Supreme Court dismisses appeal for vague document distortion claim lacking specific content comparison.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a municipal television company. The appellant alleged that the lower court distorted specific invoices worth €300,000, but the court found the appeal grounds insufficiently detailed. The court ruled that the appellant failed to define the true content of the documents, the distorted version accepted by the court, or the specific harmful conclusion drawn from this distortion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 569(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on document distortion is inadmissible if the appellant fails to specify the true content, the distorted version, the harmful conclusion, and the essential facts relied upon.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 68 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ ATTICA TV" και τον δ.τ. "ATTICA TV", πρώην "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ" (Δ.Ε.Α.Δ.Α.) που εδρεύει στον Ασπρόπυργο - Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Αρώνη και Δημήτριο Νινόπουλο, που κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...." που εδρεύει στον …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημόπουλο, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4612/2008 του ίδιου δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, 758/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 934/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/10/2014 αίτησή της και τους από 24/9/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 12/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή για το παραδεκτό των προσθέτων λόγω αναιρέσεως κατ' άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ δεν αρκεί η κατάθεσή τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, αλλ` απαιτείται και η επίδοσή τους πριν από την ίδια προθεσμία προς τον αναιρεσίβλητο ή τον πληρεξούσιό του δικηγόρο, αν εκείνος επισπεύδει τη συζήτηση (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 40/2005).
Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαραδέκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Τέλος ο δικηγόρος, που παραστάθηκε, ως πληρεξούσιος είτε του αναιρεσείοντος, είτε του αναιρεσίβλητου κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν θεωρείται πληρεξούσιος και για την αναιρετική δίκη, διότι ο πληρεξούσιος αυτός είναι αντίκλητος μόνο νια τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, συμπεριλαμβανόμενης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης, ενώ δεν είναι αντίκλητος νια την επίδοση της ασκούμενης κατά της απόφασης αυτής αναίρεσης και επομένως και για την επίδοση των προσθέτων λόγων (ΑΠ 1926/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από με αριθμό 101/25-9-2015 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, αυτό κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 25-9-2015, ήτοι πάνω από τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 27-10-2015. Δεν προκύπτει, όμως, επίδοση του σχετικού δικογράφου στην αναιρεσίβλητη, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Απεναντίας η αναιρεσίβλητη επικαλείται και προσκομίζει αντίγραφό των προσθέτων λόγων, από το οποίο προκύπτει, στο μεν τελευταίο φύλλο του, ότι έχει δοθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας εντολή σε Δικαστικό Επιμελητή να επιδώσει αυτό << προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία ή προς τον αντίκλητο δικηγόρο της Βορίδη Μαυρουδή>>, στο δε πρώτο φύλλο της, βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Γ. ότι αυτό << κοινοποιήθηκε στις 25-9-2015 ώρα 02.35 μ.μ.>> χωρίς αναφορά του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε αυτό. Η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο αυτό επιδόθηκε στον δικηγόρο Μαυρουδή Βορίδη, ο οποίος ήταν πληρεξούσιος και αντίκλητός της μόνο νια τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο την εκπροσώπησε, όχι όμως και για την αναιρετική δίκη, δεδομένου ότι κατ' αυτήν παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ο Αθανάσιος Δημόπουλος.
Κατά συνέπεια δεν προκύπτει εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων ούτε στην αναιρεσίβλητη, ούτε στην πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Μπαλωμένου, που επέσπευσε τη συζήτηση αναιρέσεως με κλήση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../30-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά.
Κ... Επομένως, δεν χώρησε νόμιμη επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και πρέπει να απορριφθούν αυτοί ως απαράδεκτοι. 2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επηκολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητας της.
Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 93/2014).
Ως αχρεώστητη παροχή νοείται η περίπτωση πλουτισμού του λήπτη που επέρχεται χωρίς την παροχή ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα βούληση του ζημιωθέντος, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται σε εκπλήρωση ανύπαρκτης, κατά το χρόνο καταβολής, παροχής ,είτε μεταγενέστερα αποσβεσθείσας.
Εξάλλου ο ως άνω πλουτισμός ή ωφέλεια του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται στην επαύξηση του ενεργητικού της περιουσίας του, η οποία επέρχεται με απόκτηση της κυριότητας ή εμπραγμάτου δικαιώματος ή και μόνο της νομής ή της κατοχής πράγματος. Ακόμη κατά την έννοια της άνω διατάξεως βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου (ΑΠ 432/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 355/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 93/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Με την από 30-11-2004 γραπτή σύμβαση ανάθεσης παραγωγής προγράμματος και διαφημιστικής εκμετάλλευσης τηλεοπτικού χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2004 έως 30-11-2009, η ενάγουσα εταιρεία, που παράγει και εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό πρόγραμμα και ασκεί παράλληλα διαφημιστική δραστηριότητα, ανέλαβε έναντι ανταλλάγματος την παραγωγή και εκμετάλλευση τηλεοπτικού προγράμματος, για τον τηλεοπτικό σταθμό <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>>, του οποίου φορέας είναι η εναγομένη, Δημοτική Επιχείρηση Τηλεόρασης του Δήμου Ασπροπύργου.
Ειδικότερα με την πιο πάνω σύμβαση συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: Η εναγομένη, που είναι φορέας του τηλεοπτικού σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>>, αναλάμβανε την υποχρέωση να διαθέσει χρόνο στην ενάγουσα για τη δημιουργία τηλεοπτικού προγράμματος, το οποίο δεν θα υπερέβαινε σε ποσοστό το 30% του εικοσιτετραώρου τηλεοπτικού προγράμματος του σταθμού και δεν θα είχε διάρκεια μεγαλύτερη των οκτώ (8) ωρών ημερησίως, ενώ η ενάγουσα-παραγωγός του θα είχε την αποκλειστική εκμετάλλευσή του.
Επίσης, συνήφθη με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση διαφημιστικής εκμετάλλευσης διάρκειας δεκαέξι (16) ωρών, δυνάμει της οποίας η δεύτερη εξ αυτών θα μπορούσε να συνάψει διαφημιστικές συμφωνίες με τρίτους διαφημιζόμενους. Επιπλέον η ενάγουσα, πέραν της παραγωγής οκταώρου, προγράμματος ανελάμβανε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να καταβάλει ως αντάλλαγμα στον σταθμό της εναγομένης ποσό ύψους 3.000 ευρώ ανά μήνα, για τους τρεις πρώτους μήνες, το οποίο θα ανερχόταν στο ποσό των 6.000 ευρώ για τους υπόλοιπους 57 μήνες, με την προϋπόθεση ότι αυτός θα εξέπεμπε από τον Υμηττό.
Ως σκοπός της σύμβασης, πέραν των οικονομικών ωφελημάτων των συμβαλλόμενων μερών, ήταν η απόκτηση τηλεοπτικής υπεραξίας του σταθμού με την πληρότητα του προγράμματος, η καθιέρωσή του ως περιφερειακού σταθμού στο Νομό Αττικής με εξειδίκευση στην τοπική αυτοδιοίκηση, η εκπομπή του σήματός του σε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής και η επέκταση του σήματός του σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, καθώς και η (υπό προϋποθέσεις) εκπομπή δορυφορικού σήματός του.
Εν συνεχεία με την από 24-6-2005 νέα γραπτή, τροποποιητική, της πρώτης, σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ των ίδιων ως άνω διαδίκων, μεταξύ άλλων επαναλήφθηκε ο όρος που προέβλεπε ως διάρκεια της συναφθείσας σύμβασης τα πέντε έτη με λήξη την 30-11-2009, καθώς και ο όρος που καθόριζε ως μηνιαίο αντάλλαγμα το ποσό των 3.000 ευρώ ανά μήνα για τους τρεις πρώτους μήνες και το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε επόμενο μήνα μέχρι το πέρας της διάρκειας της σύμβασης, ήτοι το συνολικό ποσό των 351.000 ευρώ.
Περαιτέρω, με τον 3° όρο αυτής τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στην πλήρη και ολοσχερή προεξόφληση όλων των ως άνω μηνιαίων ανταλλαγμάτων "ως εξοφλητικό αντίτιμο" της παραχώρησης της χρήσης και λειτουργίας του προσυμφωνηθέντος τηλεοπτικού χρόνου του σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>> της εναγομένης, με τον εξής τρόπο:
αα. ποσό 21.585 ευρώ που καταβλήθηκε εν μέρει σε επιταγές (13.585 ευρώ) και εν μέρει σε μετρητά (8.000 ευρώ), ββ. ποσό 50.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, γγ. ποσό 50.000 ευρώ που επίσης καταβλήθηκε δια παραδόσεως επιταγών (εκδόσεως ή οπισθογραφήσεως) της ενάγουσας με ημερομηνία έκδοσης-πληρωμής 30-12-2005 και δδ.
ποσό 300.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία του ήδη αγορασθέντος, από την ενάγουσα και εγκατεστημένου από αυτήν υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τη λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού, το οποίο συμφωνήθηκε να παραδοθεί στην εναγομένη δια της μεταβιβάσεως του, η οποία θα ελάμβανε χώρα με τη λήξη της συναφθείσας σύμβασης.
Στον παραπάνω αγορασθέντα εξοπλισμό, δεν περιλαμβάνονταν οι εγκαταστάσεις κέντρων εκπομπής, αφού αυτές είχαν μεταβιβασθεί από την εταιρεία "...." (ανήκουσα στο διαχειριστή της ενάγουσας Μ. Χ.) στην εναγομένη, προς εξυπηρέτηση των αναγκών της σύμβασης και οι οποίες θα περιέρχονταν, μετά το πέρας της, πάλι στην κατοχή της ως άνω ιδιοκτήτριας εταιρείας ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο αυτή υπεδείκνυε.
Η επίδικη σύμβαση άρχισε από τη σύναψη της, να λειτουργεί κανονικά, μέχρι την 27-6-2006, οπότε διεκόπη η εκπομπή του σήματος του σταθμού της εναγομένης από τον Υμηττό και έκτοτε αυτός περιορίστηκε να εκπέμπει μόνο από το όρος Αιγάλεω, με αναγκαία συνέπεια το εύρος εκπομπής του να μην εκτείνεται πλέον σε όλο το λεκανοπέδιο Αττικής, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί, αλλά μόνο στο δυτικό αυτού τμήμα.
Τούτο δε συνέβη γιατί κλιμάκιο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) κατέσχεσε τα μηχανήματα της εκπομπής της εταιρείας "..." στον Υμηττό για το λόγο ότι ο σταθμός <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>> της εναγομένης δεν δικαιούταν να εκπέμπει από την παραπάνω περιοχή. Η ως άνω ενέργεια της Ε.Ε.Τ.Τ. αποτελεί απόρροια των αποφάσεων του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (Ε.Ρ.Σ.) και συγκεκριμένα των υπ' αριθμ. 322/2.11.2004, 89/21.2.2006 και 315/27.6.2006 αποφάσεων, με εκάστη εκ των οποίων επιβαλλόταν πρόστιμο στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό για το λόγο ότι αυτός εξέπεμπε από τον Υμηττό, περιοχή όμως από την οποία δεν είχε δικαίωμα εκπομπής.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν ευθύνεται για τη διακοπή της εκπομπής του σταθμού από τον Υμηττό, καθότι αυτή είχε δικαίωμα εκπομπής από την παραπάνω περιοχή, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Και τούτο γιατί από τις παραπάνω αποφάσεις του Ε.Ρ.Σ., προκύπτει ότι ο σταθμός της εναγομένης είχε νόμιμο δικαίωμα εκπομπής μόνο από το Αιγάλεω (όρος Ποικίλο) με κατεύθυνση προς το Θριάσιο Πεδίο και όχι από τον Υμηττό, για αυτό η εκπομπή από εκεί θεωρήθηκε από την παραπάνω ανεξάρτητη αρχή παράνομη, με συνέπεια να της επιβληθεί ως κύρωση πρόστιμο, ενώ εν συνεχεία ακολούθησε η κατάσχεση των μηχανημάτων εκπομπής που ήταν εγκατεστημένα στον Υμηττό από το αρμόδιο όργανο (ΕΕΤΤ).
Επομένως, η εκπομπή του σταθμού από τον Υμηττό, αποτέλεσε ουσιώδη όρο της σύμβασης και βασική προϋπόθεση για τη σύναψή της, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν η καθιέρωση του σταθμού σε όλο το λεκανοπέδιο Αττικής, η οποία και αναγκαίως θα συντελούσε στην μέγιστη επαύξηση της επιρροής του στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και ακολούθως της διαφημιστικής δυναμικής του και των εσόδων του από αυτή.
Για αυτό και η παύση της λειτουργίας του σταθμού από ως άνω κέντρο εκπομπής, αποτέλεσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, στην οποία και άμεσα προχώρησε η ενάγουσα με την από 9-8-2006 εξώδικη δήλωση της, η οποία και επιδόθηκε στην εναγομένη την 11-8-2006. Με την ως άνω καταγγελία, η οποία είναι έγκυρη, λύθηκε για το μέλλον η σύμβαση συνεργασίας με συνέπεια η ενάγουσα να δικαιούται το ποσό που είχε προκαταβάλει στην εναγομένη κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση εκ μέρους της τελευταίας της χρήσης και λειτουργίας του τηλεοπτικού χρόνου και που αντιστοιχεί από το χρόνο λύσης της σύμβασης (12.8.2006) μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξης της (30-11-2009).
Ειδικότερα, η ενάγουσα ζητεί να της επιδικασθεί το ποσό των 240.000 ευρώ (6000 ευρώ Χ 40 μήνες) που φέρεται ότι εισέπραξε η εναγομένη αχρεωστήτως, ως προκαταβληθέντα μισθώματα, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2006 έως 30-11-2009, σύμφωνα με όσα ορίζονται στους όρους 3, 4 και 5 του ως άνω από 24-6-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ζητεί το ανωτέρω ποσό επικαλούμενη τον 3ο όρο της ανωτέρω τροποποιητικής σύμβασης κατά τον οποίο φέρεται ότι έχει προεξοφλήσει τα οφειλόμενα μισθώματα, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 351.000 ευρώ, για όλη την συμφωνηθείσα χρονική διάρκεια της επίδικης σύμβασης.
Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται στους παραπάνω όρους η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη σε μετρητά και επιταγές το ποσό των 121.585 ευρώ, προέβη επίσης στα πλαίσια της προεξόφλησης των επίδικων μισθωμάτων στην αγορά εξοπλισμού αξίας 300.000 ευρώ, για την λειτουργία του σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>>, ο οποίος σύμφωνα με τον 3ο όρο της παραπάνω τροποποιητικής σύμβασης θα μεταβιβασθεί στην εναγομένη με την λήξη της από 30-11-2004 σύμβασης.
Η εναγομένη συνομολογεί ότι η ενάγουσα της κατέβαλε το ποσό των 121.585 ευρώ, ως προεξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο 3° και με στοιχεία αα, ββ και γγ όρο της ανωτέρω από 24-6-2005, τροποποιητικής συμβάσεως. Ακολούθως η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι το ποσό των 300.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του αγορασθέντος από την ενάγουσα υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τη λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού, όπως αναφέρεται στον 3ο όρο με στοιχεία δδ, της ανωτέρω τροποποιητικής σύμβασης, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως προκαταβολή για την προεξόφληση των οφειλομένων από την ενάγουσα μισθωμάτων.
Και τούτο δε διότι, ο ανωτέρω όρος είναι αντιφατικός και χρήζει ερμηνείας σύμφωνα με τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ., δεδομένου ότι: α) ο επίμαχος εξοπλισμός είναι εξοπλισμός παραγωγής (στουντιακός) τηλεοπτικού σήματος και όχι εξοπλισμός μετάδοσης, β) η ενάγουσα ήταν εταιρεία παραγωγής τηλεοπτικού προγράμματος, με παρουσία στον χώρο των ΜΜΕ, γεγονός που συνηγορεί στο ότι θα διέθετε εξοπλισμό για την άσκηση της δραστηριότητας της, γ)...δ) ο επίμαχος εξοπλισμός θα παρέμενε στην κυριότητα της ενάγουσας για ολόκληρη τη συμβατική διάρκεια της συνεργασίας (ήτοι μέχρι 30-11-2009) με πρόβλεψη περαιτέρω χρήσης του, ε) ο εξοπλισμός με την χρήση του εκ μέρους της ενάγουσας όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης θα είχε υποστεί μείωση της αξίας του λόγω παλαιότητας.
Ενόψει, λοιπόν, της προεκτεθείσας, εκ διαμέτρου, αντίθετης ερμηνείας του ρηθέντος, κρισίμου, για την τομή της ένδικης διαφοράς, (3ου ) όρου της ένδικης σύμβασης από τις συμβληθείσες διαδίκους, αλλά και του γεγονότος ότι από το προεκτεθέν κείμενο αυτού δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν ο στουντιακός εξοπλισμός αγοράστηκε από την ενάγουσα στα πλαίσια προεξόφλησης των μισθωμάτων της επίδικης σύμβασης, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση γεννάται αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αναφορικά με τον προεκτεθέντα όρο της ένδικης σύμβασης και, επομένως, πρέπει να την αναζητήσει προσφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των προμνησθεισών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Περαιτέρω, με τον 3ο, κρίσιμο όρο της ένδικης σύμβασης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των διαδίκων, τα εξής: <<Σύμφωνα με την μεταξύ των συμβαλλομένων συναφθείσα σύμβαση, το συνολικά καταβλητέο ποσό των μισθωμάτων ανέρχεται σε 351.000 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση και κάλυψη αναγκών της πρώτης συμβαλλόμενης οι συμβαλλόμενες συμφωνούν με το παρόν την πλήρη και ολοσχερή προεξόφληση όλων των μισθωμάτων, ως εξοφλητικό αντίτιμο της παραχώρησης την χρήσης και λειτουργίας του προσυμφωνηθέντος τηλεοπτικού χρόνου του σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>> με τον κατωτέρω τρόπο:
αα) ποσό 21.585 ευρώ έχει ήδη καταβληθεί σε επιταγές (13.585€) και μετρητά (8.000 € προς εξόφληση υποχρεώσεων της πρώτης συμβαλλόμενης σε Α. Π. και Ι.Π.), ββ) ποσό 50.000 ευρώ καταβάλλεται σήμερα σε μετρητά με την υπογραφή του παρόντος, γγ) ποσό 50.000 ευρώ καταβάλλεται δια παραδόσεως επιταγών εκδόσεως ή οπισθογραφήσεως της δεύτερης συμβαλλόμενης που φέρουν ημερομηνία έκδοσης - πληρωμής 30.12.2005 (σχετικώς προσυπογράφονται φωτοαντίγραφα των παραδιδομένων επιταγών που προσαρτώνται στο παρόν), δδ) ποσό 300.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία του ήδη αγορασθέντος (από τη δεύτερη συμβαλλόμενη ή από άλλες κοινών συμφερόντων εταιρείες) και εγκατεστημένου από την δεύτερη συμβαλλόμενη υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τη λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>>, το οποίο θα παραδοθεί στην πρώτη συμβαλλόμενη δια της μεταβιβάσεως του εν λόγω εξοπλισμού, ο οποίος αναλυτικά περιγράφεται στα προσκομισθέντα αντίγραφα τιμολογίων αγοράς (η δεύτερη συμβαλλόμενη διατηρεί το δικαίωμα αντικατάστασης τεμαχίων εξοπλισμού με άλλα της ίδιας ποιότητας).
Ο εξοπλισμός αυτός θα μεταβιβαστεί στην κυριότητα της πρώτης συμβαλλόμενης με τη λήξη της από 30.11.2004 συναφθείσης σύμβασης. Σε περίπτωση ανανέωσης της σύμβασης, ο εξοπλισμός θα χρησιμοποιηθεί από την δεύτερη συμβαλλόμενη μέχρι το πέρας της διάρκειας της ανανέωσης. Αναλυτικά ο εξοπλισμός περιγράφεται στα προσαρτώμενα στο παρόν αντίγραφα των τιμολογίων αγοράς.
Διευκρινιστικά ως προς τον μεταβιβαζόμενο εξοπλισμό, σημειώνεται ότι σε αυτόν δεν περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις κέντρων εκπομπής η οποία προς εξυπηρέτηση των αναγκών της συναφθείσας σύμβασης έχει μεταβιβαστεί από την εταιρεία … Α.Ε. (συμφερόντων Μ. Χ.) στην πρώτη συμβαλλόμενη και η οποία χρήση εξοπλισμού εκπομπής, μετά το πέρας της συμβατικής διάρκειας θα περιέλθει στην κατοχή του Μ.
Χ. ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου ήθελε αυτός υποδείξει>>. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων), όπως αυτή ερμηνεύεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, ήταν ότι ο τρόπος καταβολής του μισθώματος για την παραχώρηση εκ μέρους της εναγομένης της χρήσης και λειτουργίας του τηλεοπτικού χρόνου του σταθμού <<ΘΡΙΑΣΙΟ TV>>, ήταν να συνυπολογισθεί η αγορά του εξοπλισμού αξίας 300.000 ευρώ.
Τούτο προκύπτει πρωτίστως από το κείμενο της από 24-6-2005 τροποποιητικής σύμβασης στην οποία γίνεται μνεία ότι θα γίνει ολοσχερής εξόφληση των μισθωμάτων με τους αναφερόμενους σ' αυτή τρόπους μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αξία ύψους 300.000 ευρώ του αγορασθέντος από την ενάγουσα εξοπλισμού, όπως αυτός (εξοπλισμός) περιγράφεται στην αγωγή.
Η εναγομένη κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης αναγνώρισε ότι η ενάγουσα προέβη στην αγορά του εξοπλισμού και της προσκομίστηκαν τα τιμολόγια αγοράς του. Επίσης στην ως άνω σύμβαση γίνεται μνεία ότι ο εξοπλισμός αυτός θα μεταβιβασθεί στην κυριότητα της εναγομένης με τη λήξη της από 30-11-2004 επίδικης σύμβασης.
Εξάλλου εάν δεν είχε υπολογισθεί ο εξοπλισμός για την προεξόφληση των μισθωμάτων τότε θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, άλλος τρόπος καταβολής των μισθωμάτων. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν της παρέδωσε τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό, μετά την καταγγελία της σύμβασης. Όμως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κλήθηκε από την ενάγουσα να παραλάβει τον εξοπλισμό, του οποίου όπως προεκτέθηκε κατέστη κυρία, κατά το χρόνο λήξης της επίδικης σύμβασης πλην όμως η τελευταία δεν τον παρέλαβε.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο εν λόγω εξοπλισμός ήταν παραγωγής στουντιακός τηλεοπτικού σήματος και απαραίτητος μόνο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας (παραγωγή καθημερινού προγράμματος) κρίνεται αβάσιμος, δοθέντος ότι αυτή ενέκρινε την αγορά και το είδος του, αφού κατά την υπογραφή του από 24-6-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού προσκομίστηκαν στην εναγομένη αντίγραφα τιμολογίων αγοράς του και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους, ενώ κατά τη διάρκεια της σύμβασης και τη λειτουργία του σταθμού ουδέποτε εξέφρασε κάποια αντίρρηση αναφορικά με την ποιότητα και το σκοπό τον οποίο και εξυπηρετούσε.
Επομένως, η εναγομένη, μετά την πρόωρη λύση της σύμβασης, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης (12-8-2006) μέχρι το πέρας αυτής (30-11-2009), το οποίο ανέρχεται σε 237.800 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι μετά την λύση της σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας, με καταγγελία της ,λόγω υπαιτιότητας της εναγομένης, κατέστη αυτή (εναγομένη) αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης (12-8-2006) μέχρι το πέρας αυτής (30-11-2009), το οποίο ανέρχεται σε 237.800 ευρώ και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ` ουσίαν, με παραδοχή της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή ,ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο : Α) Δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, εφ` όσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια. Ειδικότερα, δέχεται, αφ` ενός μεν ότι η παύση λειτουργίας του σταθμού από το κέντρο εκπομπής με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αποτέλεσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της από 24-6-2005 σύμβασης επιχειρηματικής συνεργασίας ,στην οποία και προχώρησε η αναιρεσίβλητη με την από 9-8-2006 εξώδικη δήλωσή της, επί τη βάσει των όρων 3,4, και 5 της σύμβασης, αφ` ετέρου δε ότι η αξία των προκαταβληθέντων μισθωμάτων, που εισέπραξε η αναιρεσείουσα αχρεωστήτως, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2006 έως 30-11-2009 επί τη βάσει της άνω σύμβασης ανέρχεται στο ποσό των 237.000 ευρώ και επομένως ο επικαλούμενος πλουτισμός της εναγομένης, από την πρόωρη λύση της επίδικης σύμβασης είναι αδικαιολόγητος και ως εκ τούτου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα , είναι αβάσιμος. Και Β) Διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του ανωτέρω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι του νομίμου ή μη της αιτίας του επικαλουμένου πλουτισμού της εναγομένης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της συνδρομής ή μη των όρων της εφαρμογής του, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, τον οποίο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος 3. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1056/2014), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 194/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης των τιμολογίων αγοράς εξοπλισμού αξίας 300.000 ευρώ υπ' αριθμ. .../1-11-2005 της <<...> και υπ' αριθμ. .../1-12-2005 της <<...>>. Ο λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, διότι ούτε το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων προσδιορίζεται, ούτε εκείνο που εξέλαβε ως αληθινό το δικαστήριο, ούτε το συμπέρασμα που κατέληξε το δικαστήριο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου αναφέρεται.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω τη ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-10-2014 αίτηση για αναίρεση και τους προσθέτους λόγους αυτής της υπ' αριθμ. 934/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ