείται στο με αριθμ.

πρωτ. .../2018 και με ημερομηνία 15-6-2018 έγγραφό της προς την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, ότι εκκρεμεί η απόφαση επί της 19-6-2017 αιτήσεως της για διόρθωση των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως (υπ' αριθμ. 1261/4-7-2017 τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης), όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. .../4-7-2017 έγγραφο, αυτή έχει εισαχθεί προς συζήτηση την 6η Ιουλίου του 2017 και εκδόθηκε η από 6-7-2017 διάταξη του Προεδρεύοντος Εφέτη Χ.

Ν., σύμφωνα με την οποία δεν συντρέχει περίπτωση διόρθωσης και συμπλήρωσης των πρακτικών της ως άνω (εκκαλουμένης) απόφασης και συνεπώς δεν υπάρχει κάποια σχετική εκκρεμότητα ως προς το θέμα αυτό. Πρέπει επομένως και εφ' όσον δεν υπάρχουν άλλοι νόμιμοι και ορισμένοι λόγοι αναβολής της παρούσας δίκης, να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της.

Επίσης, όπως προκύπτει την υπ' αριθμ. 156/14-2-2018 αναβλητική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στη δικογραφία και αναγνώσθηκε, η κατηγορούμενη, κατά την δικάσιμο της 14-2-2018, ήταν απούσα και ορίστηκε νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, για την σημερινή δικάσιμο (22-6-2018), λόγω του αιτήματος που προέβαλε η μητέρα της κατηγορουμένης Χ.

Μ. του Γ., στην οποία (Χ. Μ.) γνωστοποιήθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου και προφορικά η ως άνω ημερομηνία, για την προαναφερθείσα δικάσιμο και η υποχρέωσή της κατηγορουμένης να προσέλθει κατά τη δικάσιμο αυτή χωρίς κλήτευση, όπως αναφέρεται στην παραπάνω απόφαση, η οποία επέχει θέση κλητεύσεως της κατηγορουμένης (άρθρο 349 § 2, 6 ΚΠΔ).

Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 ΚΠΔ. και να καταδικασθεί αυτή στα της δίκης έξοδα διακοσίων πενήντα (250) ευρώ".

Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, την, κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής (μη απόδειξη απουσίας της εκκαλούσας στην Αθήνα την 25-6-2018 και απουσία εκκρεμότητας ως προς τη διόρθωση - συμπλήρωση της εκκαλούμενης απόφασης).

Επομένως, ουδόλως παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας αυτής ως κατηγορουμένης για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητάς της και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς κύριους και πρόσθετους, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Δ' ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης για παραβίαση των αρχών της ΕΣΔΑ, έλλειψη ακρόασης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη των πιο πάνω αιτημάτων αναβολής, είναι αβάσιμα και εντεύθεν απορριπτέα όπως και οι παραπάνω λόγοι.

Εξάλλου, μετά την αιτιολογημένη απόρριψη των ως άνω αιτημάτων αναβολής το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο νόμιμα και με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προχώρησε στην απόρριψη της ένδικης έφεσης ως ανυποστήρικτης χωρίς να υπερβεί έτσι την εξουσία του, αφού, παρέθεσε στην απόφασή του τον αριθμό της προηγούμενης αναβλητικής απόφασης αναφέροντας ότι με αυτήν είχε οριστεί, με απούσα τη νυν αναιρεσείουσα, ρητή δικάσιμος εκείνη της 22-6-2018 και μετά διακοπή εκείνη της 25-6-2018, κατά την οποία αυτή (προσβαλλόμενη) εκδόθηκε και κατά την οποία δεν εμφανίστηκε η εκκαλούσα, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 1984/2008).

Ως εκ τούτου και η αιτίαση που προβάλλεται με τον σχετικό, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας και περί υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς την απόρριψη της ένδικης έφεσης ως ανυποστήρικτης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς εκτενείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αναφορικά με το αβάσιμο της κατηγορίας για την οποία καταδικάστηκε, πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση και επομένως τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, ως ήδη ειπώθηκε, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης μπορούν να προβληθούν μόνο λόγοι που αφορούν την απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης.

Περαιτέρω, τα όσα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στους παραπάνω λόγους περί μη υποβολής κατά τη δικάσιμο της 25-6-2018 εκ μέρους της μητέρας της αιτήματος αναβολής της δίκης αλλά μόνο αιτήματος όπως κρατηθεί η υπόθεση για να καταθέσει ως μάρτυρας η Χ. Μ., που κατ'εκείνη τη στιγμή απουσίαζε καθώς και περί μη εκπροσώπησής της κατά τη δικάσιμο της 22-6-2018 από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χ.

Κ. μόνο για το αίτημα αναβολής αλλά και προς υποστήριξη της έφεσής της, βάλλουν κατά του περιεχομένου των πρακτικών της προσβαλλομένης, τα οποία όμως δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά (η αναιρεσείουσα απλά επιφυλάσσεται για την προσβολή τους) και επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, αποτελούν πλήρη απόδειξη των όσων διαλαμβάνουν.

Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το Εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των αρχαιοτέρων προέδρων εφετών και των νεότερων και λοιπών εφετών, από τους οποίους κληρώνονται αντίστοιχα οι Πρόεδροι και οι Εφέτες των Εφετείων, ενώ με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς, ενώ αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της συνθέσεως δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό...

Ο λόγος της αναπληρώσεως αναγράφεται στα πρακτικά .... (παρ. 7 α εδ. α' και β'). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία μπορεί με αιτιολογημένη πράξη του να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντιστοίχως με άλλον μη κληρωθέντα.

Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου (παρ. 7 α εδ.γ'). Στο Εφετείο Θεσσαλονίκης προβλέπεται, σύμφωνα με το νόμο, οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των 15 δικαστών και η σύνθεση των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στα πρακτικά, ούτε εκδίδεται σχετική πράξη του διευθύνοντος το Εφετείο ή την Εισαγγελία και συνεπώς από την παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας για κακή σύνθεση του συγκροτηθέντος με κλήρωση δικαστηρίου.

Εξ άλλου, στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 17 ορίζεται ότι "η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Άρα, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που όμως καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο και πρώτο εκ των προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας και κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ο αριθμός απόφασης της Ολομέλειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί ορισμού των δικαστών που θα προεδρεύουν αποκλειστικά στο ποινικά δικαστήρια καθώς και ο αριθμός της απόφασης κλήρωσης της συνθέσεως του Δικαστηρίου όπως και ο λόγος αναπλήρωσης της Προέδρου κατά τη δικάσιμο της 25-6-2018.

Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι αναφέρεται η πενταμελής εκ τακτικών δικαστών σύνθεση του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι η σύνθεση αυτή προέκυψε από κλήρωση μεταξύ των υπηρετούντων [κατ' αριθμό πολύ μεγαλύτερο των 15] Δικαστών του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έπεται ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ήταν απαραίτητο να αναγραφεί στα πρακτικά ο αριθμός των ως άνω αποφάσεων και επομένως ουδεμία ακυρότητα και δη απόλυτη προέκυψε εκ του λόγου τούτου, ενώ αναγράφεται ο αριθμός απόφασης (22/2018) του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ορίστηκε, κατ'άρθρο 17 Β παρ. 7 α εδ.

γ' του ν. 1756/1988, η Πρόεδρος της συνθέσεως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 25-6-2018. Επί πλέον τούτων, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του ΚΟΔΚΔΛ (Ν. 1756/1988], συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Τέτοια, όμως, πρόταση, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε (πρβλ.

ΑΠ 373/2017, ΑΠ1284/2016). Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο Αντεισαγγελέας Εφετών ο οποίος, με την αυτή ιδιότητα, είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση πολύ δε περισσότερο ο Εισαγγελέας ή Αντεισαγγελέας που έχει συντάξει το κατηγορητήριο.

Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υποθέσεως κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Ο Εισαγγελέας όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με την συμμετοχή του στην σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδομένη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύσσει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή.

Επιπλέον, η συμμετοχή του ιδίου Εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση εφέσεως σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την προδικασία, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου.

Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της εφέσεως μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαιρέσεως και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο αλλά και, ενδεχομένως, λόγο δηλώσεως αποχής, που μπορεί ο Εισαγγελέας αυτός, να υποβάλει, για λόγους ευπρέπειας και ευθιξίας, ώστε να μην κλονιστεί η εμπιστοσύνη των δικαζομένων πολιτών για την ευθυκρισία και το αμερόληπτο αυτού (ΑΠ 176/2017, ΑΠ 68/2016, ΑΠ 457/2015).

Επομένως, οι, κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος και πρώτος πρόσθετος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, από το λόγο ότι μετείχε στην σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει στην ίδια υπόθεση κατά την προδικασία συντάσσοντας το κατά της αναιρεσείουσας κατηγορητήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι, κύριοι ή πρόσθετοι, λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων κατ'άρθρο 587 ΚΠΔ, από λόγους επιείκειας ενόψει της οικονομικής της αδυναμίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2018 και με αριθμό 13/2018 αίτηση της Ζ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 636/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ'αριθμ. 59/17-7-2018 διάταξη της Προέδρου του καθώς και τους από 28-12-2018 πρόσθετους λόγους που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 28-12-2018. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται στο ποσό των εκατόν είκοσι πέντε (125) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ