Supreme Court dismisses appeal due to death of defendant and failure to cite specific evidence in retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial after the original defendant died before the oral hearing. The court noted that the appellant's heirs continued the proceedings but failed to cite the specific judicial admission regarding disciplinary charges in their appeal petition. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for being vague and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The appeal is inadmissible if the appellant fails to specifically cite the judicial or extrajudicial admission relied upon in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 92 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 92/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου … , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Βήτας, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 7/8/2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου …, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. χήρα Ε. Κ., το γένος Δ. Ρ., β) Ι. Κ. του Ε., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2013 αγωγή του αποβιώσαντος Ε. Κ. του Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2890/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3674/2018 μη οριστική και 3409/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/8/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθ. 178/9/08-08-2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου … και το 2168/29-01-2020 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, περί δημοσίευσης διαθήκης, ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 07-08-2019, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 02-08-2019, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε, όπως προκύπτει από το ...
πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ίδιου Ληξιάρχου πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Α. Κ. του Δ. (το γένος Ρ.) και τα τέκνα του Ι. Κ. και Δ. Κ., που δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του (βλ. 665/29-01-2020 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω δύο πρώτοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Βήτα, το θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και την εκουσία, στο όνομά τους και κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας, εκάστου, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης.
Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος αναιρεσίβλητου, κατά τα ως άνω ποσοστά και η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς, κατά τ' ανωτέρω. Σημειουμένου, επιπροσθέτως, ότι ενόψει του διαιρετού του αντικειμένου της προκειμένης δίκης (αξίωση του ήδη αποβιώσαντος, κληρονομουμένου, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, από αδικοπραξία) δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των ανωτέρω (τριών) κληρονόμων του και, επομένως, αναγκαιότητα, για το παραδεκτό της παρούσας συζήτησης, να κλητευθεί και ο τρίτος αυτών, ο οποίος απουσιάζει και δεν μετέχει στη συνεχιζόμενη, ως ανωτέρω, δίκη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται... ".
Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Για την υποκειμενική υπόσταση, όμως, της (απλής) δυσφήμησης δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας του γεγονότος, όπως στη συκοφαντική δυσφήμηση και η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή αναλήθειά του δεν αποκλείει το δόλο του (ΑΠ 2185/1992, ΑΠ 261/1990, ποινικές). Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όπως ήδη έχει προεκτεθεί, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:
α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.
Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.
Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.
Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Σε περίπτωση, όμως, αδικοπραξίας ερειδομένης τόσο στις προαναφερθείσες διατάξεις περί της προσβολής της προσωπικότητας, όσο και σ' εκείνη, περί δυσφημηστικών διαδόσεων, του ανωτέρω άρθρου, 920 ΑΚ, η οποία (αδικοπραξία) θεμελιώνεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή, δηλαδή ενιαίο ποσό, αφού τότε είναι, αντίστοιχα, ενιαία και η βλάβη, που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του, στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.
Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί, ασφαλώς, υπόψη η όλη συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντος, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η βλάβη του παθόντος, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (βλ.
ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 2018/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές αποτελούν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο σκοπός του δράστη δεν κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του άλλου. Νόμιμο δε καθήκον στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 367 §1 του ΠΚ, είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων (ΑΠ 1490, 1486, 1048/2010, 1030/2009), ενώ δικαιολογημένο ενδιαφέρον συντρέχει όταν οι προαναφερόμενες εκδηλώσεις αποτελούν το περιεχόμενο οφειλομένης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται, ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη, με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο (ΑΠ 406/2013, ΑΠ 707/2004, ΑΠ 73/2002, ΑΠ 1147/1998, ΠΟΙΝ.).
Το παραπάνω ζήτημα, δηλαδή εάν οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσο οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος ή εάν αυτές εμπίπτουν στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2009).
Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται, αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ., 920 ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Ο άδικος χαρακτήρας, όμως, της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.
και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 932 ΑΚ σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 1232/2009, ΑΠ 747/2006).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται, ούτε και αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "...Ο ενάγων διορίστηκε εισαγγελικός πάρεδρος στις 14.8.1973 και αποχώρησε με τον βαθμό του Εισαγγελέα Εφετών από το δικαστικό σώμα στις 30.6.2006 λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας.
Στις 29-2-2008 με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ) που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο αυτής εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της τότε ισχύουσας αθλητικής νομοθεσίας ο διορισμός του ως αναπληρωτή προέδρου της Πειθαρχικής Επιτροπής της "Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β' και Γ' Εθνικής Κατηγορίας".
Το έτος 2010 με σχετική απόφαση του Δ.Σ. της άνω ένωσης ανανεώθηκε η θητεία του ως αναπληρωτή προέδρου της ανωτέρω πειθαρχικής επιτροπής. Ο εναγόμενος που είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω διετέλεσε Πρόεδρος της "Π. Α." για ένα χρόνο της "Π. Π. Γ." για πέντε χρόνια και της "Π. Π. Γ.Ε 2005" για το χρονικό διάστημα 2009-2015, κατείχε δε το 90% των μετοχών της.
Ο εναγόμενος, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί αναλυτικότερα, από το 2011 και εφεξής συνέβαλε διά καταγγελιών του και διά καταθέσεων του ως βασικού μάρτυρα στο προανακριτικό στάδιο για την ανάδειξη της υπόθεσης των "στημένων αγώνων", κατά την οποία τα εμπλεκόμενα πρόσωπα προκαθόριζαν παρανόμως τα αποτελέσματα κυρίως ποδοσφαιρικών αγώνων, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο πλουτισμό.
Ενώ είχε ξεκινήσει η έρευνα για την παραπάνω υπόθεση, στις 24-7-2011 αναρτήθηκε στον ιστότοπο "www. … blogspot.com" ηχητικό υλικό, όπου είχε αποτυπωθεί η από 20-7-2011 τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Π. Σ., τότε Γενικού Αρχηγού της "Π. Π. Γ.Ε 2005" της οποίας Πρόεδρος ήταν ο εναγόμενος και του Ε. Κ., τότε Γενικού Αρχηγού της "Π.
Ο. Χ." και στις 25.7.2011 ο πρώτος επιβεβαίωσε σε ραδιοφωνική εκπομπή του δημοσιογράφου Κ. Θ. στο ραδιοφωνικό σταθμό … FΜ … το περιεχόμενο της άνω συνομιλίας ομολογώντας ότι κατόπιν εντολής τον ήδη εναγόμενου δωροδόκησε τον άνω Ε. Κ. με το ποσό των 4.900 ευρώ, προκειμένου δύο ποδοσφαιριστές της ομάδας "Π. Ο. Χ." να έχουν μειωμένη απόδοση κατά τον αγώνα που διεξήχθη στις 17-4-2011 μεταξύ των δύο ομάδων στο γήπεδο της "Π.
Ο. Χ.", ώστε να κερδίσει η φιλοξενούμενη "Π. Π. Γ.Ε 2005". Ο εν λόγω αγώνας απέβη νικηφόρος με σκορ 2-1 υπέρ της φιλοξενούμενης ομάδας. Ο άνω Ε. Κ.ς αυθημερόν με δήλωσή του στον ίδιο ραδιοφωνικό σταθμό επιβεβαίωσε ότι είναι συνομιλητής του Π. Σ.. Ο ενάγων πληροφορηθείς τα ανωτέρω υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Πειθαρχικής Επιτροπής της "Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β' και Γ' Εθνικής Κατηγορίας" με την υπ' αριθμ. ...
κλήση τον κάλεσε σε απολογία ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής της άνω Ένωσης στις 8-9-2011 την "Π. Π. Γ.Ε 2005", τον εναγόμενο Πρόεδρο αυτής, τον Π. Σ. και τον Ε. Κ. για παράβαση των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 21 Α του Π.Κ της ΕΠΟ σε συνδυασμό με τα άρθρα 130 και 132 του Ν. 2725/1999. Η ανωτέρω Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή αποτελούμενη από τον ενάγοντα ως Πρόεδρο και Εισηγητή και τους Ζ.
Χ., … και Π. Ι., …, ως μέλη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόφασή της με την οποία κρίθηκε ότι οι ως άνω πειθαρχικώς διωκόμενοι τέλεσαν την πειθαρχική παράβαση της δωροδοκίας και δωροληψίας τον άρθρου 21 Α του Π.Κ. της ΕΠΟ και τιμωρήθηκαν η μεν ΠΑΕ με υποβιβασμό στην αμέσως κατώτερη κατηγορία και χρηματική ποινή 225.000 ευρώ, ο εναγόμενος με την ποινή της απαγόρευσης εκτέλεσης οποιοσδήποτε δραστηριότητας σχετικής με το ποδόσφαιρο για 5 χρόνια, ποινή απαγόρευσης εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους για 2 χρόνια και χρηματική ποινή 16.000 ευρώ, ο Π.
Σ. με την ποινή απαγόρευσης οποιοσδήποτε σχετικής με τα ποδόσφαιρο δραστηριότητος για 7 χρόνια, απαγόρευση εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους για 2 χρόνια και χρηματική ποινή 14.000 ευρώ και ο Ε. Κ. με ποινή απαγόρευσης οποιοσδήποτε σχετικής με το ποδόσφαιρο δραστηριότητας 7 ετών, απαγόρευση εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους για 2 χρόνια και χρηματική ποινή 14.000 ευρώ.
Οι Π. Π., Α. Κ. (εναγόμενος), Π. Σ. και Ε. Κ., καθώς και ο τότε ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας Ανδρέας Φάκος άσκησαν ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ τις υπ' αριθμ. πρωτ. 31865/7.10.2011, 31942/10.10.2011, 31892/ 10.10.2011 και 32138/11.10.2011 εφέσεις τους αντίστοιχα κατά της ως άνω υπ' αριθμ. ... απόφασης της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 12.10.2011.
Με τις εφέσεις τους οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η εκκαλουμένη πάσχει απόλυτη ακυρότητα, διότι α) η πειθαρχική δίωξη δεν ασκήθηκε από το μόνο αρμόδιο Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα αλλά από την άνω Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή που τυγχάνει αναρμόδια και στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και β) η Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη μαγνητοφωνημένη τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Π.
Σ. και Μ. Κ. χωρίς την συναίνεση του τελευταίου και ως εκ τούτου συνιστά αποδεικτικό μέσο που είναι προϊόν αξιόποινης πράξης και το οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Επί των εν λόγω εφέσεων η άνω Δευτεροβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή της ΕΠΟ εξέδωσε την υπ' αριθμ. 213/24-10-2011 απόφαση με την οποία ο άνω λόγος εφέσεως περί απόλυτης ακυρότητας απορρίφθηκε ως αβάσιμος με το εξής σκεπτικό: "Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του Πειθαρχικού Κώδικα (Π.Κ.) της ΕΠΟ που ορίζει την αρμοδιότητα του υπεύθυνου άσκησης πειθαρχικής δίωξης Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα για την παράβαση διατάξεων του Καταστατικού και των Κανονισμών της ΕΠΟ και να παραπέμπει στις αρμόδιες επιτροπές για πειθαρχικά αδικήματα εκτός φύλλου αγώνα, δεν προκύπτει ότι η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστική και ότι η τήρηση της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι στοιχείο εκ των ουκ άνευ για το παραδεκτό της πειθαρχικής κατηγορίας που εξετάζεται ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής.
Αντίθετα, από την γραμματική διατύπωση του ως άνω άρθρου, ουδόλως αφαιρείται από την Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή η θεσπισμένη από το άρθρο 30 παρ.2 περ. δ' και στ' τον Π.Κ της ΕΠΟ, αρμοδιότητα να εκδικάσει την προκειμένη πειθαρχική παράβαση, εφόσον βέβαια έχει καλέσει προς απολογία, προηγουμένως, τους εγκαλουμένους (βλ.
σχετικές υπ' αρ. 133/2011 και 165/2011 Αποφάσεις της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ). Άλλωστε, σε παρόμοια περίπτωση, ο Εισαγγελέας της ΕΠΟ παραιτήθηκε από την άσκηση πειθαρχικής δίωξης λόγω της εκκρεμούσης αντιστοίχου δίωξης στην Πειθαρχική Επιτροπή της F. L. (βλ. υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ)". Περαιτέρω, ο λόγος της εφέσεως για απόλυτη ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω λήψης υπόψιν από την Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή της αποτυπωμένης μαγνητοφωνημένης τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ τον Π.
Σ. και Μ. Κ., η οποία ελήφθη χωρίς την συναίνεση του τελευταίου, ήτοι αποδεικτικού μέσου-προϊόντος αξιόποινης πράξης, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι "από την διατύπωση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στηρίζει την κρίση της σε διάφορα αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμούς, καθώς και στις δηλώσεις των εμπλεκόμενων τρίτου και τετάρτου των εκκαλούντων προς τον δημοσιογράφο ραδιοφωνικής εκπομπής κ.
Θ., που εδόθησαν την 25-7-2011, οι δε αναφορές της αποφάσεως στην συνομιλία είναι αποσπασματικές έως ανύπαρκτες". Με την ίδια ως άνω απόφαση έγιναν κατά τα λοιπά τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι εφέσεις των Π. Π., εναγομένου, Ε. Κ., καθώς και του ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, απαλλάχθηκαν ομόφωνα κάθε κατηγορίας οι εναγόμενος και Ε.
Κ. και κηρύχθηκαν κατά πλειοψηφία πειθαρχικά ελεγκτέοι οι Π. Π. και Π. Σ. και επιβλήθηκαν σε αυτούς οι αναφερόμενες στην απόφαση ποινές. Σύμφωνα με τις αιτιολογίες της άνω απόφασης αποδεικνύεται και ομολογείται η παράνομη υπόσχεση χρηματικού ποσού, προκειμένου να επιτευχθεί θετικό αποτέλεσμα (ομολογία του Ε.
Κ.) ότι την παραμονή του αγώνα ο Π. Σ.ς υποσχέθηκε το ποσόν των 5.000 ευρώ, για να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές δυσκολίες της ομάδος του, ωστόσο όμως δεν αποδείχθηκε ότι όντως το ποσόν των 5.000 ευρώ δόθηκε στον Ε. Κ. τουλάχιστον με τον τρόπο που ισχυρίζεται ο τρίτος εκκαλών Π. Σ.ς, 2.500 ευρώ στα αποδυτήρια του γηπέδου πριν από την έναρξη του αγώνα και 2.500 ευρώ μετά τη λήξη τον αγώνα στο αυτοκίνητο του Ε.
Κ.. Διότι στα υποτυπώδη αποδυτήρια της επαρχιακής ομάδος και υπό τα όμματα 30 ποδοσφαιριστών αυτό δεν θα μπορούσε να καταστεί εφικτό αλλά και μετά τον αγώνα δεν πραγματώθηκε για τους αναφερόμενους ειδικότερα στην απόφαση λόγους. Με βάση τις σκέψεις αυτές η Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ αποφάνθηκε ότι διαπράχθηκε μόνο η πειθαρχική παράβαση της απόπειρας δωροδοκίας (άρθρ. 21Α του Π.Κ.
της ΕΠΟ) εκ μέρους του Π. Σ. για την οποία ευθύνεται η "Π. Π." αντικειμενικά λόγω της θέσης του ως Γενικού Αρχηγού της, χωρίς η εν λόγω πειθαρχική παράβαση να επηρεάσει την έκβαση του αγώνα, ενώ αντιθέτως δεν αποδείχθηκε η πράξη της τετελεσμένης δωροδοκίας και ειδικότερα ότι το ποσό των 5.000 δόθηκε από τον Π.
Σ. στον Ε. Κ. με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ο εκκαλών Π. Σ.ς, δηλαδή 2.500 ευρώ στα αποδυτήρια του γηπέδου της ομάδας "Ο. Χ." πριν την έναρξη τον αγώνα και 2.500 ευρώ μετά τη λήξη τον αγώνα στο αυτοκίνητο του Ε. Κ.. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ευθύνεται ο ήδη εναγόμενος για την κατ' άρθρον 21Α πειθαρχική παράβαση της απόπειρας δωροδοκίας, διότι το νικηφόρο υπέρ της ομάδας τον αποτέλεσμα του αγώνα δεν σχετίζεται με την απόπειρα δωροδοκίας που τέλεσε ο Π.
Σ.ς, δεδομένου εξάλλου ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος συνήργησε στην απόπειρα δωροδοκίας παροτρύνοντας τον Π. Σ. στην διάπραξη της απόπειρας δωροδοκίας προς τον γενικό αρχηγό της αντίπαλης ομάδας Ε. Κ.. Παράλληλα εναντίον του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την ίδια ως άνω πράξη που αποτέλεσε αντικείμενο της πειθαρχικής σε βάρος του δίωξης και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6560/2015 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της ηθικής αυτουργίας σε δωροδοκία συνιστάμενης στο ότι με πρόθεση προκάλεσε στον Π.
Σ. την απόφαση να τελέσει την πράξη δωροδοκίας για αλλοίωση αποτελέσματος. Αμέσως μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής έως και την 13.10.2011, δηλαδή προτού εκδοθεί η άνω απαλλακτική ως προς τον εναγόμενο απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, ο εναγόμενος προέβη στους ακόλουθούς κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του ενάγοντος:
Α] Αυθημερόν, δηλαδή αμέσως μετά την έκδοση της αποφάσεως (6.10.2011), ο εναγόμενος ανήρτησε στην επίσημη ιστοσελίδα της "Π. Π. 2005" την εξής ανακοίνωση: "Μετά την έκδοση της αποφάσεως με την οποία υποβιβάσατε την ΠΑΕ Π. λόγω της εντιμότητας και της αξιοπιστίας του πρώην γενικού αρχηγού της Ηλιούπολης Π. Σ., έχω να κάνω την εξής δήλωση-δέσμευση για εσάς:
Επίορκοι και ανέντιμοι άνθρωποι που τολμήσατε και θίξατε μετά από 36 χρόνια δικηγορίας την τιμή και την υπόληψη μου και την τιμή και την υπόληψη της ΠΑΕ Π. και των 500.000 Αχαιών, θα κάνω τα πάντα για να τιμωρηθείτε παραδειγματικά. θα στραφώ εναντίον σας τόσο σε ποινικό όσο και σε αστικό επίπεδο. Εάν δεν μπορείτε να με αποζημιώσετε για την προσβολή της προσωπικότητας μου, εάν μπορώ θα σας πάρω και το σπίτι.
Η ανεντιμότητα σας και η αγωνία σας ήταν τέτοια που μετατρέψατε τον εύκολο εντός έδρας αγώνα της ΠΑΕ Π. με την ΠΑΕ Π. σε δύσκολο εκτός έδρας ματς λόγω της ελλείψεως επιχειρημάτων. Ντροπή σας παλιάνθρωποι. Θα τα πούμε στα δικαστήρια. Υπάρχουν εκτός από εσάς και άλλου είδους δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόροι.
Και ένα μήνυμα προς τον Θ. και Τ. Κ.: Τώρα αρχίζουμε...". Β] Επίσης, αυθημερόν δήλωσε στον ραδιοφωνικό σταθμό "… FΜ" , μεταξύ άλλων, τα εξής: "Θα τα πούμε στο μέλλον. Από το 1996 δεν κάνω, τίποτα άλλο από το να καταγγέλλω βρωμιές. Αυτή η απόφαση δείχνει τόσα πολλά βρώμικα πράγματα που θα χρειαζόταν κάποιος να γράψει βιβλίο.
Είναι το τελευταίο ξεψύχισμα, ενός βρώμικου κατεστημένου που καταρρέει. Αυτή είναι η απόφαση. Με είχαν ως μάρτυρα, με χρησιμοποίησαν ως πρότυπο και όταν τελείωσαν όλες οι δίκες, ο πρόεδρος της Επιτροπής με προσωπική του εισήγηση, πρώτη φορά γίνεται αυτό, έβγαλε μια απόφαση, που θα την κρίνει το αρμόδιο όργανο της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ". [..],"Εάν είναι δυνατό να καταδικάζεται ομάδα σαν την Π.
και πρόεδρος σαν εμένα με τέτοια δικογραφία. Ελάχιστες φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έμεινε σκευωρία σε βάθος χρόνου".[..] "Στη δική μας υπόθεση δίκασε ο ίδιος ο πρόεδρος, ο οποίος ήταν και εισηγητής, πριν καν ασχοληθεί κανείς, αφού δεν υπάρχει ούτε πειθαρχική ούτε ποινική δίωξη. Αυτό είναι πρωτοφανές".
Γ] Αυθημερόν ο εναγόμενος προέβη στις εξής δηλώσεις στον ιστότοπο "S. I." στα …: "Είναι μια κατάπτυστη απόφαση την οποία εξέδωσαν ανέντιμοι και ανήθικοι άνθρωποι. Είναι το τελευταίο βογγητό ενός θηρίου που ξεψυχάει. Γνώριζα από πριν τις βρώμικες σχέσεις μελών της επιτροπής με τον ήδη κατηγορούμενο για κακουργήματα δικηγόρο του Μ., Θ.
Κ. και τον αδερφό του που είναι αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Φρόντισα από πριν και έκανα ένα έγγραφο σε ανύποπτο χρόνο ζητώντας την εξαίρεση κάποιων μελών της Επιτροπής από αυτούς που θα δίκαζαν την υπόθεση. Με έπεισε ο πρόεδρος λέγοντάς μου ότι εμείς δεν έχουμε καμία σχέση. Με αποκοίμισε και σήμερα πράγματι εξέδωσε μία βρώμικη απόφαση η οποία είμαι βέβαιος ότι θα καταπέσει στο εφετείο.
Αυτού του είδους οι ενέργειες με κάνουν πιο δυνατό".[..] "Μου διάβασαν το σκεπτικό μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο και είναι κατάπτυστο. Είναι για ανθρώπους που έχουν κάνει λοβοτομή.[..] Δεν πτοούμαι απ' αυτά, με κάνουν πιο δυνατό και θα το δείτε τις επόμενες μέρες, όπως θα δείτε και που θα κρυφτούν αυτοί οι παλιάνθρωποι και αυτές οι παλιογυναίκες που συμμετείχαν στη σύνθεση και χωρίς ίχνος ηθικής μέσα τούς έβγαλαν αυτήν την απόφαση.
Να σας πω ότι αύριο το πρωί θα κάνω μηνύσεις και αγωγές εναντίον των μελών της Επιτροπής. Θα δώσω μία υπόσχεση. Δεν θα κάνω πίσω με τίποτα. Θα πάρω χρήματα για αποζημίωση. Έθιξαν μια τίμια διαδρομή 61 ετών ζωής, 37 ετών δικηγορίας 40 ετών παρουσίας στον αθλητισμό. Θα τους πάρω και τα σπίτια, σας το ορκίζομαι".
Δ] Στις 7.10.2011 μετά από συνάντησή του με το Δήμαρχο … η Δ. δήλωσε: "Συναντηθήκαμε με το νέο Δήμαρχο στο πολιτικό του γραφείο και τον ενημέρωσα σχετικά με την υπόθεση μολονότι ήταν ήδη ενημερωμένος. Του επισήμανα ότι η απόφαση κρύβει σκοπιμότητες για την εξουδετέρωσή μου λόγω των υπολοίπων υποθέσεων που εκκρεμούν για τα στημένα παιχνίδια".
Ε] Στις 8-10-2011 δημοσιεύθηκε στην αθλητική εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας "Ε. Τ. Σ." συνέντευξη του εναγόμενου, στην οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Από την ερχόμενη Δευτέρα θα αρχίσει η "Απο κάλυψις! . Θα δημοσιοποιήσουμε το ποιόν των... δήθεν, (αθλητικών δικαστών και ποιοι τους διόρισαν στην υπόθεση της Π., αλλά και γενικότερα τι συμβαίνει στη F.
L.. Την επαγγελματική διαδρομή των κυρίων Ζ. και Κ., αλλά και την παρανομία του δεύτερου να γίνει από δικαστής ποδοσφαιρικός εισαγγελέας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έγινε εισηγητής και πρόεδρος σε μια υπόθεση όπού ο ίδιος άσκησε δίωξη, κάτι που είναι παράνομο. Καταθέσαμε έφεση την Παρασκευή και ευελπιστούμε, την Τετάρτη ή το αργότερο την Πέμπτη, να εκδικαστεί.[..] Εμείς είχαμε καταθέσει αίτηση εξαιρέσεως των κυρίων Ζ.
και Κ. από την υπόθεση της Π.ς, καθώς γνωρίζαμε ότι υπήρχε δόλος. Ήξερα το ποιόν τους και ήμουν σίγουρος για το τι θα ακολουθούσε, όπως κι έγινε στο τέλος. Μέσα στις επόμενες ημέρες θα δημοσιοποιήσουμε ανακοίνωση που θα αναφέρει τον τρόπο και τα κριτήρια που επελέγησαν οι δικαστές αλλά και ποιες συγγενικές σχέσεις διατηρούν οι δικαστίνες με τους εμπλεκόμενους στις υποθέσεις που αναλαμβάνουν...".
ΣΤ] Στις 10-10-2011 ο εναγόμενος σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό "… fm … " προέβη στις εξής δηλώσεις, όπως αυτές αναρτήθηκαν και στην ιστοσελίδα του ίδιου ραδιοφωνικού σταθμού "….gr": "Πιστεύω, αυτή η απόφαση θα πρέπει να διδάσκεται στα πανεπιστήμια, ως η πρώτη απόφαση στον κόσμο, ως προσωπικό μυθιστόρημα των μελών του δικαστηρίου.
Και μάλιστα ενός δικαστηρίου που άσκησε παράνομη Πειθαρχική Δίωξη. Έκανε μόνος του ο πρόεδρος Πειθαρχική Δίωξη. Και μάλιστα ξέρετε ο συγκεκριμένος πρόεδρος είχε συγκεκριμένα πειθαρχικά αδικήματα και μου κάνει εντύπωση πώς τον επέλεξαν να τον βάλουν αθλητικό δικαστή. Γιατί γνώριζαν... Έχω μάθει ότι γνώριζαν....
Και τον επέλεξαν πριν από χρόνια. Ουσιαστικά οδηγήθηκε σε έξοδο από την τακτική δικαιοσύνη"..... "Ξέρετε κάτι; Εγώ το είπα από την αρχή. θα τους πάρω και το σπίτι. Το λέω ευθέως. Εγώ θεωρώ βεβαία την απαλλαγή της Π.. Καταλαβαίνετε τώρα ότι έφτιαχνε μόνος του φάσεις που δεν υπάρχουν.[..] Μέχρι να πατήσουν μαύρο χιόνι Θα τούς κυνηγάω.[..) Είναι να πάει φυλακή αυτός ...
Αυτός δεν είναι δικαστής. Εισαγγελέας είναι. Δεν έχει πάρει απόφαση στην ζωή του.[..] Ξέρετε ότι μέχρι σήμερα το διοικητικό συμβούλιο της ενώσεως είπε ότι, αν δεν ασκήσει ο πειθαρχικός εισαγγελέας, ο Φάκος, δεν επιλαμβανόμαστε;", "Για μένα; Την κρίση μου; Τα πήρανε! Ευθέως σας το λέω. Αυτή είναι η κρίση μου. Άσκησε Πειθαρχική Δίωξη, δεν έκανε προανακριτική εξέταση.
Με τι άσκησε πειθαρχική δίωξη; Επειδή λέει ότι κάπου ακούστηκε κάτι. Πέντε μήνες γράφανε για την δωροδοκία των …. Την δίκασε μετά από έξι μήνες, αφού ο κ. Φάκος άσκησε την δίωξη. Στη δε δωροδοκία … -..., συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω οι δράστες. Και δεν έχουμε απλώς ποινική δίωξη, όπως έχουμε της κας Παπανδρέου.
Έχουμε δικαστήριο κανονικό που έχει αναβληθεί τρεις φορές... Δεν άσκησε Πειθαρχική Δίωξη αυτό το "φρούτο" ο Κ.ς κι ενώ τα ξέρανε όλα αυτά και τα άλλα μέλη του δικαστηρίου.[..] Στο Δ.Σ της ΕΠΟ φτιάξανε μία Επιτροπή με τούς φίλους τους, οποιοδήποτε ήθος και να είχανε εισαγγελείς και δικαστές. Να σας πω ότι ο κ.
Ζ. έχει υποστεί σοβαρότατο εγκεφαλικό. Είναι ο νέος πρόεδρος που έβαλαν το καλοκαίρι. Βάλανε Ζ. και Κ.. Είχαν εκλεγεί άλλοι. Αν δείτε την διαδικασία καταλαβαίνετε..". Ζ] Στις 11-10-2011 ο εναγόμενος ήταν καλεσμένος στην εκπομπή "Δικη" τον τηλεοπτικού σταθμού "ΣΚΑΪ", την οποία συντονίζει ο δημοσιογράφος Κυριάκος Θ.ς, κατά τη διάρκεια της οποίας έκανε τηλεφωνική παρέμβαση ο ενάγων και ειπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Κ.ς: "Θέλω (κ. Θ.) να ρωτήσετε τον κ. Κ. αν στα τέσσερα χρόνια περίπου που είμαι αναπληρωτής πρόεδρος της πειθαρχικής επιτροπής έκανε ποτέ μια επώνυμη καταγγελία και δεν επιλήφθηκα". Κ.ς: "Όχι. Σε σας προσωπικά όχι. Άμα σας πω ότι αγνοούσα την ύπαρξη σας. Να σας κάνω εγώ μία ερώτηση τώρα; Εγώ απήντησα. Είσαστε τέσσερα χρόνια [..] αν σε αυτό το χρονικό διάστημα κάνατε έστω και μια πειθαρχική δίωξη εκτός φύλλου αγώνος;
Έστω και μια και θα μου την πείτε με επωνυμία. Στο τάδε παιχνίδι, στο τάδε φυσικό πρόσωπο, έκανα πειθαρχική δίωξη, εκτός φύλλού αγώνος. Μια". Κ.ς: "Δεν έγινε ποτέ καταγγελία για εκτός φύλλου αγώνος.." Κ.ς: "Αφήστε την καταγγελία, αυτεπάγγελτα, όπως κάνατε στην Π. και σε μένα". Κ.ς: "Αυτεπάγγελτα; όπως έκανα σε σας, είχα δύο επώνυμες καταγγελίες..", Κ.ς: "Αφήστε τις επώνυμες καταγγελίες κύριε.[..] Αυτεπάγγελτη δίωξη, σαν την παράνομη που κάνατε στην Π.;" Κ.ς: "Ποια παράνομη;
Ποια παράνομη; [..]" Κ.ς: "Δεν κάνατε [..]" Κ.ς: "Στην τετραετία αυτή, αν υπήρχε αντίστοιχο περιστατικά, ο γενικός αρχηγός μιας ομάδος να αυτοκαταγγέλλεται και εν συνεχεία, ο φερόμενος ως δωρολήπτης να ομολογεί απόπειρα σε σας και σε όλα τα blog, εγώ δεν τα παρακολουθώ τα blog". Θ.ς: "Μιλάτε για τη συνέντευξη που έδωσε σε μένα ο κ.
Σ.ς. Αντιληπτό". Κ.ς: "Ναι, υπάρχει τέτοιο αντίστοιχο στα τέσσερα χρόνια πού είμαι εγώ;" Κ.ς: "Υπάρχει. Υπάρχει ποινική δίωξη και υπάρχει και οδήγηση στο αυτόφωρο, στο παιχνίδι Τ.-Λεβαδειακός και κάνατε πειθαρχική δίωξη μετά από έξι μήνες". Κ.ς: "Όχι". Κ.ς: "Τι έγινε; Έγινε 11 Σεπτεμβρίου και τη δικάσατε το Μάρτιο του επόμενου έτους.
Γιατί το κάνατε; Και μπορείτε να μού πείτε γιατί βάλατε στη σύνθεση την κουμπάρα του κατηγορουμένου;" Κ.ς: "Δεν ξέρω εγώ τις κουμπαριές των μελών". Κ.ς: "Α δεν τα ξέρετε. Μπορείτε να μου πείτε γιατί βάλατε στη σύνθεση την ασκούμενη του δικηγόρου του κατηγορουμένου;" [..] Κ.ς: "Να σας πω κάτι κ. Κ.: Εγώ ευθέως θα σας το πω.
Ντροπή σας. Ντροπή σας. Ντροπή σας, σας λέω. Ντροπή σας για αυτά που κάνατε. [..] αυτοί που σας βάλανε εκεί ντροπή σας". Ο δημοσιογράφος Θ.ς ενημέρωσε στο σημείο αυτό τον ενάγοντα, ότι προηγουμένως έκανε τηλεφωνική παρέμβαση στην εκπομπή ο Εισαγγελέας κ. Φάκος και είπε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της επίδικης αποφάσεως, διότι κατά τη γνώμη του κακώς έγινε η πειθαρχική δίωξη από τον πρόεδρο της επιτροπής και γιατί κακώς ελήφθη υπόψη η υποκλαπείσα συνομιλία, πράγμα το οποίο απαγορεύεται απ' το νόμο.
Κατόπιν αυτού, στην ανωτέρω εκπομπή λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Κ.ς: "Δεν την έλαβα υπόψη (τη συνομιλία)". Κ.ς: "Δεν τη λάβατε; Μισή σελίδα έχετε γράψει. Μα δεν ντρέπεσαι λίγο άνθρωπέ μου;" Κ.ς: Το δημοσίευμα.." (εννοεί έλαβα υπόψη). Κ.ς: "Φυλακή κανονικά έπρεπε να πας εσύ. Όχι να είσαι εισαγγελέας. Αυτό που σου λέω.
Το λέω εν πλήρη επιγνώσει. Παλιάνθρωποι.[..] Στιγματίσατε τη ζωή μου. Παλιάνθρωποι. Παλιάνθρωποι. Στημένοι".[..] Κ.ς: "Εγώ δεν μπορώ να ξέρω τις κουμπαριές. Όπως ξέρετε εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη και τώρα πρώτη φορά ακούω για τις κουμπαριές". Κ.ς: "Για τις πειθαρχικές διώξεις σου να πεις βρε. Σας βάλανε εκεί πέρα τα λαμόγια και οι κακοποιοί και μας κυνηγάτε".[..] Θ.ς: "Ο κ.
Φάκος θα ασκήσει έφεση επί της πειθαρχικής δίωξης". Κ.ς: "Θα ασκήσει έφεση. Δικαίωμα του κ. Εισαγγελέως". Θ.ς: "Και δε λάβατε υπόψη σας είπατε την υποκλαπείσα συνομιλία". Κ.ς: "Όχι βέβαια". Κ.ς: "Όχι βέβαια; Δε ντρέπεσαι λίγο βρε, δεν έχω την απόφαση μπροστά". Θ.ς: "Λάβατε υπόψη σας (κ.Κ.) τις συνομιλίες που είχαν οι κατηγορούμενοι με εμένα".
Κ.ς; "Ναι βεβαίως. Για διαβάστε την απόφαση. Αναφέρομαι πουθενά;" [..] Κ.ς: "Η επόμενη ερώτηση που θα του έκανα είναι αν πληροφορήθηκε τις διώξεις της κ. Παπανδρέού και πριν ασκήσει ο κ. Φάκος την οποιαδήποτε δίωξη που άσκησε μετά, όταν μελέτησε, ο ίδιος (ο κ. Κ.ς) αφού άσκησε για την Π., από ένα διαδικτυακό sίte, γιατί δεν άσκησες για όλες αυτές τις ομάδες;"....
Κ.ς: "Ρωτήστε τον κ. Εισαγγελέα". Κ.ς: "Τι να ρωτήσω τον κ. Εισαγγελέα; Εσάς ρωτάω". Κ.ς: "Προσέξτε κ. Θ.. Επειδή εγώ σέβομαι και εκτιμώ τον κ. Εισαγγελέα, για όλα, και γι' αυτά, και για αυτά τα οποία θα κάνει. Ρωτήστε τον για να σας απαντήσει. Τον συμβουλεύτηκα, αν θα πάρει όλες τις διώξεις πάνω ή θα τις ασκήσω εγώ".
Θ.ς: "Τον συμβουλευτήκατε;" Κ.ς: "Ναι. Και μου είπε ότι όλες θα τις κρατήσει εκείνος". Κ.ς: "Αφού δεν έχετε δικαίωμα να ασκήσετε διώξεις κύριε. Αγράμματος είστε; Αγράμματος νομικά είστε; δεν έχετε δικαίωμα να ασκήσετε διώξεις. Το 31 § 3 (εννοεί: του Πειθαρχικού Κώδικα της ΕΠΟ και του ΚΑΠ) σας το απαγορεύει. Σε ποιον τα λέτε αυτά; 37 χρόνια δικηγόρος είμαι".
Θ.ς: "Επικαλείται τον κ. Φάκο κ. Κ.". Κ.ς: "Αποκλείεται". Κ.ς: "Να τον ρωτήσετε αν τον συμβουλεύτηκα και τον ρώτησα εάν θα ασκήσω εγώ τη δίωξη..". Κ.ς: "Ψέματα λέει. Ο άνθρωπος δεν έχει αίσθηση ντροπής". Κ.ς; "Να σας απαντήσει ο κ. Εισαγγελέας". Αμοιρίδης: (καλεσμένος της εκπομπής, βουλευτής ΠΑΣΟΚ) "Συγγνώμη, μου κάνει εντύπωση..
Ο κ. Κ.ς κ. Κ., σας έχει πει παλιάνθρωπο, σας έχει πει ψεύτη, σας έχει πει το ένα, το άλλο, εσείς αντί να ασκήσετε ποινική δίωξη για αυτό και μήνυση, (διεκόπη από Κ.)" Κ.ς: "Κάνε μια μήνυση, βρε σε προκαλώ. Σε αυτά που σου λέω κάνε μια μήνυση". Κ.ς: "Αυτά Θα γίνουνε κ. Κ. στον καιρό τους". Κ.ς: "Στον καιρό τους; Που να 'ρθεις σε δικαστήριο απέναντι μου εσύ;
Βρωμιάρηδες. Στημένοι".[..] Θ.ς: "Τώρα επειδή κ. Κ. έχετε πει πολύ βαριά πράγματα και για δωροδοκίες και για.." Κ.ς: "Τα έχω πει εγγράφως [..] Ακούστε κάτι, ευθέως είπα την κρίση μου. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω ανθρώπους που έχουν διακονίσει τη δικαιοσύνη, να μην ξέρουν να ερμηνεύσουν ένα άρθρο.[..] Είπα την κρίση μου, αυτή είναι η κρίση μου, ξέρω πολύ καλά τι λέω.
Την κρίση μου την εκτιμούν οι άλλοι." Κ.ς: "Ο κ. Κ.ς μιλάει με κρίσεις και όχι με γεγονότα". Κ.ς: "Βάλατε στη σύνθεση τον άνθρωπο που εξήρεσα. Το ξέρετε;" Κ.ς: "Δεν έχω άλλον δικαστή", Κ.ς: "Δεν έχετε; Τον δικαστή τον κ. Παπαγγελόπουλο γιατί τον εξαφανίσατε;" Κ.ς: "Δεν τον εξαφάνισα εγώ. Εγώ δεν εξαφανίζω.." Κ.ς: "Τι κάνατε;
Όλες τις δίκες τις κάνατε με τον κ.Ζ.. Τι είσαστε; Δίδυμο; [..] Εμένα με νοιάζει ο τρόπος που σας επέλεξαν. Πείτε ποιος σας επέλεξε. Πως μπήκατε ως δικαστής στην 'Ενωση;" Κ.ς: "κ. Κ., με πρότεινε ο κ. Π. Θεοδωρίδης. Και πού τον εξυπηρέτησα τον κ. Θεοδωρίδη; Πείτε μου μία". Κ.ς: "Και να μου πείτε, αφού σας πρότεινε ο κ. Θεοδωρίδης, γιατί δικάσατε την υπόθεση του ..., που είναι κόντρα Πανσερραϊκό;", Κ.ς: "Τι σχέση έχει αυτό τώρα;" Κ.ς: "Τι σχέση έχει, υποβιβάσατε τον Λεβαδειακό, ανεβαίνει ο Πανσερραϊκός ή η Λάρισα".[..] Θ.ς: "τον αδικείτε κ.
Κ.. Ο κ. Κ.ς αθώωσε τη Δόξα Δράμας". Κ.ς: "Όχι, ο κ. Ζ. την αθώωσε". Κ.ς: "Το σκεπτικό το διαβάσατε (της απόφασης για τη Δόξα Δράμας);" Κ.ς: "Ποιο σκεπτικό; Μόνο της Π.ς δημοσιεύσατε. Το κατάπτυστο σκεπτικό".["Super market το έχετε κάνει".[..] "Εσείς ασκήσατε τη δίωξη, βάλατε τον εαυτό σας Εισηγητή και τον εαυτό σας Πρόεδρο. Γιατί το κάνατε αυτό;" Κ.ς: "Βεβαίως.
Γιατί ήταν σοβαρή. Γιατί ήξερα ότι θα αντιμετωπίσω εσάς". Κ.ς: "Τι ξέρατε; Και τι είμαι εγώ, δεν κατάλαβα; Και γιατί δεν εξαιρεθήκατε αφού ξέρατε ότι θα αντιμετωπίσετε εμένα, δεν αφήσατε τον κ. Ζάμπρα να δικάσει;" Κ.ς: "Γιατί είμαι γενναίος", Κ.ς: "Γενναίος γιατί; Προκατειλημμένος είστε; Δεν κατάλαβα κ. Κ., προκατειλημμένος είστε;" Κ.ς: "Για το Λεβαδειακό που λέτε τώρα, εσείς προσπαθήσατε να τον απαλλάξετε".[..] Κ.ς: "Ακούστε κάτι κ.
Κ.. Υποχείρια όλοι σας, αυτών που σας έβαλαν είστε". Κ.ς; "Δεν θέλω να σας χαρακτηρίσω κ. Κ.".[..] Κ.ς: "Εμένα, μπορείτε να μου πείτε για ποιο λόγο ασκήσατε την πειθαρχική δίωξη στην Π. χωρίς να έχετε δικαίωμα;" Κ.ς: "Γιατί έπρεπε κ. Κ.. Γιατί ήσασταν δωροδόκος κ. Κ..[..] Δωροδοκήσατε". [..] Κ.ς: "Έτσι, τέτοιος είσαι. Είσαι εσύ Δικαστής και Εισαγγελέας;
Με τέτοιο ήθος βγαίνεις και στην τηλεόραση; Πρώτη φορά. Υπάρχει στα παγκόσμια χρονικά στην Ελλάδα έχει ξαναβγεί τέτοιος άνθρωπος να μιλάει σαν κι εσένα; Επιτέλους βγήκες και σε καταλάβανε". Η] Τέλος, στις 13-10-2011 ο εναγόμενος μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό "sport fm Πάτρας 96,3" δήλωσε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Είναι νομικά εντελώς αστήριχτη αυτή η επιλογή, [..] Θέλω να σας πω ευθέως, ο κ.
Κ.ς, συγκριτικά με τον κ. Φάκο και τον κ. Αντωνακάκη είναι αντεισαγγελέας για τα τσιγάρα! Μην θίγετε τους πιο αξιόπιστούς εισαγγελείς του Αρείου Πάγου και βάζετε στον ίδιο παρονομαστή και με το ίδιο ειδικό βάρος έναν αντεισαγγελέα που ήταν για τα τσιγάρα και ο οποίος ήταν γεμάτος πειθαρχικά...". Ο εναγόμενος αρνούμενος την αγωγή σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στην έφεσή του διώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προέβαλε τους εξής ισχυρισμούς:
Ότι ο άνω Π. Σ.ς υπήρξε επί εξαετία γενικός αρχηγός της ΠΑΕ Ηλιούπολης ιδιοκτησίας Γ. Τσακογιάννη και ακολούθως της Π. Π. Γ.Ε 2005 μέχρι τις αρχές τον 2009, οπότε και αποχώρησε και ότι το 2010, όταν ο ίδιος αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της Π. Π. επαναπροσέλαβε τον ανωτέρω. Ότι κατόπιν προανάκρισης που διενεργήθηκε από το Τμήμα 3ο της Δίωξης Εκβιαστών της Διεύθ/νσης Ασφαλείας Αττικής κατ' άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ υποβλήθηκε προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών η υπ' αριθμ.
πρωτ. 1053/3/11-α/11.7.2011 δικογραφία κατά τον άνω Γ. Τσακογιάννη, των Χ. Κανελλάκη, Ι. Παπαδόπουλου και άλλων κατηγορουμένων για τα αποδιδόμενα σε αυτούς, μεταξύ άλλων, αδικήματα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, εκβίασης, απάτης, ενεργητικής δωροδοκίας για αλλοίωση αποτελέσματος ποδοσφαιρικού αγώνα τα οποία αποδόθηκαν συνοπτικά με τον όρο "στημένοι αγώνες", πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω διαβιβαστικού εγγράφου γίνεται σε αυτό μνεία των καταγγελιών του εναγομένου σχετικά με την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων.
Ότι κατόπιν της από 23.9.2010 (Π 2010/19) παραγγελίας της Προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Π. Παπανδρέου προς διερεύνηση τέλεσης τυχόν αξιόποινων πράξεων με αφορμή δημοσιεύματα εφημερίδων για ύποπτους ποδοσφαιρικούς αγώνες.
Ότι η ανωτέρω εισαγγελική λειτουργός μετά την διενεργηθείσα έρευνα συνέταξε το από 21.6.2011 πόρισμά της με βάση το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά, μεταξύ άλλων, των Α. Μ., Γ. Τσακογιάννη, Ι. Παπαδόπουλου, Χ. Ψωμιάδη και Στ. Ψωμιάδη για α) συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων (εκβίασης και απάτης), β) δωροδοκία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα, γ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δ) παράβαση του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 Ν. 2433/1996 περί δελτίων στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης (παράνομο στοίχημα) και άλλα αδικήματα.
Ότι εν τέλει, οι ανωτέρω Α. Μπέος, Γ. Τσακογιάννηςκαι άλλοι 83 κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον τον Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στην οποία ο ίδιος θα εξεταστεί ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Ότι στις 19.7.2011 ο ίδιος (εναγόμενος) εξετάστηκε ως μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής της Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β' και Γ' Εθνικής Κατηγορίας με πειθαρχικά ελεγχόμενους τον άνω Γεώργιο Τσακογιάννη και τους συνεργούς του και κατέθεσε για την υπόθεση των στημένων αγώνων και ότι επρόκειτο να εξετασθεί κατόπιν αναβολής στις 28.7.2011 ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής της Super League με κατηγορουμένους τους Αχιλλέα Μπέο και Μάκη Ψωμιάδη.
Ότι την επομένη της άνω εξέτασής του, δηλαδή στις 20.7.2011 δημοσιεύονται στις εφημερίδες "ΦΙΛΑΘΛΟΣ" και "SPORTDAY" δηλώσεις του μάνατζερ ποδοσφαιριστών Αγγέλου Τραυλού ότι έχει συλλέξει στοιχεία περί εμπλοκής του εναγομένου σε στημένους αγώνες, εναντίον δε του Α. Τραυλού ασκήθηκε ποινική δίωξη με βάση το ως άνω από 21.6.2011 πόρισμα για δωροδοκία και δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα.
Ότι η επίμαχη συνομιλία μεταξύ των Π. Σ. και Ε. Κ., που αποτέλεσε την αιτία για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του ίδιου, δημοσιοποιήθηκε στις 24.7. 2011, δηλαδή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την υποβολή της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. πρωτ. 1053/3/11-α/11.7.20 προανακριτικής δικογραφίας κατά των Γ. Τσακογιάννη, Χ.
Κανελλάκη κ.λ.π. στον Εισαγγελέα Πλημ/ών Αθηνών και την υποβολή του ανωτέρω από 21.6. 2011 πορίσματος της άνω Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Π. Παπανδρέου που (αμφότερες) αφορούσαν τη λεγόμενη ποινική υπόθεση των "στημένων αγώνων" και μετά τις άνω δηλώσεις του μάνατζερ Αγγέλου Τραυλού που είχε προαναγγείλει την δήθεν εμπλοκή και του εναγομένου στους "στημένους αγώνες".
Ότι στην ποινική αυτή υπόθεση αυτή ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο ίδιος (εναγόμενος) ο οποίος είχε καταγγείλει την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης στο χώρο τον ποδοσφαίρου η οποία επιδίωκε την αλλοίωση των αποτελεσμάτων των ποδοσφαιρικών αγώνων, ώστε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Ότι με την υπ' αριθμ.
εμπ. πρωτ. 1027/ 27.7.2011 διάταξη τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τέθηκε κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 και 2 τον Ν. 2928/2001 ο ίδιος σε καθεστώς προστασίας μάρτυρα, επειδή ακριβώς κρίθηκε ότι είναι ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας στην παραπάνω ποινική υπόθεση για τους "στημένους αγώνες". Ότι η ενδεχόμενη καταδίκη του εναγόμενου για την αποδιδόμενη σε αυτόν πειθαρχική παράβαση της δωροδοκίας καθιστούσε τον ίδιο αναξιόπιστο μάρτυρα στην υπόθεση των "στημένων αγώνων", αφού θα εμφανιζόταν να καταλογίζει στους άλλους παράνομες πράξεις τις οποίες δεν διστάζει να διαπράξει και ο ίδιος.
Ότι ο άνω Π. Σ.ς που κατ' ουσίαν κατήγγειλε τον εαυτό του για δωροδοκία ήταν το "δεξί χέρι" του Κ. Τσακογιάννη, καθώς είχε διατελέσει γενικός αρχηγός της ΠΑΕ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ ιδιοκτησίας Γ. Τσακογιάννη. Ότι δεδομένου ότι είχε την πεποίθηση ότι είχε μεθοδευτεί η καταγραφή της άνω συνομιλίας από τον ιθύνοντα νου της παραπάνω εγκληματικής οργάνωσης, Γ.
Τσακογιάννη, τον οποίο είχε καταγγείλει ο ίδιος (εναγόμενος) και ο οποίος συνδεόταν κατά τα ανωτέρω με τον Π. Σ., ώστε να εξουδετερωθεί ο ίδιος (εναγόμενος) ως μάρτυρας στην υπόθεση των στημένων αγώνων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναντίον του ιδίου (εναγομένου) ως άνω κατηγορία ήταν αβάσιμη, αφού εν τέλει απαλλάχθηκε αμετάκλητα τόσο στο πλαίσιο της πειθαρχικής όσο και της ποινικής δίκης είχε λόγους να αμφιβάλει για την αμεροληψία και την ακεραιότητα των μελών της πρωτοβάθμιας επιτροπής που εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική σε βάρος του απόφαση.
Ότι τρανή απόδειξη ότι η άνω συνομιλία Π. Σ. και Μ. Κ. ήταν "κατασκευασμένη" ιστορία από εκείνους που εμπλέκονταν στην υπόθεση των στημένων αγώνων είναι το γεγονός της γνώσης της συνομιλίας αυτής από τους Άγγελο Τραυλό και Νίκο Τζώρτζογλου, Πρόεδρο της ΕΠΣ Ηρακλείου, προτού αυτή δημοσιοποιηθεί. Ότι ειδικότερα την επόμενη ημέρα της καταθέσεως του ιδίου (εναγόμενου) ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής για την άνω υπόθεση των στημένων αγώνων και μετά την κατάθεσή του για τις συνθήκες ανόδου στην Super League του Εργοτέλη, Πρόεδρος τον οποίου ήταν ο άνω Νίκος Τζώρτζογλου, εστάλη στις 1.10.2011 γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνό του (εναγομένου) "..Και να σκεφτείς ότι προχθές με το θέμα τον φίλου σου Κ.
εγώ ήμουν εντάξει" και αμέσως κάλεσε τον σχετικό αριθμό και ρώτησε, εάν αποστολέας ήταν ο Ν. Τζώρτζογλου, ο οποίος απαντώντας στην ερώτησή τον τον απείλησε και ακολούθως ο εναγόμενος υπέβαλε εναντίον του μήνυση για απειλή και εκβίαση και από το περιεχόμενο του άνω γραπτού μηνύματος σε συνδυασμό με την από 22.7.2011 δήλωση του Ν.
Τζώρτζογλου ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης της ΕΠΟ "έχει και ο Κ.ς το σουξεδάκι του θα το δείτε σε λίγες μέρες" προκύπτει η συμμετοχή του Ν. Τζώρτζογλου στην προσπάθεια εξόντωσής του, αφού ο τελευταίος στις 22.7.2011 αναφερόταν στην κασέτα όπου είχε καταγραφεί η πραγματοποιηθείσα συνομιλία Π. Σ. και Μ. Κ. και η οποία ακόμη δεν είχε δημοσιοποιηθεί.
Ότι δεν είχε κανένα λόγο να προσφέρει χρήματα στην ομάδα του Ολυμπιακού Χερσονήσου, αφού αυτή είχε ήδη υποβιβαστεί και δεν είχε κερδίσει κανέναν αντίπαλο τους τελευταίους μήνες. Ότι ο άνω Π. Σ.ς περιέπεσε σε κραυγαλέες αντιφάσεις κατά την εξιστόρηση των περιστατικών ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής και ότι οι σχέσεις του ιδίου (εναγομένου) ήταν κάκιστες με την εν λόγω ομάδα του Ολυμπιακού Χερσονήσου.
Ότι ο ενάγων διορισμένος στην Ένωση με απόφαση των μελών του Δ.Σ. της ΕΠΟ που αποτελείται, μεταξύ άλλων και από Προέδρους εμπλεκόμενους με βάση το άνω από 21.6.2011 πόρισμα της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Π. Παπανδρέου στην ποινική υπόθεση των στημένων αγώνων στηριζόμενος σε μία ψευδή καταγγελία τον κάλεσε σε απολογία και τον καταδίκασε κατά πλήρη παραβίαση του Πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο., αφού ο ενάγων δεν ανέμενε την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης από τον Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα αλλά παρανόμως άσκησε ο ίδιος πειθαρχική δίωξη εναντίον του.
Ότι αντιθέτως ο ενάγων δεν κάλεσε σε απολογία από τον Ιούνιο του 2011 καμία ομάδα και κανένα φυσικό πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα στους στημένους αγώνες σύμφωνα με το άνω πόρισμα και ότι δεν μπορούσε να μείνει αδρανής, αφού ο ενάγων παραβίαζε το νόμο, όπως ο ίδιος θεωρούσε. Ότι, περαιτέρω, όφειλε να ενημερώσει το φίλαθλο κόσμο για τα όσα πραγματικά συνέβησαν στην υπόθεση της δωροδοκίας και να αποκαλύψει τα κίνητρα και τις σκοπιμότητες που κρύβονταν πίσω από αυτήν, καθώς και να αναδείξει τις κατά τη γνώμη του ακραία παράνομες ενέργειες του ενάγοντος που συνέβαλαν στη νομιμοποίηση των παράνομων ενεργειών της εγκληματικής οργάνωσης προσδίδοντας σε αυτές το μανδύα απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής.
Ότι, όπως όφειλε, άσκησε κριτική με οξείς και δυσμενείς χαρακτηρισμούς, προκειμένου να αποκαλύψει στο φίλαθλο κόσμο την προσπάθεια της εγκληματικής οργάνωσης να τον "εξουδετερώσει" ως μάρτυρα και να εξασφαλίσει την ατιμωρησία των μελών της λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσιοποίηση της επίμαχης συνομιλίας έλαβε χώρα μόλις πέντε ημέρες μετά την κατάθεσή του ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής και έτσι κατέστη ο ίδιος καταγγελόμενος για δωροδοκία.
Ότι ο ενάγων παρέλειψε να καλέσει σε απολογία την ομάδα της ΠΑΕ Ολυμπιακού Χερσονήσου που δήθεν ο ίδιος δωροδόκησε και τον Πρόεδρο αυτής. Ότι ο ενάγων δεν του παρέδωσε τα πλήρη χειρόγραφα πρακτικά που τήρησε ο γραμματέας Αθανάσιος Γεωργόπουλος κατά την επίμαχη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου αλλά ούτε αντίγραφο της απομαγνητοφώνησης της διαδικασίας κατά την επίμαχη συνεδρίαση της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής, ώστε να αναδειχθούν οι αντιφάσεις του Π.
Σ.. Ότι η εκδοθείσα επίμαχη απόφαση έπασχε από πολλαπλή ακυρότητα, αφού πρώτον εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε χωρίς προηγουμένως να κινηθεί η ποινική δίωξη από τον Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα, δεύτερον επειδή έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο την συνομιλία Π. Σ.-Μ. Κ. που ήταν προϊόν παγίδευσης κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 177 ΚΠοινΔ και τρίτον η εν λόγω απόφαση παρέλειψε να προβεί σε αξιολογική στάθμιση της από 9.9.2011 τεχνικής έκθεσης τον Δ.
Χατζηαναστασίου σχετικά με τη άνω συνομιλία που ο εναγόμενος είχε προσκομίσει αλλά προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων. Ότι ο ενάγων ανέχθηκε τη συμμετοχή στη σύνθεση της άνω Επιτροπής που εξέδωσε την επίμαχη σε βάρος του απόφαση του Χαρίλαου Ζ. εναντίον τον οποίου είχε υποβάλει την από 27.6.2011 αίτηση εξαίρεσης και ο οποίος είχε παραπέμψει τον εναγόμενο ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής Β' και Γ' Εθνικής κατηγορίας στο πλαίσιο έρευνας που διεξήγαγε με αφορμή την καταγγελία που είχε υποβάλει ο Αχιλλέας Μπέος για το αδίκημα της δυσφημήσεως τον ποδοσφαίρου.
Ότι ειδικότερα κατόπιν σχετικής (από 20.12.2012) παραγγελίας της Προϊσταμένης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ο τότε Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Α. Κορέας διενήργησε προκαταρκτική έρευνα για την τυχόν τέλεση αυτεπαγγέλτως διωκόμενων πράξεων αναφορικά με την κατάρτιση των πινάκων διαιτητών και παρατηρητών ποδοσφαίρου από την Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας της ΕΠΟ για την περίοδο 2012-2013 στο πλαίσιο της οποίας εξετάστηκε και ο ίδιος.
Ότι μετά την περάτωση της έρευνας ο άνω Εισαγγελέας υπέβαλε το από 4.1. 2014 πόρισμά του με βάση το οποίο προέκυψαν ισχυρές ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης για την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης στην ΕΠΟ, τα μέλη της οποίας δεν επιλέγουν τους διαιτητές με αξιοκρατικά κριτήρια αλλά διαπράττουν μεταξύ άλλων δωροδοκίες για την αλλοίωση αποτελεσμάτων αγώνων και εκβιάσεις.
Ότι με βάση το παραπάνω πόρισμα προτείνεται και η παραπομπή τεσσάρων διαιτητών για το κακούργημα του άρθρου 132 ν. 2725/1999 συνιστάμενο στο ότι αλλοίωσαν το αποτέλεσμα ισάριθμων αγώνων της Π. Π.. Ότι περαιτέρω, με βάση το παραπάνω πόρισμα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά των άνω μελών της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Χ.
Ζ. και Ι. Π. για την πράξη της από κοινού δωροδοκίας-δωροληψίας για την αλλοίωση αποτελέσματος αγώνος που περιλαμβάνεται σε στοιχηματικές διοργανώσεις από την οποία επιτεύχθηκε ο σκοπός που επεδίωκε ο δράστης (άρθρ. 45 ΠΚ και 132 παρ.1 και 4 Ν 2725/1999). Ότι α) οι χαρακτηρισμοί του στην άνω υπό στοιχείο Α ανακοίνωση "επίορκοι, ανέντιμοι, παλιάνθρωποι" απευθύνονται στα μέλη της άνω εγκληματικής οργάνωσης β) οι φράσεις του στις υπό στοιχείο Β δηλώσεις του "η απόφαση δείχνει βρώμικα πράγματα" δεν αναφέρεται στην απόφαση καθ' εαυτή και "το ξεψύχισμα ενός βρώμικου κατεστημένου" δεν απευθύνεται στα μέλη της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής αλλά αποκλειστικά στα μέλη της άνω εγκληματικής οργάνωσης που με τα ψευδή στοιχεία που δημιούργησαν περί δωροδοκίας οδήγησαν την Επιτροπή στην έκδοση της επίμαχης απόφασης και γ) οι χαρακτηρισμοί "παλιάνθρωποι, στημένοι βρωμιάρηδες" στην υπό στοιχείο Ζ τηλεοπτική συνέντευξή του στο ΣΚΑΙ απευθύνονται ομοίως στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης.
Ότι με βάση τα παραπάνω είχε πλείστους λόγους όχι μόνο να αμφιβάλλει για την αξιοπιστία και την αμεροληψία των μελών της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής που εξέδωσε την επίμαχη εσφαλμένη απόφαση αλλά να έχει την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι τα μέλη του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου είχαν μεροληπτική μεταχείριση σε βάρος του και με τον τρόπο που ενήργησαν στη συγκεκριμένη υπόθεση εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της εγκληματικής οργάνωσης.
Ότι η μεροληψία του ενάγοντος έναντι του αποκαλύπτεται και από τις ως άνω απαντήσεις που έδωσε ο ενάγων σε σχετικές ερωτήσεις του εναγομένου στις 11-10-2011 στην προαναφερθείσα εκπομπή "ΔΙΚΗ" τον τηλεοπτικού σταθμού "ΣΚΑΪ" την οποία συντόνιζε ο δημοσιογράφος Κυριάκος Θ.ς και ειδικότερα όταν τον ρώτησε "Εσείς ασκήσατε τη δίωξη, βάλατε τον εαυτό σας Εισηγητή και τον εαυτό σας Πρόεδρο.
Γιατί το κάνατε αυτό;" ο ενάγων απάντησε "Βεβαίως. Γιατί ήταν σοβαρή. Γιατί ήξερα ότι θα αντιμετωπίσω εσάς" και όταν τον ρώτησε "μπορείτε να μου πείτε για ποιο λόγο ασκήσατε την πειθαρχική δίωξη στην Π. χωρίς να έχετε δικαίωμα;" ο ενάγων απάντησε "Γιατί έπρεπε κ. Κ.. Γιατί ήσασταν δωροδόκος κ. Κ..[. .1 Δωροδοκήσατε".
Επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων λεκτέα τα εξής: Ο εναγόμενος με τους διαλαμβανόμενους στην άνω υπό στοιχείο (Β) από 6.10.2011 δήλωσή του στο ραδιοφωνικό σταθμό "ΝοναΣΠΟΡ FΜ" ισχυρισμούς που στρέφονται ευθέως κατά των μελών της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής της Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β' και Γ' Εθνικής Κατηγορίας που εξέδωσε την επίμαχη απόφαση εμφανίζει τον ενάγοντα, που προήδρευσε αυτής κατά την κρίσιμη συνεδρίαση, να αποτελεί μέλος ενός (βρώμικου) κατεστημένου που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα και με προσωπική του εισήγηση για πρώτη φορά να εκδίδεται η ανωτέρω επίμαχη απόφαση και να συμμετέχει σε μία σκευωρία που εξυφάνθηκε σε βάρος τον εναγομένου, δηλαδή εμφανίζει το ενάγοντα να προβαίνει σε δόλιες ενέργειες, για να υπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς που πραγματώθηκαν με την έκδοση της παραπάνω εκδοθείσας σε βάρος του εναγομένου και της ομάδας του απόφασης και συνεπώς, πρόκειται για γεγονότα που σχετίζονται ευθέως με το πρόσωπο του ενάγοντος.
Με τις παραπάνω υπό στοιχείο (Γ) από 6.10.2011 δηλώσεις του στον ιστότοπο "Sports Ioannina" ο εναγόμενος επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν τις ανωτέρω υπό στοιχείο (Β) δηλώσεις του κάνοντας χρήση εν μέρει διαφορετικής φρασεολογίαw "γνώριζα από πριν τις βρώμικες σχέσεις των μελών της Επιτροπής με τον κατηγορούμενο" και ταυτόχρονα προσθέτει νέα περιστατικά συνιστάμενα στο ότι ο ενάγων τον παραπλάνησε "με αποκοίμισε ο πρόεδρος" εννοώντας με τη φράση αυτή ότι ο ενάγων τον καθησύχασε παραπλανητικά ότι δεν συνδέεται με τα κακώς κείμενα του ποδοσφαίρου (βρώμικες σχέσεις μελών με κατηγορούμενο για κακουργήματα).
Με την προεκτεθείσα υπό στοιχείο (Δ') από 7.10.2011 δήλωσή του ο εναγόμενος αναφέρεται σε γεγονότα εννοώντας σαφώς ότι η απόφαση που εξέδωσε η Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή στην οποία ο ενάγων συμμετείχε δεν ελήφθη κατόπιν αντικειμενικής προσέγγισης και επεξεργασίας της υποθέσεως, αφού η εν λόγω απόφαση εξυπηρετεί, όπως δήλωσε, σκοπιμότητες και ειδικότερα απέβλεψε στην εξουδετέρωση του ιδίου (εναγομένου) ως μάρτυρα στην προαναφερθείσα ερευνώμενη κατά το χρόνο εκείνο υπόθεση των "στημένων αγώνων", δηλαδή του αποδίδει τη μομφή ότι διά της εκδόσεως της επίμαχης σε βάρος του (εναγομένου) αποφάσεως ο ενάγων επιδίωκε να αποδυναμωθεί η αξιοπιστία του εναγομένου ως μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση των στημένων αγώνων, ώστε με τον τρόπο αυτό να εξυπηρετήσει τα έκνομα συμφέροντα των κατηγορουμένων στην εν λόγω υπόθεση, ισχυρισμός που εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος, αφού εμφανίζει τον ενάγοντα να υπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα.
Έτσι, από το περιεχόμενο των παραπάνω δηλώσεων του εναγομένου προκύπτει ότι βασικός ισχυρισμός του είναι ότι ο ενάγων συνδέεται με τα κακώς κείμενα του ελληνικού ποδοσφαίρου και εξυπηρετεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλους του άνω πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου τα έκνομα συμφέροντά του, όπως προκύπτει από τις αναφορές του εναγομένου σε "βρώμικο κατεστημένο, βρώμικες σχέσεις, κατάπτυστη απόφαση, η απόφαση κρύβει σκοπιμότητες".
Όλα τα παραπάνω διαλαμβανόμενα στους ισχυρισμούς του εναγομένου περιστατικά είναι εν γνώσει του ψευδή κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι από το περιεχόμενο της άνω υπό στοιχείο Γ δήλωσης προκύπτει εναργώς ότι οι αποδιδόμενες στον ενάγοντα αρνητικές ιδιότητες του χαρακτήρα τον "είναι μία κατάπτυστη απόφαση που εξέδωσαν ανέντιμοι και ανήθικοι άνθρωποι το σκεπτικό κατάπτυστο...
είναι για ανθρώπους με λοβοτομή ... παλιάνθρωποι που χωρίς ίχνος ηθικής εξέδωσαν την απόφαση.." συνιστούν συκοφαντικό ισχυρισμό κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη στο μέτρο που προσδιορίζουν την ποιοτική και ποσοτική βαρύτητα των ψευδών περιστατικών περί βρώμικων σχέσεων του ενάγοντος και περί του ότι ο εναγών παραπλάνησε κατά τα εκτεθέντα τον εναγόμενο.
Η φράση του εναγομένου στην άνω υπό στοιχείο Β δήλωσή του "Η απόφαση δείχνει..βρώμικα πράγματα... Είναι (εννοείται η απόφαση) Το ξεψύχισμα ενός βρώμικου κατεστημένου... δεν έμεινε σκευωρία σε βάθος χρόνου" ευθέως στρέφεται και κατά του ενάγοντος, αφού ο εναγόμενος με βάση την αλληλουχία των ισχυρισμών του εμφανίζει τον ενάγοντα να συνδέεται με το διεφθαρμένο κατεστημένο στο χώρο του ποδοσφαίρου που ο εναγόμενος κατήγγειλε και να υπηρετεί τα συμφέροντα αυτού συμμετέχοντας σε μία σκευωρία αποκορύφωμα της οποίας είναι η έκδοση της επίμαχης αποφάσεως κατά τα εκτεθέντα απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου ότι με τις φράσεις του αυτές αναφέρεται μόνο σε αυτούς που εμπλέκονται στην υπόθεση των στημένων αγώνων.
Οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί του εναγομένου με τους οποίους επιχειρεί να αντικρούσει τον συκοφαντικό χαρακτήρα των ανωτέρω υπό στοιχεία Β, Γ και Δ δηλώσεών του είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού αποδεικνύεται ότι γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του για τούς παρακάτω λόγους. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν προέκυψε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σύνδεση του ενάγοντος με τους εμπλεκόμενους στην περιγραφείσα υπόθεση των "στημένων αγώνων", ώστε τυχόν να δικαιολογείται η δημιουργία της πεποίθησης στον ενάγοντα περί της αλήθειας των άνω συκοφαντικών δηλώσεών τον ή έστω ύπαρξης αμφιβολιών για την αναλήθεια αυτών.
Ο εναγόμενος προς απόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του προσκομίζει, μεταξύ άλλων, μετ' επικλήσεως το ως άνω από 4.12.2014 πόρισμα του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Α. Κορέα που συνέταξε μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως επί της δικογραφίας με ΑΒΜ Ω 2012/176 στην οποία συσχετίστηκαν οι δικογραφίες με ΑΒΜ:
Ω 2012-67 ΚΑΙ Ω 2012-70. Όμως, στο εν λόγω πόρισμα ουδεμία αναφορά γίνεται στο πρόσωπο του ενάγοντος αλλά μόνο στο πρόσωπο των Χ. Ζ. και Ι. Π., δηλαδή των λοιπών μελών της ως άνω Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής κατά των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της από κοινού δωροδοκίας-δωροληψίας για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα που περιλαμβάνεται σε στοιχηματικές διοργανώσεις και συγκεκριμένα του αγώνα ΕΘΝΙΚΟΣ ΖΑΓΩΡΟΥ-ΠΑΕ ΤΥΡΝΑΒΟΣ 2005 σε σχέση με τις αποφάσεις που εξέδωσαν ως μέλη της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής υπό την Προεδρία του Ελευθέριου Ζάμπρα και στο πλαίσιο της κυρίας ανάκρισης σε βάρος του πρώτου εξ αυτών Χ.
Ζ. επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο. Οι άνω επιλήψιμες πράξεις που φέρονται ότι διέπραξαν τα παραπάνω μέλη της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής στο πλαίσιο της εκδίκασης όχι της επίμαχης αλλά άλλης υπόθεσης και οι οποίες διαπιστώθηκαν μεταγενέστερα ασφαλώς δεν ενισχύουν ούτε δικαιολογούν ούτε μπορούν να αποτελέσουν θεμιτό επιχείρημα για την ύπαρξη αμφιβολιών περί της αναλήθειας και πολύ περισσότερο για τη δημιουργία στον εναγόμενο της δικαιολογημένης, όπως ισχυρίζεται, πεποίθησής του για την βασιμότητα των παραπάνω υπό Β, Γ και Δ συκοφαντικών ισχυρισμών του σε βάρος του ενάγοντος, διότι στην αντίθετη περίπτωση η αξιοπρέπεια που δικαιούται να απολαύει ο ενάγων και κάθε εν γένει πρόσωπο θα υπόκειτο ανεπίτρεπτα σε τυχαίους καθορισμούς συναρτώμενους με την εν γένει συμπεριφορά άλλων προσώπων και στην προκειμένη περίπτωση των άνω λοιπών μελών της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής στην επίμαχη συνεδρίαση της οποίας προήδρευε ο ενάγων.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι τα λοιπά μέλη της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής άσκησαν κατά τρόπο επιλήψιμο τα καθήκοντά τους στην επίμαχη υπόθεση. Τον συκοφαντικό εν γνώσει του εναγομένου χαρακτήρα των παραπάνω υπό Β, Γ και Δ συκοφαντικών ισχυρισμών του επιβεβαιώνει ο μάρτυρας Παναγιώτης Γ., Επίτιμος Εισαγγελέας Εφετών, στην ως άνω προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. 4736/2017 ένορκη βεβαίωσή του ο οποίος αναφέρει ότι είναι απόλυτα βέβαιος ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των συκοφαντικών ισχυρισμών του αλλά σκοπίμως διέσυρε τον ενάγοντα, προκειμένου να πλήξει καίρια την αξιοπιστία και το κύρος ενός πρώην Εισαγγελικού Λειτουργού και μετέπειτα Προέδρου του άνω Πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, δεδομένου ότι δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του ενάγοντος αλλά επιδίωκε να παραπλανήσει την αθλητική κοινή γνώμη και να πείσει ότι η απόφαση δεν ήταν προϊόν αμερόληπτης και δίκαιης κρίσης αλλά προϊόν αθέμιτων συναλλαγών και χρηματισμού των μελών της επιτροπής, καθώς και ότι ο ίδιος και η Π.
Π. ήταν θύματα σκοτεινών και εγκληματικών συμμοριών και εγκληματιών με τους οποίους δήθεν ο ενάγων συνωμότησε, για να βλάψουν τον εναγόμενο. Καθόσον αφορά στο ήθος και την επαγγελματική διαδρομή του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι η σταδιοδρομία του στο εισαγγελικό σώμα ήταν εξαιρετική και άμεμπτη, η εντιμότητά του ουδέποτε αμφισβητήθηκε και έχαιρε της μεγάλης εκτίμησης των συναδέλφων του, όπως βεβαιώνουν μετά λόγου γνώσεως οι μάρτυρες Στυλιανός Γκρόζος και (άνω) Παναγιώτης Γ.
επίτιμος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγού και επίτιμος Εισαγγελέας Εφετών στις ως άνω προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα με αριθμ. 2105/2014 και 4736/2017 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, καθώς και ο επίτιμος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον τον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Τα θετικά αυτά γνωρίσματα της προσωπικότητας του ενάγοντος επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας Γ. Καλφέλης, καθηγητής της Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην ως άνω με αριθμ. 559/2015 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων είναι ιδιαίτερα καταρτισμένος νομικός ο οποίος κατά την άσκηση του λειτουργήματος του επέδειξε υψηλό υπηρεσιακό και κοινωνικό ήθος και τίμησε το εισαγγελικό σώμα διευκρινίζοντας ότι η μαρτυρία του αυτή είναι διαπίστωση τόσο προσωπική τον όσο και συναδέλφων του καθηγητών.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της εξετασθείσας επιμελεία του εναγομένου μάρτυρος Βασιλικής Πανταζή, δικηγόρου, η οποία κατέθεσε ότι μετά την εκδίκαση της επίμαχης υπόθεσης επισκεπτόταν επί τέσσερεις μέρες το γραφείο του ενάγοντος ζητώντας τα πρακτικά της συνεδρίασης και εν τέλει της δόθηκαν πρακτικά άλλης υπόθεσης που δικάστηκε την ίδια ημέρα ότι ζήτησε από το γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου να της δώσει την κασέτα στην οποία ηχογραφήθηκαν τα πρακτικά και της είπε όχι χάθηκε το μηχάνημα και ότι απέστειλε εξώδικο και ζήτησε τα πρακτικά και την επομένη πληροφορήθηκε ότι απολύθηκε ο γραμματέας και ότι εν τέλει της δόθηκαν τα πρακτικά τα οποία αναφέρονται σε άλλη υπόθεση και ότι ο Πρόεδρος τη Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ζήτησε τα πρακτικά και τότε ο ενάγων έστειλε τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, πλην όμως και πάλι τα πρακτικά που έλαβε από τη δευτεροβάθμια Επιτροπή αφορούν σε άλλη υπόθεση.
Και αυτό, διότι από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων με αριθμ. 309/2011 πρακτικών της επίμαχης συνεδρίασης της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής προκύπτει μεν ότι σε αυτά περιλαμβάνονται ερωτοαπαντήσεις που σχετίζονται με άλλη υπόθεση για την οποία καταθέτει ο εναγόμενος ο οποίος με τις προτάσεις του διευκρινίζει ότι πρόκειται για την υπόθεση της πλαστής φορολογικής ενημερότητας με εγκαλούμενο τον Αναστάσιο Χριστακόπουλο, όμως τμήμα των πρακτικών αυτών αφορά και στην προκειμένη υπόθεση της δωροδοκίας (βλ.
κατάθεση μάρτυρα Λυμπερόπουλου και εναγομένου: "Δεν έμεινε καθόλου μόνος του ο κος Κ.ς με τον κο Σ.") και συνακόλουθα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια η κατάθεση της άνω μάρτυρος ότι τα εν λόγω πρακτικά δεν αφορούσαν την συγκεκριμένη υπόθεση. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι ο εναγόμενος αβάσιμα παραπονείται για το γεγονός ότι ο ενάγων δεν κάλεσε σε απολογία την Ομάδα Ολυμπιακού Χερσονήσου με την οποία διεξήχθη ο επίμαχος ποδοσφαιρικός αγώνας, διότι αυτή είχε υποβιβαστεί στην Δ κατηγορία η οποία είναι ερασιτεχνική και όχι επαγγελματική και έτσι κατά την κείμενη αθλητική νομοθεσία ο ενάγων υπό την ιδιότητα του Προέδρου της άνω Επιτροπής δεν είχε αρμοδιότητα να ασκήσει πειθαρχική δίωξη εναντίον της.
Ενόψει των εκτεθέντων το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των παραπάνω με στοιχεία Β. Γ και Δ συκοφαντικών ισχυρισμών του τους οποίους διατύπωσε με σκοπό να βλάψει την τιμή και υπόληψη τον ενάγοντος. Διότι αφενός, όπως εκτέθηκε, η αδιαμφισβήτητη εντιμότητα του ενάγοντος και η απουσία συνδετικού του στοιχείου με τα μέλη και τις πρακτικές της εγκληματικής οργάνωσης επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τους άνω μάρτυρες του ενάγοντος αλλά και από την άνω μάρτυρα τον εναγόμενον η οποία καταθέτοντας ότι "δεν είπα ποτέ ότι ο κύριος Κ.ς (εναγών) δεν είναι έντιμος άνθρωπος.
Είπα ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση με την Π. λειτούργησε παράνομα" δεν αμφισβήτησε την εντιμότητα του ενάγοντος. Διότι αφετέρου ο παραπάνω μάρτυρας, Παναγιώτης Γ., κατέθεσε ότι είναι απόλυτα βέβαιος ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των συκοφαντικών ισχυρισμών του κατά τα εκτεθέντα και σκοπίμως τον διέσυρε.
Επιπλέον, η διαδικαστική συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλους και Προέδρου του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου που έκρινε την επίμαχη υπόθεση δωροδοκίας ήταν σύννομη. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι οι άνω υπό στοιχείο Β και Γ ψευδείς δηλώσεις του εναγόμενου με τις οποίες καταλογίζεται στον ενάγοντα η ύπαρξη "βρώμικων" σχέσεων με εκείνους που είναι μέλη του διεφθαρμένού κατεστημένου στο ποδόσφαιρο γεγονός που καταδεικνύει την έλλειψη αμεροληψίας του ενάγοντος ως μέλους της άνω Επιτροπής κατά την κρισιολόγηση της επίμαχης υποθέσεως συνιστούν το αδίκημα της απλής δυσφήμησης έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Συναφώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι οι αποδοθέντες στον ενάγοντα ως άνω χαρακτηρισμοί στην υπό στοιχείο (Γ) δήλωση "κατάπτυστη απόφαση που εξέδωσαν ανέντιμοι και ανήθικοι άνθρωποι... .μου διάβασαν το σκεπτικό είναι για ανθρώπους που έχουν κάνει λοβοτομή....το σκεπτικό κατάπτυστο. . .στην επιτροπή συμμετείχαν παλιάνθρωποι χωρίς ίχνος ηθικής μέσα τους" συνιστούν εξύβριση, έσφαλε, αφού είναι συκοφαντικοί κατά τα εκτεθέντα και πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αποφανθεί, εάν τα αναφερόμενα στην ως άνω υπό στοιχείο (Ι) δήλωση του εναγομένου περιστατικά είναι ψευδή εν γνώσει του εναγομένου έσφαλε, αφού δεν αξιολόγησε τον άνω συκοφαντικό ισχυρισμό του εναγόμενου και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος έφεσής του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Στην προαναφερθείσα υπό στοιχείο (Ε) δημοσιευθείσα σε αθλητική εφημερίδα από 8.10.2011 συνέντευξή του ο εναγόμενος αναφέρεται απαξιωτικά και καταφρονητικά στο πρόσωπο του ενάγοντος υπό την ιδιότητά του ως αθλητικού δικαστή αποκαλώντας τον "δήθεν αθλητικό δικαστή" και δηλώνει "Θα δημοσιοποιήσουμε τον ποιόν των δήθεν αθλητικών δικαστών και ποιοι τούς διόρισαν στην υπόθεση της Π.Σ...Την επαγγελματική διαδρομή των κυρίων Ζ.
και Κ." και με τις προτάσεις του (σελ. 54 προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ο εναγόμενος διευκρινίζει ότι με την περικοπή της δήλωσής του "επαγγελματική διαδρομή" εννοεί την άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος του ενάγοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως Εισαγγελέα. Ο εναγόμενος αποσαφηνίζει τους παραπάνω υπαινιγμούς που αφήνει για επιλήψιμη υπηρεσιακή σταδιοδρομία του ενάγοντος ως εισαγγελικού λειτουργού στις ως άνω συναφείς υπό στοιχεία ΣΤ και Η δηλώσεις του με ημερομηνία από 10.10. 2011 και 13.10.2011 αντίστοιχα περί του ότι ο ενάγων έχει διαπράξει πειθαρχικά αδικήματα ως εισαγγελικός λειτουργός οι οποίες, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω είναι εν γνώσει του συκοφαντικές, αφού ο ενάγων είχε άψογη υπηρεσιακή διαδρομή και ουδέν τέτοιας φύσεως αδίκημα διέπραξε.
Συνακόλουθα, οι υπαινιγμοί αυτού του εναγομένου περί επιλήψιμης άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος ως εισαγγελικού λειτουργού τους οποίους ο ίδιος διασαφηνίζει στις μεταγενέστερες κατωτέρω αξιολογούμενες υπό στοιχεία συναφείς ΣΤ και Η δηλώσεις του, είναι εν γνώσει του συκοφαντικοί, αφού ουδεμία πειθαρχική ποινή του επιβλήθηκε κατά τα κατωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων κατά παράνομο τρόπο έγινε από δικαστής ποδοσφαιρικός εισαγγελέας "την παρανομία του δευτέρου (Κ.) να γίνει από δικαστής ποδοσφαιρικός εισαγγελέας" εννοώντας, όπως άλλωστε διευκρίνισε ο εναγόμενος με τις παραπάνω προτάσεις του, ότι ο ενάγων όντας αθλητικός δικαστής παρανόμως άσκησε πειθαρχική δίωξη σε βάρος του ιδίου (εναγομένου) και της ομάδας του για την άνω καταγγελθείσα δωροδοκία τον Π.
Σ., δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή για το παραπάνω εκτός φύλλου αγώνα φερόμενο ως τελεσθέν αδίκημα της δωροδοκίας ανήκει στον Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα. Ο συκοφαντικός ή μη χαρακτήρας του ισχυρισμού αυτού θα εξεταστεί κατωτέρω κατά την έρευνα των συναφών περικοπών των υπό στοιχείο ΣΤ και Ζ δηλώσεων τον εναγομένου.
Ακολούθως στο πλαίσιο της ως άνω υπό στοιχείο Ε συνέντευξής του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων παρανόμως όρισε τον εαυτό του εισηγητή στην επίμαχη υπόθεση "έγινε εισηγητής και πρόεδρος σε υπόθεση που ο ίδιος άσκησε δίωξη κάτι που είναι παράνομο", καθώς και ότι υποβλήθηκε εναντίον του (ενάγοντος) αίτηση εξαιρέσεως για λόγους που ανάγονται σε δόλια συμπεριφορά του (ενάγοντος).
Αμέσως μετά αναφέροντας ότι "ήξερα το ποιόν τους και το τι θα ακολουθούσε" εμφανίζει την εν λόγω δόλια συμπεριφορά του ενάγοντος, που αποτέλεσε κατά τα εκτεθέντα τον λόγο για την υποβολή της σε βάρος του αιτήσεως εξαιρέσεως, ως απότοκη της αξιοκατάκριτης ηθικής πλευράς της προσωπικότητάς του. Οι ισχυρισμοί αυτοί που εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος είναι ψευδείς και ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας όλων των ανωτέρω περιστατικών για τους εξής λόγους.
Ο ενάγων εκτελών χρέη Προέδρου της άνω Πρωτοβάθμιας Επιτροπής νομίμως όρισε τον εαυτό του εισηγητή στην επίμαχη υπόθεση, αφού ουδεμία απαγορευτική διάταξη περί της διαδικαστικής αυτής πράξης υφίσταται, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, ο οποίος κατά ανωτέρω ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και ασχολείται ως αθλητικός παράγων με τα τεκταινόμενα στο άθλημα του ποδοσφαίρου επί πολλά έτη και γνωρίζει τα όσα συμβαίνουν σε αυτό, όπως κατέθεσε ο άνω μάρτυρας Π.
Γ. στην παραπάνω υπ' αριθμ. 4736/2017 ένορκη βεβαίωσή του. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται αφενός από το γεγονός ότι ο ενάγων ως Πρόεδρος της άνω Επιτροπής κατά τη συνεδρίασή της στις 26.5.2011 όρισε τον εαυτό του Εισηγητή επί της υποθέσεως που αφορούσε σε άσκηση πειθαρχικής δίωξης, μεταξύ άλλων, κατά της Π.
Ε. ΑΕ ΜΑΝΗΣ επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 276/2011 απόφαση της Επιτροπής. Επιπλέον, ο εναγόμενος αποδέχεται ότι δεν υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης εναντίον του ενάγοντος, όμως αντιτείνει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ότι η δήλωση αυτή έγινε από παραδρομή, δεδομένου ότι είχε υποβάλλει σχετική αίτηση εξαίρεσης σε βάρος του μέλους της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής Χ.
Ζ. στις 27.6.2011, δηλαδή διατείνεται ότι πρόκειται για ισχυρισμό που δεν διαδόθηκε υπαιτίως και με σκοπό συκοφάντησης. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι πρώτον λαμβάνοντας υπόψη τα συμφραζόμενα της εν λόγω κρίσιμης δήλωσης του εναγόμενου, οι λόγοι της εξαίρεσης σε βάρος του ενάγοντος, την οποία ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εκ παραδρομής ανέφερε στην παραπάνω από 8.10.11 συνέντευξή του, συνδέονται με το ποιόν του ενάγοντος, δηλαδή την έλλειψη ηθικής του συγκρότησης και έτσι η αίτηση εξαίρεσης φέρεται ότι θεμελιώνεται σε λόγους που ανάγονται στις υστερόβουλες σκέψεις που με βεβαιότητα θα εμφιλοχωρήσουν κατά την εκφορά της κρίσης τον ενάγοντος επί της επίμαχης πειθαρχικής υπόθεσης, όπως προκύπτει χαρακτηριστικά από την εξής περικοπή της άνω δήλωσης του ενάγοντος: "Ήξερα το ποιόν τους και ήμουν σίγουρος για το τι θα ακολουθούσε" με την οποία ο εναγόμενος σαφώς διατυπώνει τον συκοφαντικό ισχυρισμό ότι ο ίδιος ήταν βέβαιος ότι και ο ενάγων λόγω της έλλειψης ηθικής θα εξέδιδε την επίμαχη σε βάρος του απόφαση.
Δεύτερον ο ισχυρισμός αυτός περί υποβολής αίτησης εξαίρεσης εναντίον του ενάγοντος δεν είναι αποκομμένος αλλά συνδέεται με τους αναληθείς ισχυρισμούς που διατύπωσε ο εναγόμενος στην ίδια δήλωση περί παράνομου ορισμού του ενάγοντος ως εισηγητή επί της επίμαχης υποθέσεως, περί του ότι δεν έχει ηθική συγκρότηση και ανεπίληπτη επαγγελματική σταδιοδρομία.
Τρίτον, διότι η μάρτυρας δικηγόρος, Β. Πανταζή, που εξετάστηκε κατά πρόταση του εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν επιβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος προέβη στην παραπάνω δήλωση περί υποβολής αιτήσεως εξαιρέσεως από παραδρομή. Περαιτέρω, ο εναγόμενος με την τελευταία περικοπή της άνω υπό στοιχείο Ε συνέντευξής του ότι "Θα δημοσιοποιήσουμε τον τρόπο και τα κριτήρια που επιλέγησαν οι δικαστές" αφήνει υπαινιγμούς ότι ο τρόπος και τα κριτήρια επιλογής του ενάγοντος ως Αναπληρωτή Προέδρου του άνω πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου είναι διαβλητά και ότι χειραγωγείται από εκείνους που τον διόρισαν, ισχυρισμός που συνιστά γεγονός συκοφαντικό.
Το ότι αυτό είναι το νόημα της περικοπής της εν λόγω της συνέντευξής τον εναγομένου επιβεβαιώνεται άλλωστε από τις περικοπές των μεταγενέστερων υπό στοιχείο Ζ δηλώσεών του κατά τον τηλεοπτικό του διάλογο με τον ενάγοντα στις 11.10.2011 στην εκπομπή. ΔΙΚΗ του σταθμού ΣΚΑΪ πανελλαδικής εμβέλειας, όπου απευθυνόμενος στον τελευταίο ανέφερε χαρακτηριστικά "Σας βάλανε εκεί πέρα τα λαμόγια και οι κακοποιοί να μας κυνηγάτε. ..Στημένοι....
Υποχείρια όλοι σας αυτών που σας έβαλαν...". Οι άνω περικοπές των μεταγενέστερων από 11.10.2011 δηλώσεων του εναγόμενου επιρρωνύουν την κρίση του δικαστηρίου ότι το νόημα της ως άνω προγενέστερης δήλωσής του είναι ακριβώς ότι ο ενάγων επελέγη για την θέση του αθλητικού δικαστή με διαβλητά κριτήρια, προκειμένου να εξυπηρετήσει διά της ασκήσεως των καθηκόντων του εκείνους που τον διόρισαν, γεγονός εν γνώσει του εναγομένου συκοφαντικό, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση των άνω μεταγενέστερων δηλώσεών του.
Ο εναγόμενος προς αντίκρουση του συκοφαντικού χαρακτήρα του παραπάνω ισχυρισμού του επικαλείται την κατάθεση της άνω μάρτυρός του ενώπιον τον πρωτοβάθμιού δικαστηρίου η οποία ανέφερε ότι ο εναγόμενος ήθελε να καυτηριάσει την ισχύουσα τότε νομοθετική πρακτική οι δικαστές που συνιστούν τα πειθαρχικά όργανα να επιλέγονται από τους Προέδρους των Π.Α.Ε.
οι οποίοι ακολούθως δικάζονται από τους διορισθέντες αθλητικούς δικαστές, ορισμένοι δε εκ των Προέδρων κατηγορούνταν ότι συμμετείχαν στην υπόθεση των στημένων αγώνων. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου και η σχετική κατάθεση της μάρτυρός του δεν είναι πειστική, διότι, όπως προκύπτει από την άνω περικοπή της συνέντευξής του σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν θέλησε να στηλιτεύσει, όπως διατείνεται την άνω πρακτική, αφού δεν προβαίνει σε μία γενική "θεωρητική" τοποθέτηση, όπως πράττει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρει ότι δεν ήθελε να θίξει την τιμή του ενάγοντος αλλά να στηλιτεύσει το γεγονός ότι οι Πρόεδροι μέλη τον ΔΣ της ΕΠΟ, οι οποίοι κατηγορούνται για τους στημένους αγώνες διορίζουν τα μέλη των πειθαρχικών οργάνων και έτσι εγείρονται σοβαρά δεοντολογικά ζητήματα σχετικά με την εξουσία τους να αποφασίζουν για τις υποθέσεις με εμπλεκόμενους εκείνους που τους διόρισαν.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι ο εναγόμενος κάνει χρήση παρελθοντικού χρόνου "τα κριτήρια που οι δικαστές επελέγησαν" γεγονός που υποδηλώνει ότι ο εναγόμενος αναφέρεται συγκεκριμένα στον τρόπο επιλογής των μελών της συγκεκριμένης Επιτροπής, δηλαδή και του ενάγοντος που έκρινε την επίμαχη υπόθεση και όχι, όπως αβάσιμα διατείνεται, στον εν γένει τρόπο επιλογής των μελών του άνω δικαιοδοτικού οργάνου.
Με βάση τα όσα εκτέθηκαν οι παραπάνω περικοπές της υπό στοιχείο (Ε) από 8.10.11 συνέντευξης του εναγομένου είναι εν γνώσει του συκοφαντικές και με αυτές απέβλεπε να πλήξει την επαγγελματική, κοινωνική και ηθική υπόληψη του ενάγοντος. Συνακόλούθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος διά της προβολής του ισχυρισμού ότι ο ίδιος υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης εναντίον του ενάγοντος τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί αντιθέτου Β.1 λόγος έφεσης τον εναγόμενου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αντιθέτως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια του ισχυρισμού του περί του ότι ο ενάγων παρανόμως όρισε τον εαυτό του εισηγητή επί της επίμαχης υποθέσεως και ακολούθως ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προέβη στη σχετική δήλωση κατά παραδοχή ως βάσιμης της οικείας ενστάσεως του εναγομένου έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αξιολογήσει τους άνω συκοφαντικούς ισχυρισμούς που εν γνώσει του διατύπωσε ο εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος και ειδικότερα ότι "Θα δημοσιοποιήσουμε τον ποιόν των δήθεν αθλητικών δικαστών και ποιοι τους διόρισαν στην υπόθεση της Π.Σ... Την επαγγελματική διαδρομή των κυρίων Ζ.
και Κ.... Μέσα στις επόμενες ημέρες θα δημοσιοποιήσούμε τον τρόπο και τα κριτήρια που επελέγησαν οι δικαστές" έσφαλε κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του. Με τα όσα ο εναγόμενος δήλωσε στην άνω υπό στοιχείο (ΣΤ) από 10.10.2011 ραδιοφωνική συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων έχει διαπράξει πειθαρχικά αδικήματα εξαιτίας των οποίων απολύθηκε από το εισαγγελικό σώμα, ότι ο ενάγων "έφτιαχνε φάσεις που δεν υπάρχουν...είναι να πάει φυλακή αυτός", δηλαδή υπονοεί ότι ο ενάγων επινόησε ανύπαρκτα περιστατικά, για να θεμελιώσει την επί της εκδικασθείσας ενώπιον του πειθαρχικής υποθέσεως κρίση του την οποία ο εναγόμενος χαρακτηρίζει προσωπικό μυθιστόρημα των μελών της, δηλαδή η κρίση του παρίσταται αυθαίρετη και ότι οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος επισύρουν τον ποινικό κολασμό του-ότι χρηματίστηκαν τα μέλη της Επιτροπής, δηλαδή και ο ενάγων, για να εκδώσουν την επίμαχη απόφαση.
Οι διατυπωθέντες ως άνω ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν είναι αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο, καθώς συγκροτούν έναν ενιαίο συλλογισμό πυρήνας του οποίον είναι το γεγονός ότι ο ενάγων χρηματίστηκε και ακριβώς εξαιτίας της εν λόγω δωροδοκίας ο ενάγων επινόησε φάσεις. Όμως, όλα τα ανωτέρω περιστατικά είναι ψευδή και ο εναγόμενος τα ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειας τους για τους ακόλουθους λόγους.
Διότι ο ενάγων κατά την διάρκεια της θητείας του ουδέποτε υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ούτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά αλλά αποχώρησε από το δικαστικό σώμα λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και (βλ. σχετικά την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 15352/26-2-2015 βεβαίωση της προϊστάμενης του Τμήματος Α21 του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).
Ο εναγόμενος, προκειμένου να αντικρούσει το στοιχείο της γνώσης, διατείνεται ότι δεν εξέθεσε το ανωτέρω περιστατικό εν γνώσει της αναλήθειάς του αλλά είχε την πεποίθηση ότι είναι αληθές, διότι, όπως τον είχε ενημερώσει ο δικηγόρος Αθηνών Φούσας, κατόπιν καταγγελιών σε βάρος του ενάγοντος οι οποίες έγιναν από οικογένεια της Θεσσαλονίκης που εκπροσώπησε ο άνω δικηγόρος ασκήθηκαν εναντίον του (ενάγοντος) πειθαρχικές διώξεις.
Ο εναγόμενος προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού τον επικαλείται την δήλωση του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της εκπομπής "Δ." στον τηλεοπτικό σταθμό Σ. στις 11-10-2011 ότι "μου ασκήθηκε κάποτε πειθαρχική δίωξη, όπως έκανα τη δουλειά μου και κατηγόρησα επώνυμους στη … ". Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο άνω δικηγόρος Αντώνιος Φούσας ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι ο ενάγων τέλεσε πειθαρχικά αδικήματα, ώστε να του δημιουργηθεί δικαιολογημένα η πεποίθηση ότι αυτό είναι αληθές, ενώ από την μεταγενέστερη εξάλλου δήλωση του ενάγοντος, δεν εξάγεται το αντίθετο συμπέρασμα.
Διότι ούτε ίχνος απόδειξης προσκομίσθηκε που να ενισχύει τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ο ενάγων χρηματίστηκε στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ως μέλους της ανωτέρω Πρωτοβάθμιας Επιτροπής που εκδίκασε τις επίμαχες πειθαρχικές κατηγορίες. Αντιθέτως, κατά τα προεκτεθέντα η ηθική ακεραιότητα τον ενάγοντος, το γεγονός ότι αποτελεί παράδειγμα αρετής και σωφροσύνης και η εντιμότητά του ως ιδιότητες τον χαρακτήρα του ουδόλως αναιρούνται από κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εναγόμενος στην έφεσή του εκθέτει (Β.2. λόγος έφεσης) ότι άλλωστε δεν θα μπορούσε να γνωρίζει με τρόπο θετικό ότι ο ενάγων χρηματίστηκε, καθώς θα είχε προβεί σε σχετική καταγγελία, αλλά διατύπωσε την προσωπική του άποψη που διαμόρφωσε με βάση τον τρόπο που ο ενάγων χειρίστηκε την υπόθεση, το γεγονός ότι στη σύνθεση της Επιτροπής συμμετείχε ο Χ.
Ζ. εναντίον του οποίου είχε υποβάλει αίτηση εξαίρεσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όπως προέκυψε μεταγενέστερα, εναντίον των άλλων δύο μελών της ως άνω Επιτροπής, δηλαδή των Χ. Ζ. και Ι. Π. απαγγέλθηκαν οι προαναφερθείσες κατηγορίες περί δωροδοκίας και δωροληψίας για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτεθέντα οι εν λόγω κατηγορίες δεν στρέφονται κατά του ενάγοντος, η αίτηση εξαίρεσης υποβλήθηκε εναντίον άλλου μέλους και οι αξιόποινες πράξεις φέρονται ότι τελέστηκαν όχι από τον ενάγοντα αλλά από τα λοιπά (δύο) μέλη της Επιτροπής κατά την εκδίκαση άλλης υπόθεσης.
Διότι ο εναγόμενος ουδόλως προσδιόρισε "ποιες φάσεις έφτιαξε" δηλαδή ποιά περιστατικά ο ενάγων επινόησε, για να καταλήξει στην έκδοση της απόφασης την οποία ο εναγόμενος περιέγραψε ως μυθιστόρημα αλλά μόνο αναφέρει στα δικόγραφά του ότι ο ενάγων προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Ο εναγόμενος βέβαια επισημαίνει εμφατικά το πρωτοφανές, όπως χαρακτηρίζει, γεγονός να "αυτοκαταγγέλλεται" και να ομολογεί ο αρχηγός της ομάδας του (Π.) Π. Σ. ότι δήθεν διέπραξε δωροδοκία κατ' εντολή του (εναγομένου) με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ιδίου και της ομάδας τον πειθαρχική δίωξη και ότι είχε την πεποίθηση ότι η δημοσιοποίηση και καταγραφή της συνομιλίας τον άνω Π.
Σ. είχε μεθοδευτεί από τους εγκεφάλους της εγκληματικής οργάνωσης που κατηγορούνταν για την υπόθεση των στημένων αγώνων, καθώς και ότι ο Π. Σ. υπέπεσε σε κραυγαλέες αντιφάσεις σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων αγνόησε τα αποδεικτικά στοιχεία που ο εναγόμενος προσκόμισε και αποδείκνυαν την αθωότητά του.
Όμως, οι παραπάνω αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί του εναγομένου αφορούν στην εκ μέρους του ενάγοντος επεξεργασία και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την αποτίμηση της κοινωνικής συμπεριφοράς προσώπων η οποία, έστω και εάν αποδείχθηκε εκ των υστέρων εσφαλμένη ως προς τον εναγόμενο, δεν συνιστά σε καμμία περίπτωση επινόηση περιστατικών, δηλαδή ότι ο ενάγων "έφτιαχνε φάσεις", όπως ο εναγόμενος δήλωσε στην παραπάνω υπό στοιχείο Ε συνέντευξή του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η δικαιοδοτική κρίση συνοδεύεται από την αναπόφευκτη ατέλεια της ανθρώπινης κρίσης και έτσι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να είναι εσφαλμένη...., χωρίς ασφαλώς από το γεγονός αυτό να εξάγεται το συμπέρασμα ότι η σχετική κρίση είναι απόρροια χρηματισμού. Αντιθέτως, η επινόηση περιστατικών που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος προϋποθέτει τη λήψη υπόψη και αξιολόγηση στοιχείων που δεν προκύπτουν από το υλικό της επίμαχης πειθαρχικής δικογραφίας, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος ότι δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση.
Άλλωστε, όπως κατέθεσε κατά τα εκτεθέντα ο άνω μάρτυρας Π. Γ. στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή του είναι απολύτως βέβαιος ότι ο εναγόμενος είχε γνώση της αναλήθειας των όσων συκοφαντικών ισχυρίστηκε σε βάρος του ενάγοντος. Ο εναγόμενος διατυπώνοντας τους παραπάνω συκοφαντικούς ισχυρισμούς σκόπευε να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος.
Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος ισχυριζόμενος με την υπό στοιχείο ΣΤ δήλωσή του ότι ο ενάγων διέπραξε πειθαρχικά αδικήματα εξαιτίας των οποίων απολύθηκε από το σώμα τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου Β.1 λόγος έφεσης τον εναγομένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αντιθέτως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης διά της προβολής τον ψευδούς ισχυρισμού ότι ο ενάγων χρηματίστηκε έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή ως βάσιμου τον πρώτου λόγου έφεσης τον ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του, αφού ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Επιπλέον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αξιολογήσει τους παραπάνω αλληλένδετους συκοφαντικούς ισχυρισμούς του εναγομένου "..η πρώτη απόφαση στον κόσμο ως προσωπικό μυθιστόρημα των μελών του δικαστηρίου.. Καταλαβαίνετε ότι (ο ενάγων) έφτιαχνε μόνος του φάσεις που δεν υπάρχουν" έσφαλε κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Με την περικοπή από την υπό στοιχείο (Η) από 13.10.2011 δήλωσή του "ο κ. Κ.ς ....ήταν γεμάτος πειθαρχικά" ο εναγόμενος επαναλαμβάνει την προαναφερθείσα εν γνώσει τον συκοφαντική δήλωσή του ότι ο ενάγων έχει υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα. Επιπλέον, με το υπόλοιπο περιεχόμενο της ίδιας δήλωσής του "ο κ. Κ.ς συγκριτικά με τον κ.
Φάκο και τον κ. Αντωνακάκη είναι αντεισαγγελέας για τα τσιγάρα! Μην θίγετε τους πιο αξιόπιστους εισαγγελείς του Αρείου Πάγου και βάζετε στον ίδιο παρονομαστή και με το ίδιο ειδικό βάρος έναν αντεισαγγελέα που ήταν για τα τσιγάρα..." ο εναγόμενος επιδεικνύει καταφρόνηση προς το πρόσωπο του ενάγοντος, τον οποίο, αφού αντιπαραβάλλει με τους, όπως διατείνεται, πιο αξιόπιστους διατελέσαντες εισαγγελείς Α.
Φάκο και Μ. Αντωνακάκη του Αρείου Πάγου, χαρακτηρίζει υποτιμητικά εισαγγελέα για τσιγάρα εννοώντας ότι πρόκειται για ανεπαρκή εισαγγελέα που δεν έχει την ικανότητα να διεκπεραιώσει σοβαρές υποθέσεις. Ο ισχυρισμός αυτός είναι εξυβριστικός και έγινε με πρόθεση να πλήξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, κατά τα εκτεθέντα ήταν εξαίρετος εισαγγελικός λειτουργός και απολάμβανε της πολύ μεγάλης εκτίμησης των συναδέλφων του και είχε άψογη υπηρεσιακή διαδρομή.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η άνω υπό στοιχείο Η δήλωση του εναγόμενου είναι εξυβριστική στο σύνολό της έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη περικοπή της δήλωσης ότι ο ενάγων "ήταν γεμάτος πειθαρχικά" η οποία είναι συκοφαντική κατά παραδοχή ως βάσιμου τον πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του, ενώ αντιθέτως ορθά έκρινε ότι το υπόλοιπο περιεχόμενο της δήλωσής του είναι εξυβριστικό απορριπτομένου τον περί του αντιθέτου του πρώτου λόγου έφεσης τον ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Ο εναγόμενος, όπως εκτέθηκε με το ακόλουθο χωρίο της άνω υπό στοιχείο Ε συνέντευξής του "την παρανομία του δευτέρου (Κ.) να γίνει από δικαστής ποδοσφαιρικός εισαγγελέας" ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων όντας αθλητικός δικαστής παρανόμως άσκησε πειθαρχική δίωξη σε βάρος του ιδίου (εναγόμενου) και της ομάδας του για την καταγγελθείσα δωροδοκία, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή για το παραπάνω εκτός φύλλου αγώνα αδίκημα της δωροδοκίας ανήκει στον Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα.
Ο εναγόμενος με τις παρακάτω υπό στοιχείο (Ζ) δηλώσεις του κατά τον τηλεοπτικό του διάλογο με τον ενάγοντα επανέλαβε σαφέστερα τον παραπάνω ισχυρισμό του, ότι ο ενάγων παρανόμως άσκησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του ιδίου αναφέροντας "Σαν την παράνομη δίωξη που κάνατε στην Π." και επιπροσθέτως ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό στοιχείο τη μαγνητοφωνημένη τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Π.
Σ. και Μ. Κ. που δεν ήταν νόμιμο αποδεικτικό μέσο "ενάγων: δεν την έλαβα υπόψη. Εναγόμενος: Δεν τη λάβατε? Μισή σελίδα έχετε γράψει". Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου και ως προς τα δύο σκέλη του αποδείχθηκε αναληθής, αφού ο οικείος προβληθείς λόγος των εφέσεων περί απόλυτης ακυρότητας της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου συνιστάμενης αφενός στην παράνομη εκ μέρους τον ενάγοντος άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και αφετέρου της λήψης υπόψη της άνω συνομιλίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατά τα εκτεθέντα με την υπ' αριθμ. 213/2011 απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ.
Η κρίση αυτή του προκείμενου δικαστηρίου ως προς το ότι επιτρεπτά ασκήθηκε η πειθαρχική δίωξη από τον ενάγοντα ενισχύεται από το γεγονός ότι με την από ... διάταξή του ο τότε Ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας Ανδρέας Φάκος, Επίτιμος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, είχε αποφανθεί σχετικά με τις υποβληθείσες ενώπιον του από 3.5.2011 δύο αιτήσεις-καταγγελίες της Π.
Α. Κ. για τελεσθείσες πλαστογραφίες μετά χρήσεως από άλλες ΠΑΣ ότι ήδη η Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή είχε επιληφθεί των εν λόγω καταγγελιών και ότι επομένως λόγω εκκρεμοδικίας είναι αβάσιμη η αιτούμενη πειθαρχική δίωξη και πρέπει να αρχειοθετηθεί. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο άνω Ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας ο οποίος δια της ως άνω εφέσεώς του ζήτησε την εξαφάνιση της επίμαχης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου λόγω παράνομης άσκησης της πειθαρχικής δίωξης, προηγουμένως με την παραπάνω διάταξή του είχε ταχθεί αντιθέτως υπέρ της νομιμότητας της κίνησης της πειθαρχικής δίωξης από την Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή για εκτός φύλλου αγώνα πειθαρχικά αδικήματα, όπως ήταν οι καταγγελίες περί πλαστογραφίας.
Κατά τα εκτεθέντα υπέρ της νομιμότητας της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης από την Πειθαρχική επιτροπή αποφάνθηκε και η Επιτροπή Εφέσων της ΕΠΟ η οποία με την υπ' αριθμ. ... απόφασή της απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον οικείο λόγο έφεσης της εγκαλούμενης ομάδας Π. Ε.-Α. Μ. και του Προέδρου αυτής με την αιτιολογία ότι από την διάταξη του άρθρ. 31 παρ.1 τον Π.Κ.
της ΕΠΟ δεν προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Εισαγγελέα για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι αποκλειστική. Ο εναγόμενος εμμένοντας στον ισχυρισμό του περί του ότι ο ενάγων άσκησε παρανόμως πειθαρχική δίωξη εναντίον του αντί του Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα επικαλείται, προκειμένου να αποδείξει τη βασιμότητά του ισχυρισμού του τα εξής:
α) την ως άνω προσκομιζόμενη από 11.10.2011 έφεση του Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα Α. Φάκου με την οποία κατά τα εκτεθέντα ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης επίμαχης απόφασης, διότι έπασχε από ακυρότητα συνιστάμενη στο ότι η πειθαρχική δίωξη δεν κινήθηκε από τον αρμόδιο Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα β) το γεγονός ότι ο ενάγων δεν κάλεσε σε απολογία κανένα από τα πρόσωπα που με βάση το άνω πόρισμα της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Π.
Παπανδρέου εμπλέκονταν στην υπόθεση των "στημένων αγώνων", ακριβώς επειδή δεν είχαν ασκηθεί διώξεις για τα αναφερόμενα πειθαρχικά αδικήματα από τους Ποδοσφαιρικούς Εισαγγελείς γ) την διαλαμβανόμενη σε προσκομιζόμενο δημοσίευμα δήλωση του Αναπληρωτή Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα Μανώλη Αντωνακάκη "Κάποιος έπρεπε να σταματήσει τον Κ. (ενάγοντα) γιατί υπερέβη τις αρμοδιότητές του", εννοώντας ότι δεν έπρεπε να ασκήσει πειθαρχική δίωξη για την προκειμένη υπόθεση.
Με βάση τα στοιχεία αυτά και λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τον προεκτεθέντα οικείο λόγο έφεσης του Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα Α. Φάκου το δικαστήριο αυτό καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος είχε τουλάχιστον λόγους να αμφιβάλει για την αναλήθεια της δηλώσεώς του περί παράνομης άσκησης εκ μέρους του ενάγοντος της πειθαρχικής δίωξης εναντίον τον και περί λήψεως υπόψη της άνω συνομιλίας και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής και όχι συκοφαντικής δυσφήμησης.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε την προβληθείσα με λόγο έφεσης ακυρότητα αυτή κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού δικαιοδοτικού οργάνου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, διότι μόνη η παράλειψη του εναγόμενου να προβάλει την ένσταση ακυρότητας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου δεν αίρει την ύπαρξη αμφιβολιών του περί της νομιμότητας της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, οι οποίες δικαιολογούνται με βάση τα παραπάνω περιστατικά.
Περαιτέρω, συναφώς με τα ανωτέρω ο εναγόμενος με τις άνω υπό στοιχείο ΣΤ δηλώσεις του σε ραδιοφωνική του συνέντευξη ισχυρίστηκε, εκτός των ανωτέρω, ότι στην υπόθεση της δωροδοκίας … -… ο ενάγων δεν άσκησε πειθαρχική δίωξη αλλά εκδίκασε την υπόθεση μετά από έξι μήνες, αφού μόνο προηγουμένως είχε ασκήσει πειθαρχική δίωξη ο Ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας Α.
Φάκος, δηλαδή ακριβώς υπονοεί ότι ο ενάγων επιλήφθηκε της υποθέσεως καθυστερημένα και μόνο μετά την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης από τον άνω Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα σε αντίθεση με την προκειμένη υπόθεση όπου άσκησε ο ίδιος την πειθαρχική δίωξη και προέβη άμεσα στην εκδίκαση της υποθέσεως "για την δωροδοκία …...
Την δίκασε μετά από έξι μήνες αφού ο κ. Φάκος άσκησε δίωξη....Δεν άσκησε πειθαρχική δίωξη αυτό το φρούτο κ. Κ..... Αν δείτε τη διαδικασία καταλαβαίνετε". Ο εναγόμενος διευκρινίζοντας με τις προτάσεις τον τις παραπάνω δηλώσεις του, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων αντιμετώπισε διαφορετικά την γενόμενη το Σεπτέμβριο του 2010 από τον τερματοφύλακα της ομάδας των … Χ.
Π. καταγγελία περί δωροδοκίας σε βάρος του Ι. Κ., προέδρου της ομάδας του ... και συγκεκριμένα ότι για την παραπάνω υπόθεση της δωροδοκίας … το Δ.Σ. της Ενώσεως Β' και Γ κατηγορίας εξέδωσε ανακοίνωση που συνοπτικά καταδίκαζε τις ενέργειες προσώπων πού στιγματίζουν την υπόληψη προσώπων και αποφάσισε, μολονότι ήδη είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τον Ι.
Κ., να στείλει το φάκελο στον ποδοσφαιρικό εισαγγελέα, για να κρίνει την αξιοπιστία της άνω καταγγελίας, προκειμένου να ασκηθεί εν συνεχεία πειθαρχική δίωξη και ότι η υπόθεση εκδικάστηκε έξι μήνες μετά, σε αντίθεση με τη δική του υπόθεση στην οποία η πειθαρχική καταγγελία του απαγγέλθηκε εντός τεσσάρων ημερών από τον ενάγοντα.
Είναι σαφές ότι ο εναγόμενος με βάση τις παραπάνω δηλώσεις του υπονοεί ότι ο ενάγων όφειλε τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία να ενεργήσει ως προς την επίμαχη υπόθεση δωροδοκίας τον Π. Σ., όπως και στην προγενέστερη υπόθεση της καταγγελίας του Χ. Π., δηλαδή να αναμείνει την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης από τον Ποδοσφαιρικό Εισαγγελέα και στη συνέχεια να επιληφθεί της υποθέσεως της δωροδοκίας Π.
Σ.. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής κατά τα εκτεθέντα, όμως, δεδομένου ότι ο εναγόμενος είχε λόγους να αμφιβάλει για την αναλήθεια του ισχυρισμού του στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Επίσης, ο εναγόμενος κατά τον άνω υπό στοιχείο Ζ τηλεοπτικό του διάλογο με τις απαντήσεις του προς τον ενάγοντα "Παλιάνθρωποι. . .Στημένοι. . .
σας βάλανε τα λαμόγια και οι κακοποιοί και μας κυνηγάτε.... είστε υποχείριο αυτών που σας έβαλαν.. .Βρωμιάρηδες. Στημένοι" επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν τους παραπάνω υπό στοιχείο Β, Γ, Δ και Ε συκοφαντικούς ισχυρισμούς του αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι ο ενάγων δεν είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος και δεν έχει την ανεξαρτησία της γνώμης τον αλλά δρα ως ενεργούμενο των κακοποιών προσώπων που τον διόρισαν αθλητικό δικαστή και υπηρετεί τα έκνομα συμφέροντά τους, δηλαδή συνελόντι ειπείν του αποδίδεται ότι εκ προθέσεως παραβαίνει το καθήκον του ως αθλητικός δικαστής, για να ευνοήσει παρανόμως εκείνους που τον διόρισαν που είναι δράστες αξιόποινων πράξεων, ισχυρισμός που εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος προς το οποίο συνάπτονται οι άνω καταφρονητικοί σε βάρος του ενάγοντος χαρακτηρισμοί "Παλιάνθρωποι.. .Στημένοι.. . .Βρωμιάρηδες" οι οποίοι προσδιορίζουν την ποιοτική βαρύτητά του.
Ο παραπάνω ισχυρισμός με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα η μομφή της άσκησης των καθηκόντων του ως αθλητικού δικαστή κατά τρόπο επιλήψιμο εμφανίζοντας αυτόν να καθοδηγείται από διεφθαρμένα και κακοποιά πρόσωπα είναι αναληθής εν γνώσει του εναγομένου κατά τα εκτεθέντα. Διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν υπόκειτο σε εξαρτήσεις ούτε χειραγωγούνταν από τρίτα πρόσωπα αλλά αντιθέτως άσκησε κατά τρόπο προσήκοντα τα καθήκοντά του ως αθλητικός δικαστής διατηρώντας την ανεξαρτησία της κρίσης του τόσο στην προκειμένη υπόθεση όσο και εν γένει κατά τη διάρκεια της θητείας του, γεγονός που επιβεβαίωσε ο άνω μάρτυρας Π.
Γ. στην άνω ένορκη βεβαίωσή του, ο οποίος κατέθεσε ότι κατά το διάστημα που ο ενάγων διατέλεσε αναπληρωτής πρόεδρος της άνω Επιτροπής (2008-2011) δεν υπέπεσε στην αντίληψή του ούτε τρίτος τον ενημέρωσε για κάποιο αρνητικό δημοσίευμα σε βάρος του ενάγοντος και ότι εξ ιδίας αντιλήψεως, καθώς και ότι από συζητήσεις με συναδέλφους και ιδιώτες, γνωρίζει ότι κανένας αθλητικογράφος ή αθλητικός παράγοντας δεν εκφράστηκε υβριστικά ή απαξιωτικά για τα μέλη της επιτροπής και ιδιαίτερα για τον ενάγοντα.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι ο ενάγων κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων ενεργούσε αμερόληπτα χωρίς να υπόκειται σε εξαρτήσεις από τρίτους και χωρίς να υπηρετεί συμφέροντα τρίτων ενισχύεται από το γεγονός ότι με δικές του εισηγήσεις διατάχθηκε ο υποβιβασμός ιστορικών ομάδων της Β' Εθνικής κατηγορίας, όπως του Ε.
Π., της ΠΑΕ Τ., καθώς και της Α. Κ. η έδρα της οποίας βρίσκεται στην ομώνυμη πόλη από την οποία κατάγεται και όπου μεγάλωσε ο ενάγων, όπως βεβαίωσε ο άνω μάρτυρας Π. Γ. στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή του. Ο εναγόμενος που γνώριζε την αναλήθεια του παραπάνω ισχυρισμού του προέβη στην παραπάνω δήλωση, προκειμένου να πλήξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος διατυπώνοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς τέλεσε το αδίκημα της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι διατυπώνοντας τον σε βάρος του ενάγοντος χαρακτηρισμό "στημένοι. . .παλιάνθρωποι. . .βρωμιάρηδες" τέλεσε το αδίκημα της εξύβρισης σφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Περαιτέρω, από την παρακάτω στιχομυθία που έλαβε χώρα μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου στην άνω υπό στοιχείο (Ζ) τηλεοπτική εκπομπή "εναγόμενος: Βάλατε στη σύνθεση τον άνθρωπο που εξαίρεσα. Ενάγων: Δεν είχα άλλον. Εναγόμενος: Τον Δικαστή Παπαγγελόπουλο γιατί τον εξαφανίσατε... Όλες τις δίκες τις κάνετε με το Ζ...Τι είσαστε δίδυμο" προκύπτει ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας του παραπάνω ισχυρισμού τον.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος διατυπώνοντας τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων επέλεξε την σύνθεση της Επιτροπής τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτον λόγου έφεσης τον ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται ότι η εκκαλουμένη δεν αξιολόγησε τον παραπάνω ισχυρισμό του εναγόμενου "Βάλατε στη σύνθεση τον άνθρωπο που εξαίρεσα. Ενάγων: Δεν είχα άλλον. Εναγόμενος: Τον Δικαστή Παπαγγελόπουλο γιατί τον εξαφανίσατε.. .
Όλες τις δίκες τις κάνετε με το Ζ....Τι είσαστε δίδυμο" αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι από τις αιτιολογίες της προκύπτει ότι τον αξιολόγησε, αφού έκρινε ότι ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης διά του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων επέλεξε την Επιτροπή και σε κάθε περίπτωση το προκείμενο δικαστήριο προέβη σε αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Μετά ταύτα, ο Β 2 λόγος έφεσης του εναγόμενου με τον οποίο αποδίδει στην εκκαλουμένη την αιτίαση ότι έσφαλε με το να δεχθεί ότι ο ίδιος τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης αναφορικά με το σκέλος των άνω δηλώσεων του περί του ότι ενάγων χρηματίστηκε (υπό ΣΤ δήλωση), ότι επέλεξε την σύνθεση της Επιτροπής (τμήμα της άνω υπό Ζ δήλωσης) και ότι υπηρετεί τα συμφέροντα των συγκεκριμένων παραγόντων ποδοσφαίρου που τον διόρισαν (τμήμα Ζ δήλωσης "Σας βάλανε τα λαμόγια και οι κακοποιοί και μας κυνηγάτε.. .Υποχείρια όλοι σας αυτών που σας έβαλαν είστε") είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα εκτεθέντα ο ενάγων τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και όχι της απλής δυσφημήσεως.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος συνδιαλεγόμενος με τον ενάγοντα στην άνω υπό στοιχείο Ζ τηλεοπτική εκπομπή είπε ότι είναι ψευδής η δήλωσή του (ενάγοντος) ότι ο τότε Ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας είπε στον ενάγοντα ότι θα ασκήσει εκείνος όλες τις πειθαρχικές διώξεις που αφορούν στα πρόσωπα και ομάδες που αναφέρονται στο ως άνω πόρισμα της Εισαγγελέως Π.
Παπανδρέου και ότι για το λόγο ο ίδιος ο ενάγων αυτό δεν άσκησε τις πειθαρχικές διώξεις και απέδωσε στον ενάγοντα την αρνητική και προσβλητική ιδιότητα ότι λέγοντας το ψέμα αυτό δεν έχει αίσθηση ντροπής. Ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου με τον οποίο επιδεικνύει καταφρόνηση προς το πρόσωπο του ενάγοντος και προσβάλει την τιμή και την υπόληψή τον στοιχειοθετεί το αδίκημα της εξύβρισης...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αξιολογήσει τον παραπάνω ισχυρισμό έσφαλε κατά παραδοχή ως βάσιμου τον δεύτερου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του. Επίσης, οι δηλώσεις του εναγομένου κατά τον παραπάνω τηλεοπτικό του διάλογο με τον ενάγοντα " Αγράμματος είστε; Αγράμματος νομικά είστε;
δεν έχετε δικαίωμα να ασκήσετε διώξεις. ..Δεν μπορώ να δικαιολογήσω ανθρώπους που έχουν διακονίσει την δικαιοσύνη να μην ξέρουν να ερμηνεύσουν ένα άρθρο" εννοώντας το παραπάνω άρθρο 31. παρ. Ι του Πειθαρχικού Κώδικα της ΕΠΟ που ορίζει την αρμοδιότητα του Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα είναι καταφρονητικοί προς το πρόσωπο του ενάγοντος, αφού αμφισβητείται η επιστημονική του επάρκεια και γνώση και οι ικανότητες του προς άσκηση των καθηκόντων του...ΠΚ 2014, άρθρ. 361 αρ. 5).
Ο εναγόμενος γνώριζε ότι οι ονειδιστικοί αυτοί χαρακτηρισμοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και επαγγελματική και κοινωνική υπόληψη του ενάγοντος και επιδίωκε την προσβολή της τιμής τον. Έτσι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η περικοπή της δήλωσης του ενάγοντος " Αγράμματος είστε; Αγράμματος νομικά είστε;
δεν έχετε δικαίωμα να ασκήσετε διώξεις" είναι εξυβριστική και όχι συκοφαντική δεν έσφαλε και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντιθέτως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αξιολογήσει τον παραπάνω ισχυρισμό του εναγομένου "Δεν μπορώ να δικαιολογήσω ανθρώπους που έχουν διακονίσει την δικαιοσύνη να μην ξέρουν να ερμηνεύσουν ένα άρθρο" έσφαλε κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του εναγομένου στην υπό στοιχείο Α ανακοίνωση: "Επίορκοι και ανέντιμοι άνθρωποι που τολμήσατε και θίξατε μετά από 36χρόνια δικηγορίας την τιμή και την υπόληψη μου και την τιμή ....Ντροπή σας παλιάνθρωποι. Υπάρχουν εκτός από εσάς και άλλου είδους δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόροι...." είναι καταφρονητικοί και μειωτικοί και έγιναν με σκοπό να πληγεί η τιμή του ενάγοντος και συνακόλουθα πληρούν τη νομοτυπική μορφή τον αδικήματος της εξύβρισης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέλειψε να αξιολογήσει τμήμα του παραπάνω ισχυρισμού και συγκεκριμένα την φράση "Υπάρχουν εκτός από εσάς και άλλον είδους δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόροι" έσφαλε κατά παραδοχή ως βάσιμου του δευτέρου λόγου εφέσεως του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του ενώ ορθά έκρινε ότι οι λοιποί σε βάρος του ενάγοντος στην ίδια ανακοίνωση χαρακτηρισμοί είναι εξυβριστικοί.
Η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση τον εναγομένου και επαναφερθείσα με τον οικείο λόγο έφεσης και με τις κατατεθείσες ενώπιον του δικαστηρίου αυτού προτάσεις του ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεών του κατά την αναλογικά εφαρμοζόμενη στο ιδιωτικό δίκαιο διάταξη του άρθρ. 367 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ, καθώς ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον να αποσείσει τις σε βάρος του ιδίου και της ομάδας του ως άνω πειθαρχικές κατηγορίες που οδήγησαν στην επιβολή των προαναφερθεισών ποινών, να προστατέψει την τιμή και υπόληψή του και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα στην υπόθεση των στημένων αγώνων και να ενημερώσει τον φίλαθλο κοινό για τα τεκταινόμενα στο χώρο του ποδοσφαίρου πρέπει για τους κριθέντες ως συκοφαντικούς ισχυρισμούς του να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Διότι κατ' άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν αίρεται το άδικο των οικείων ισχυρισμών, όπως βάσιμα αντιτείνει ο ενάγων με τις προτάσεις του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ως προς τους ισχυρισμούς που έκρινε κατά τα εκτεθέντα ως συκοφαντικούς δεν έσφαλε. Επίσης, η ίδια ένσταση ως προς τους ισχυρισμούς που το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι είναι συκοφαντικοί εν γνώσει του εναγομένου κατά παραδοχή των οικείων λόγων έφεσης του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Η αυτή ένσταση αυτή ως προς τους παραπάνω κριθέντες κατά περίπτωση απλώς ως δυσφημιστικούς και εξυβριστικούς ισχυρισμούς του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος η ως άνω ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος είναι νόμιμη στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη. Ο ενάγων καθ' υποφορά με την αγωγή του, με τις προτάσεις του και την προσθήκη-αντίκρουση που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τον πρώτο λόγο εφέσεως κατά το οικείο σκέλος του και τις κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του διατείνεται προς αντίκρουση της προβληθείσας ενστάσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ότι με βάση τις περιστάσεις και το περιεχόμενο των ισχυρισμών του εναγομένου οι οποίοι υπερβαίνουν τα όρια της δικαιολογημένης κριτικής και το αναγκαίο μέτρο προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης και έτσι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων του εναγομένου.
Ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός του ενάγοντος θεμελιώνει κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη νόμιμη αντένσταση στηριζόμενη στην αναλογικά εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ η οποία πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά την κρίση του δικαστηρίου οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί του εναγομένου που αξιολογήθηκαν κατά περίπτωση ως απλά δυσφημιστικοί ή εξυβριστικοί που διατύπωσε σε αόριστο αριθμό προσώπων σε βάρος του ενάγοντος υπερβαίνουν καταφανώς το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του και να ασκήσει κριτική κατά της επίμαχης αποφάσεως που εξέδωσε το πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο.
Ειδικότερα, οι διατυπωθέντες στην υπό στοιχείο Ζ τηλεοπτική εκπομπή προσβλητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου "ντροπή σας για αυτά που κάνατε...μα δεν ντρέπεσαι λίγο άνθρωπέ μου... .παλιάνθρωποι στιγματίσατε τη ζωή μου αγράμματος είστε βρε; Αγράμματος νομικά είστε; Δεν μπορώ να δικαιολογήσω ανθρώπους που δεν ξέρουν να ερμηνεύσουν ένα άρθρο" δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίοι για την αποτύπωση τον ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος ότι ο ενάγων παρανόμως άσκησε την πειθαρχική δίωξη και έλαβε υπόψη του τη μαγνητοφωνημένη συνομιλία μεταξύ Π.
Σ. και Ε. Κ., αφού αρκούσε μόνο η διατύπωση της άποψής του ότι μη νομίμως ασκήθηκε η πειθαρχική δίωξη και ελήφθη υπόψη το άνω αποδεικτικό μέσο και ότι η ορθή ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης του άρθρου 31 του Π.Κ. της Ε.Π.Ο. είναι ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση πειθαρχικής δίωξης από την Πειθαρχική Επιτροπή για εκτός φύλλου αγώνος αδικήματα χωρίς την διατύπωση σε βάρος του ενάγοντος των ως άνω καταφρονητικών ισχυρισμών που ακριβώς καταδεικνύουν την πρόθεση τον εναγόμενου να παραδώσει σε δημόσια ανυποληψία τον ενάγοντα εμφανίζοντας ως αγράμματο.
Επίσης, οι διατυπωθέντες στην άνω υπό στοιχείο ΣΤ δήλωση τον εναγομένου καταφρονητικοί ισχυρισμοί "αυτό το φρούτο ο Κ. ... Στο Δ.Σ. της ΕΠΟ φτιάξανε μια Επιτροπή με τους φίλους τους οποιοδήποπτε ήθος και να είχανε...Αν δείτε τη διαδικασία καταλαβαίνετε" δεν ήταν αναγκαίοι για την διατύπωση του δυσφημιστικού γεγονότος ότι ο ενάγων άσκησε παράνομη πειθαρχική δίωξη, αφού αρκούσε ο εναγόμενος κατά τα εκτεθέντα να διατυπώσει την άποψή του περί της μη νομιμότητας της άσκησης πειθαρχικής δίωξης χωρίς τους άνω κακόβουλους χαρακτηρισμούς.
Περαιτέρω, η αρνητική και υποτιμιτική ιδιότητα που απέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα αναφέροντας ότι "ο άνθρωπος δεν έχει αίσθηση ντροπής" δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη της άποψής του ότι ο ενάγων λέει ψέματα ότι ο τότε Ποδοσφαιρικός Εισαγγελέας είπε στον ενάγοντα ότι θα ασκήσει εκείνος όλες τις πειθαρχικές διώξεις που αφορούν στα πρόσωπα και ομάδες που αναφέρονται στο ως άνω πόρισμα της Εισαγγελέως Π.
Παπανδρέου και έγινε με σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος. Επιπλέον, οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί που διατύπωσε ο εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος στην υπό στοιχείο Η δήλωσή του "ήταν αντεισαγγελέας για τα τσιγάρα" δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία του παραπάνω ενδιαφέροντος του κατά τα εκτεθέντα, δεδομένου ότι με όλες τις προαναφερθείσες προγενέστερες δηλώσεις του είχε εξαντλητικά αναφερθεί στο εν λόγω ζήτημα και συνακόλουθα με τον χαρακτηρισμό αυτό επιδίωκε μόνο να προσβάλλει για ακόμη μία φορά τον ενάγοντα.
Περαιτέρω, η απόδοση με την υπό στοιχείο Α ανακοίνωση των μειωτικών χαρακτηρισμών στον ενάγοντα "Επίορκοι και ανέντιμοι...Ντροπή σας παλιάνθρωποι.. Υπάρχουν εκτός από εσάς και άλλου είδους δικαστές" υπερέβαινε το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την προστασία του παραπάνω ενδιαφέροντος του εναγομένου ο οποίος με τους προσβλητικούς αυτούς χαρακτηρισμούς σκόπευε να πλήξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος.
Ο εναγόμενος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού εκδήλωσης της εκτεθείσας κατά περίπτωση προσβλητικής συμπεριφοράς του έναντι του ενάγοντος, εντούτοις δεν τήρησε την ευπρέπεια και το αναγκαίο μέτρο κατά την εκφορά του λόγου του προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του να αποσείσει τις σε βάρος του ιδίου και της ομάδας του πειθαρχικές κατηγορίες, να ασκήσει κριτική κατά της αποφάσεως και να ενημερώσει ως αθλητικός παράγων το φίλαθλο κοινό κάνοντας χρήση ηπιότερων και όχι μειωτικών εκφράσεων αλλά αντιθέτως χρησιμοποίησε κατ' επανάληψη ονειδιστικές εκφράσεις για το πρόσωπο του ενάγοντος χαρακτηρίζοντας αυτόν μεταξύ άλλων, επίορκο, ανέντιμο, αγράμματο, αντεισαγγελέα για τσιγάρα με σκοπό την προσβολή της τιμής και υπόληψής του.
Συνεπώς, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης τον ενάγοντος πρέπει η ένσταση τον εναγόμενου περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του να προστατέψει τα προοαναφερθέντα δικαιώματά του να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί προστασίας δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου ως προς το επιμέρους αδίκημα της απλής δυσφήμησης συνιστάμενης στην προβολή του ισχυρισμού ότι ο ενάγων άσκησε παρανόμως πειθαρχική δίωξη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του.
Αντιθέτως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου ένσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ως προς τους εξυβριστικούς ισχυρισμούς κατά παραδοχή ως βάσιμης της άνω αντένστασης του ενάγοντος περί σκοπού εξύβρισης ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης του εναγομένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις τον προέβαλε επικουρικά προς άρση του αδίκου χαρακτήρα των ισχυρισμών που τυχόν κριθούν εξυβριστικοί την ένσταση της δικαιολογημένης αγανάκτησης επικαλούμενος για τη θεμελίωσή της ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή δηλώσεις-ανακοινώσεις του έλαβαν χώρα κατόπιν ιδιαίτερα σκληρών και βάναυσων σε βάρος του ενεργειών του ενάγοντος και ειδικότερα ότι εξαιτίας της παρανόμως ασκηθείσας σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας και της έκδοσης της επίμαχης απόφασης η οποία ανετράπη από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η καταδίκη του έγινε ευρέως γνωστή στο σύνολο του φίλαθλου κόσμου παρασύρθηκε στις δηλώσεις του αυτές από δικαιολογημένη αγανάκτηση, ιδίως μετά τη δημόσια δήλωση του ενάγοντος που τον χαρακτήρισε δωροδόκο.
Η ένσταση αυτή η οποία είναι νόμιμη (άρθρ. 361 παρ. ΠΚ) και επαναφέρεται με τον Β.5 λόγο έφεσης του εναγομένου πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τα εκτεθέντα η περιγραφείσα διαδικαστική και εν γένει συμπεριφορά του ενάγοντος ο οποίος συννόμως αφενός άσκησε πειθαρχική δίωξη σε βάρος του εναγομένου ως Πρόεδρος της άνω Επιτροπής και αφετέρου όρισε εαυτόν εισηγητή επί της επίμαχης πειθαρχικής υποθέσεως τηρώντας τη δέουσα διαδικαστική συμπεριφορά και ακολούθως προέβη μαζί με τα λοιπά μέλη της στην έκδοση της ως άνω απόφασης δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Επίσης, οι παραπάνω δηλώσεις του ενάγοντος κατά την τηλεοπτική αντιπαράθεσή του με τον εναγόμενο ήταν ήπιες και ευπρεπείς και ως εκ τούτου δεν συνιστούν αμέσως προηγούμενη πράξη ιδιαιτέρως σκληρή ή βάναυση κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 308 παρ.3 ΠΚ, εκτός από τις κατωτέρω αναφερόμενες. Συγκεκριμένα η φράση του ενάγοντος "Γιατί έπρεπε κ.
Κ.. Γιατί ήσασταν δωροδόκος κ. Κ. Δωροδοκήσατε" συνιστά αιφνίδια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος η οποία στοιχειοθετεί ιδιαιτέρως σκληρή και βάναυση συμπεριφορά λαμβάνοντας υπόψη, όπως επισημαίνει ο εναγόμενος, ότι η επίμαχη απόφαση δεν είχε τελεσιδικήσει και η προσβολή αυτή προκάλεσε δικαιολογημένη αγανάκτηση στον εναγόμενο, εξαιτίας της οποίας ο τελευταίος απηύθυνε αμέσως μετά προς τον ενάγοντα την εξυβριστική φράση: "Έτσι, τέτοιος είσαι.
Είσαι εσύ Δικαστής και Εισαγγελέας; Με τέτοιο ήθος βγαίνεις και στην τηλεόραση; Πρώτη φορά. Υπάρχει στα παγκόσμια χρονικά στην Ελλάδα έχει ξαναβγεί τέτοιος άνθρωπος να μιλάει σαν κι εσένα; Επιτέλους βγήκες και σε καταλάβανε".
Συνεπώς, κατά παραδοχή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμης της οικείας ενστάσεως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας μόνο της παραπάνω εξυβριστικής φράσης του εναγομένου που έπεται της αμέσως προηγηθείσας ιδιαιτέρα σκληρής και βάναυσης συμπεριφοράς του ενάγοντος. Η ίδια ένσταση ως προς την υπό στοιχείο Η δήλωση του εναγομένου της 13.10.2011 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι μεταξύ της προηγηθείσας συμπεριφοράς τον ενάγοντος που έλαβε χώρα στις 11.10.2011 και της άνω μετέπειτα δήλωσης του εναγομένου μεσολάβησε χρονικό διάστημα 2 ημερών και ως εκ τούτου ένεκα της χρονικής αυτής απόστασης μεταξύ των δύο περιστατικών το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της αμέσως προηγούμενης ιδιαίτερα σκληρής ή βάναυσης πράξης στο πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να θεμελιωθεί η άρση του άδικου χαρακτήρα της άνω εξύβρισης που τέλεσε ο εναγόμενος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση σχετικά με την εν μέρει βασιμότητα της άνω προβληθείσας εκ μέρους του εναγομένου ενστάσεως περί δικαιολογημένης αγανάκτησης ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του με το οποίο υποστηρίζει ότι η ένσταση έπρεπε να απορριφθεί τυγχάνει αβάσιμος.
Επίσης, ο δεύτερος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό του εναγομένου "Έτσι, τέτοιος είσαι. Είσαι εσύ Δικαστής και Εισαγγελέας; Με τέτοιο ήθος βγαίνεις και στην τηλεόραση;" είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι αξιολογήθηκε κατά τα εκτεθέντα.
Από την άλλη πλευρά ο Β.5 λόγος έφεσης του εναγόμενου με τον οποίο υποστηρίζει ότι η ένστασή του περί δικαιολογημένης αγανάκτησης έπρεπε να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν των όσων εκτέθηκαν ο εναγόμενος με την παραπάνω περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνιστάμενη στις ως άνω προσδιορισθείσες κατά περίπτωση συκοφαντικές, απλώς δυσφημιστικές δηλώσεις και ανακοινώσεις του και καταφρονητικούς (εξυβριστικούς) ισχυρισμούς του σε βάρος του ενάγοντος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του και έτσι, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση.
Το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι το ύψος αυτής, αφού ληφθούν υπόψη το είδος, η έκταση και η βαρύτητα της προσβολής που υπέστη ο ενάγων από τις επαναλαμβανόμενες ως άνω δηλώσεις και ανακοινώσεις τον εναγομένου στον τύπο, στο ραδιόφωνο και σε μέσο μαζικής ενημέρωσης πανελλαδικής εμβέλειας, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το πταίσμα του εναγομένου, η οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των ποσό των 25.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και τον καταδίκασε σε ένα μέρος των δικαστικών του εξόδων έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπό την κρίση του και επομένως, πρέπει ο πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του με το οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος.
Συνεπώς, ο Β.6 λόγος έφεσης του εναγομένου που παραπονείται για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που υποχρεώθηκε να καταβάλει πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και οι λοιποί λόγοι έφεσης και η έφεση στο σύνολό της... Αντιθέτως, η έφεση του ενάγοντος θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη...".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή και (είχε) επιδικάσει στον αρχικώς ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, συνεπεία της, αναφερομένης, σ' αυτή, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αντιδίκου του, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αρχικώς αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα, εναγόμενο να καταβάλει στον ανωτέρω αντίδικό του το ποσό των 25.000 ευρώ, νομιμοτόκως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι οι αναφερόμενοι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά περίπτωση και κατά τις εκεί διακρίσεις τους, ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, είναι, για το πρόσωπο του αρχικώς ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντα: α) συκοφαντικοί, β) δυσφημιστικοί και, γ) εξυβριστικοί και, στη συνέχεια, να απορρίψει την προβληθείσα ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, από άρθρο 367 παρ. 1, περ.
γ' ΠΚ, περί διαφύλαξης δικαιώματος και δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, κρίνοντας, αφενός ότι η επικαλούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, τις οποίες δέχθηκε ότι τέλεσε ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος και αφετέρου, κατά παραδοχή της βασιμότητας αντένστασης του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, από το άρθρο 367 παρ. 2 παρ.
β'ΠΚ, ότι οι λοιπές δυσφημιστικές πράξεις του, υπό τις περιστάσεις, που, κατά τ' ανωτέρω, αυτές τελέσθηκαν, έγιναν με σκοπό εξύβρισης, όπως και οι κριθείσες ως εξυβριστικές και ότι, εντεύθεν, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του τελευταίου, με αποτέλεσμα να του επιδικάσει, για την αποκατάσταση της, συνεπεία της προσβολής αυτής, ηθικής του βλάβης, χρηματική ικανοποίηση ποσού 25.000 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361-363 και 367 του ΠΚ.
Τούτο δε καθόσον, τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα: 1) ως προς τις συκοφαντικές δυσφημίσεις: της εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών ενώπιον τρίτων του αναιρεσείοντος των εν λόγω ψευδών πραγματικών γεγονότων, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη έννοια, με σκοπό τη βλάβη της τιμής, της ατομικής και επαγγελματικής υπόστασης και υπόληψης του αναιρεσιβλήτου ως επιτίμου εισαγγελικού λειτουργού και μέλους του ανωτέρω πειθαρχικού οργάνου της ΕΠΟ. 2) ως προς την απλή δυσφήμηση:
ότι τα γεγονότα, που αναφέρονται, για τη θεμελίωσή της, ήταν αληθή και ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος δικαιολογημένα αμφέβαλλε για την αναλήθειά τους, παρότι γνώριζε, όμως, αυτός ότι ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του, ήθελε να ισχυρισθεί και ισχυρίσθηκε αυτά ενώπιον τρίτων, κατά τις προαναφερθείσες τηλεοπτικές εκπομπές και, συνακόλουθα, ότι προκύπτει, εντεύθεν, σκοπός εξύβρισης. 3) ως προς την εξύβριση, της γνώσης του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, ότι οι σχετικοί απαξιωτικοί για το πρόσωπο του αντιδίκου του ισχυρισμοί του είναι πρόσφοροι να παραγάγουν εξωτερικά την εντύπωση της καταφρόνησής του και τη θέλησή του να περιέλθουν αυτοί σε γνώση τρίτων.
Και, 4) οι δυσφημιστικοί και εξυβριστικοί ισχυρισμοί, που διατύπωσε ο ήδη αναιρεσίβλητος, εναγόμενος, δεν αποτελούσαν το αναγκαίο και, αντικειμενικά, ανάλογο μέσο, για την προστασία του επικαλουμένου δικαιώματός του και την εξυπηρέτηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, ως αθλητικού παράγοντα, ενδιαφερομένου για την εξυγίανση του ελληνικού ποδοσφαίρου, καθόσον οι σκοποί του αυτοί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορούσαν να επιτευχθούν με άλλο τρόπο και δη με τη διατύπωση της άποψής του, ως ποδοσφαιρικού παράγοντα, καθώς και της επιστημονικής του κριτικής, ως δικηγόρου, των αποφάσεων της Επιτροπής, στην οποία προήδρευε, κατά τους επίμαχους χρόνους, ο αρχικώς αναιρεσίβλητος, χωρίς τους επίμαχους ισχυρισμούς.
Πληρούν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το πραγματικό των νομικών εννοιών, κατά τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου και δη: α) της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) της απλής δυσφήμησης και, γ) της εξύβρισης τρίτου, ήτοι του ήδη αρχικώς αναιρεσίβλητου και, εντεύθεν, της προσβολής της προσωπικότητας αυτού, με παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά, και, περαιτέρω, δικαιολογούν την, εν μέρει, ως ανωτέρω, παραδοχή της αγωγής του τελευταίου για προστασία της προσωπικότητάς του και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Από τις ίδιες δε, πιο πάνω, παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, που καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ούτε δε και αντιφάσκει η αιτιολογία του Εφετείου ότι ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των γενομένων δεκτών, ως συκοφαντικών ισχυρισμών του, προς εκείνη ότι δικαιολογημένα αυτός αμφέβαλλε για την αναλήθεια των ισχυρισμών του, όπως αβάσιμα αυτός προβάλλει, με το αναιρετήριο δικόγραφο, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, με την πρώτη παραδοχή του αιτιολόγησε τη συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση συμπεριφορά του, προς θεμελίωση της οποίας, κατά τ' αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, απαιτείται γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, ενώ, με τη δεύτερη (αιτιολόγησε) την απλή δυσφήμηση, για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται συνδρομή τέτοιας προϋπόθεσης (ήτοι γνώσης της αναλήθειας), διαλαμβάνοντας, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, για κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, κατά τα προεκτεθέντα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Τέλος, με το να καθορίσει, το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, τη χρηματική ικανοποίηση του ανωτέρω παθόντα στο ποσό των 25.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω χρηματικό ποσό που, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, των σχετικών αιτιολογιών του, δέχθηκε ότι δικαιούται για την αιτία αυτή ο ανωτέρω αρχικώς ενάγων και δικαιοπάροχος, ως ανεφέρθη, των ήδη αναιρεσειόντων, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, οι πρώτος έως και έκτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, κατά τα οικεία σκέλη τους, ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επιπροσθέτως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος (στοιχείο Γ2), κατά την ειδικότερη αιτίασή του, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο "...με το να δεχτεί η αναιρεσιβαλλομένη ότι η άσκηση ποινικών διώξεων κατά των δύο άλλων μελών της Επιτροπής (με το επιχείρημα ότι η αξιόποινη συμπεριφορά τους αναφέρθηκε σε άλλο χρονικό διάστημα, και άρα διαχωρίζοντας την ενότητα της συμπεριφοράς τους σε δύο φάσεις, ήτοι στην πρώτη που φέρονται να ενήργησαν σύννομα και στη δεύτερη που φέρονται να ενήργησαν κατόπιν χρηματισμού) δεν ενισχύει την ύπαρξη αμφιβολιών περί της αναλήθειας και της δικαιολογημένης πεποίθησής μου για την βασιμότητα των παραπάνω ισχυρισμών μου σε βάρος του ενάγοντος παραβίασε κατάφωρα τα διδάγματα της κοινής πείρας...", κατά τα οποία "...η άσκηση ποινικών διώξεων για ειδεχθή αδικήματα που δηλητηριάζουν τις αρχές τον αθλητισμού και του ποδοσφαίρου, όπως είναι αυτά της δωροδοκίας-δωροληψίας για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων κατά δυο εκ των τριών μελών μίας πειθαρχικής Επιτροπής θεμελιώνει την πεποίθηση αληθείας στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, ο οποίος κατήγγειλε επώνυμα (και δη ενώπιον τόσο των πειθαρχικών επιτροπών τον ποδοσφαίρου, όσο και ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης) ότι μέλη της Επιτροπής διορίζονταν από τους επικεφαλής της εγκληματικής οργάνωσης, τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετούσαν κατόπιν οικονομικών ανταλλαγμάτων, πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που η πεποίθησή του αυτή αποδείχτηκε και σε ένα βαθμό αληθής, αφού πράγματι δύο από τα μέλη της Επιτροπής διώχθηκαν για αυτό ακριβώς το αδίκημα, ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την επίμαχη περίοδο...", δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι τα όσα ανωτέρω επικαλείται ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα ότι όταν διωχθούν για το ίδιο, ακριβώς, αδίκημα δύο μέλη τριμελούς επιτροπής δημιουργείται η εύλογη πεποίθηση στους τρίτους ότι και το τρίτο μέλος της ενέχεται γι' αυτό (αδίκημα), δεν αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας.
ΙΙΙ. Ως πράγματα, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων. Ο λόγος δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το οικείο σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αντένσταση του αντιδίκου του εκ του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, που όμως "ουδέποτε" προτάθηκε, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή της, να απορρίψει την, εκ μέρους του, προβληθείσα ένσταση περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και να δεχθεί, συνακόλουθα ως ανωτέρω, την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι, η εν λόγω αντένσταση του αναιρεσιβλήτου, εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης αγωγής και της έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφενός περιλαμβανόταν καθ' υποφορά στην ένδικη αγωγή και, αφετέρου, παραδεκτά, επαναφέρθηκε στο Εφετείο, με τον πρώτο λόγο της έφεσης (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 1095/2010).
Ανεξαρτήτως του ότι, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή και τους πρόσθετους λόγους της. Από αυτό συνάγεται, ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ένσταση του εναγομένου, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (αντένστασης) του ενάγοντος, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο εναγόμενος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, που και ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος, άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, ως ήδη αναφέρθηκε, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εναντίον του ένδικη αγωγή, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την ένσταση, όσο και ως προς την αντένσταση και, επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1470/2010).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Την παραβίαση αυτή συνιστά και η μη λήψη υπόψη δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1711/2008). Για είναι, όμως, ορισμένος, ο λόγος αυτός, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε, παραδεκτώς, τη δικαστική ή εξώδικη ομολογία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 661/2009, ΑΠ 894/2008).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά τα οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚπολΔ, συνισταμένη στο ότι "...Μολονότι ο αναιρεσίβλητος συνομολόγησε στις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο (σελ.9-11) ότι πράγματι ασκήθηκαν διώξεις σε βάρος του ("Ο κύριος Επιθεωρητής, περιέργως και προθύμως, έκρινε μη σύννομες τις ενέργειές μου και συνέταξε πόρισμα, με το οποίο εισηγήθηκε την πειθαρχική μου δίωξη, η οποία μου ασκήθηκε πράγματι και μου κοινοποιήθηκε."), εντούτοις η δικαστική αυτή ομολογία του αντιδίκου, αναφορικά με έναν ισχυρισμό κρίσιμο, ήτοι την αλήθεια της δήλωσής μου περί πειθαρχικών διώξεων σε βάρος τον αναιρεσίβλητου, αγνοήθηκε πλήρως...". Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε, παραδεκτώς, στο Εφετείο την ανωτέρω δικαστική ομολογία του αντιδίκου του.
V. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-08-2019 αίτηση αναίρεσης της 3409/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου