Legislator Case Law & Legislation
917/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equality claim regarding lawyer fee surcharge for public bodies.

Case Number 917/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for a 30% fee surcharge. The appellant argued this surcharge violated constitutional equality principles, but the court found the surcharge was a justified compensation for specific obligations unique to lawyers employed by public bodies. Consequently, the court held that no violation of substantive law occurred, leading to the rejection of all appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 § 1 and 22 § 1 of the Constitution; Article 21 § 3 of Law 2374/2004: A differential treatment regarding fee surcharges for lawyers of public bodies does not violate the principle of equality before the law as it constitutes a justified compensation for specific statutory obligations and restrictions.

Keywords

AI generated
principle of equality lawyer fee surcharge public bodies substantive law violation constitutional discrimination legal compensation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 4 § 1 of the Constitution
Article 22 § 1 of the Constitution
Article 21 § 3 of Law 2374/2004
Article 246 of Law 1181/1981
Article 165 of Law 3584/2007
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 917 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 917/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προσωπικά με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" Ο.Α.Ε.Δ., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ηλιοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 759/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (i) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (πρβλ.

ΠλΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 618/2017, 216/2017). Εξάλλου : (Α) Με την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 22/2013), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΑΠ 955/2014, 587/2011).

Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ’ άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερουμένη από το άρθ.22§1 εδ.β’ του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων. Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες, ουσιωδώς, συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ως εκ του είδους της εργασίας τους, με διαφορετικούς όρους και απολαβές (ΑΠ 609/2016, 293/2015, 696/2014, 587/2011). (Β) Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το (εφαρμοζόμενο στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου) άρθ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (το οποίο προστέθηκε με το άρθ.2 ν.1093/1980, όπως αυτό το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθ.12 ν.1816/1988) ορίσθηκε ότι "§1.

Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο.

γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. §2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.

§3.Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν...". Περαιτέρω, κατά το άρθ.21 εδ.α’ ν.3205/2003 "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α’ του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".

Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής και του άρθ.2 ν.1093/1980 εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β’ 355), που ορίζει ότι "1. Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.1093/80, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του αρ. 12 του Ν. 1816/88, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:

α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο Μ. Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/03. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1816/88". Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται, καταρχήν, η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση (πάγιας) έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ.

Με το άρθρο 21 του ν. 3274/2004 εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ Α’ βαθμού. Ειδικότερα : (1) Με την §2 του ως άνω άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν.1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" που ορίζει πλέον ως προς τους δικηγόρους Δήμων και Ιδρυμάτων τους ότι (α) με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία (β) με την διαδικασία της §1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (2) Επίσης, με την §3 του ίδιου άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ως άνω ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ", το οποίο ορίζει ως προς την αντιμισθία των ούτω προσλαμβανομένων δικηγόρων, ότι (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία (β) η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά 30% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας, ενώ στους νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών Διευθύνσεων των Δήμων καταβάλλεται και επίδομα θέσης ποσοστού 20% επί του συνόλου της κατά τα ως άνω διαμορφουμένης αντιμισθίας τους.

Ταυτόσημες διατάξεις περιέχονται στον κυρωθέντα με το ν.3584/2007 "Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", που άρχισε να ισχύει από 28-6-2007 (και καταλαμβάνει, επομένως, επίσης την επίδικη περίπτωση), ειδικότερα δε στο άρθ.165§§1-3 και 5 αυτού (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.24§12 ν.3613/2007) ορίζεται ότι (α) στους Δήμους, τα ιδρύματά τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, εφόσον δε υπάρχει νομική υπηρεσία σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων-νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση (β) με την παραπάνω διαδικασία μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς Δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους (γ) οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε Δήμους ή Ιδρύματά τους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους Δήμους, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων Δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (δ) οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α.

για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών, ενώ με το άρθ.166§2 εδ.α’ και β’ αυτού ρητά ορίζεται ότι η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των Δήμων και των ιδρυμάτων τους διαμορφώνεται ως άνω σύμφωνα με το άρθ.21§3 ν.3274/2004.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.

Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 609/2016, 2101/2014, 567/2011).

Περαιτέρω, με το άρθ.28 του ΠΔ 2/1977 "Περί οργανώσεως και λειτουργίας του Οργανισμού Εργατικής Εστίας" (ΟΕΕ) ορίσθηκε ότι με απόφαση του ΔΣ αυτού, που εγκρίνεται από τον Υπουργό Εργασίας, μπορούν να προσλαμβάνονται μέχρι 3 δικηγόροι με έμμισθη εντολή, από τους οποίους 1 παρ’ Αρείω Πάγω, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, στην συνέχεια δε με το άρθρο μόνο του ΠΔ 24/1986 συστάθηκαν στον ΟΕΕ 4 θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή, που προστέθηκαν στις ως άνω ήδη προβλεπόμενες, και ορίσθηκε ότι οι θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον Οργανισμό αυτόν ανέρχονται συνολικά σε 7 τακτικές, από τις οποίες 2 τουλάχιστον παρ’ Αρείω Πάγω, και 1 προσωρινή κλπ., ενώ με το άρθ.24§4 ν.3762/2009 το αυτοτελές Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ΟΕΕ (άρθ.1 ΠΔ 2/1977) μετονομάσθηκε σε Νομική Υπηρεσία του ΟΕΕ και ορίσθηκε ότι αυτής προΐσταται δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω από τους υπηρετούντες στον ΟΕΕ, συστάθηκαν δε 3 επιπλέον θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής.

Τέλος, την 14-2-2012 και με βάση τις διατάξεις του άρθ.1§6 ν.4046/2012 καταργήθηκε ο ΟΕΕ, στην θέση του οποίου σύμφωνα με το άρθ.35§§1 και 2 ν.4144/2013 υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος, ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.δ. "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), συνεχίζοντας τις εκκρεμείς δίκες αυτού, χωρίς βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς οποιαδήποτε διατύπωση για την συνέχισή τους, ενώ απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις υφιστάμενες κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ως άνω νόμου μεταφέρθηκαν στον ΟΑΕΔ (ii) Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7-11-2012 και με αριθ.

κατ.198398/493/2012 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" και κατά της Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής (ΠΕΔΕ), ως εκπροσωπούσης το ήδη καταργηθέν ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Εργατικής Εστίας", ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων, δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω, εξέθεσε, ότι την 11-9-1967 προσλήφθηκε από το ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Εργατικής Εστίας" (ΟΕΕ, στην θέση του οποίου, καταργηθέντος την 14-2-2012, υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", ΟΑΕΔ) με σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, και συγκεκριμένα στην Νομική Υπηρεσία αυτού, της οποίας ήταν προϊστάμενος από τον Ιούλιο του 1989 μέχρι την παραίτησή του την 17-2-2012, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία σύμφωνα με το άρθ.92Α του (τότε ισχύοντος) Κώδικα Δικηγόρων, η οποία από 1-1-2004 προσαρμόσθηκε στο μισθολόγιο του ν.3205/2003 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 και περιλάμβανε, λόγω της ένταξής του στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο, τον βασικό μισθό, το κίνητρο απόδοσης, την προσωπική διαφορά, το επίδομα γάμου και το επίδομα θέσης, ανερχομένη στα εκεί ειδικότερα ποσά για το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 31-12-2009, ότι προς εξυπηρέτηση των δικαιούχων του (που είναι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, ανερχόμενοι σε 5.500.000, οι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα κλπ.) και την επίτευξη των εκεί αναλυτικά αναφερομένων σκοπών του ο ΟΕΕ, που προσέφερε τεράστιο σε όγκο, πολυσχιδές και πολύπλοκο έργο, είχε διάφορες υπηρεσίες και μία μόνο Νομική Υπηρεσία (ΝΥ) στην Αθήνα, με τις εκεί λεπτομερώς παρατιθέμενες αρμοδιότητες και δη την δικαστική εκπροσώπηση και διαχείριση των νομικών υποθέσεων του ΟΕΕ ενώπιον όλων των δικαστηρίων σε χιλιάδες υποθέσεις, την σύνταξη εγγράφων γνωμοδοτήσεων, την επεξεργασία των σχεδίων νόμων και ΥΑ που αφορούν τον ΟΕΕ κλπ., την επεξεργασία και κατάρτιση των πάσης φύσεως συμβάσεων του ΟΕΕ, κατά την εκεί ενδεικτική απαρίθμηση, το δυσχερές έργο της διεκπεραίωσης των υποθέσεων σχετικά με τα δημόσια έργα, την παροχή νομικών συμβουλών στις υπηρεσίες του Οργανισμού και στους υπαλλήλους του σε καθημερινή βάση, ενώ τα καθήκοντα των δικηγόρων της Νομικής Υπηρεσίας εκτείνονταν και επί δικαστικών υποθέσεων εκτός της έδρας του, ότι ο ενάγων ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας του ΟΕΕ, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, διηύθυνε την λειτουργία της, είχε την γενική και ειδική εποπτεία και ευθύνη αυτής και της διεκπεραίωσης κάθε φύσεως υποθέσεων, κατανέμοντας αυτές στους δικηγόρους της ΝΥ, ενημέρωνε τον Πρόεδρο του ΔΣ και γενικά την Διοίκηση για τις ενέργειες της ΝΥ, συσκεπτόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα με όλους τους δικηγόρους της ΝΥ για τον καθορισμό της πορείας των υποθέσεων που χειρίζονταν, συμμετείχε ανελλιπώς στις συνεδριάσεις του ΔΣ και ήταν συνεχώς και αδιακρίτως ωραρίου στη διάθεση του ΔΣ, ότι, ενώ η μισθολογική κατάσταση των εμμίσθων δικηγόρων που υπηρετούν στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ν.π.δ.δ.

ρυθμιζόταν ενιαία με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, με το άρθ.21§ν.3274/2004 τροποποιήθηκε το άρθ.246 ν.1188/1981 και εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, ειδικότερα δε προβλέφθηκε ότι η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των ΟΤΑ, όπως αυτή διαμορφώνεται κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 20% και 30% αναλόγως του πληθυσμού των ΟΤΑ, ότι με την ως άνω διάταξη που παρέχει επιπλέον προσαύξηση μόνο στους δικηγόρους των δήμων, αποκλείοντας απ’ αυτήν τους δικηγόρους που παρέχουν την ίδια ποσοτικά και ποιοτικά εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους δικηγόρους των ΟΤΑ στο Δημόσιο ή στα ν.π.δ.δ., όπως ο ενάγων, θεσπίζεται αδικαιολόγητη δυσμενής μισθολογική διάκριση σε βάρος των εξαιρουμένων δικηγόρων, όπως και αυτός, που δεν προκύπτει ότι επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και κατά συνέπεια η ρύθμιση του άρθ.21§3 ν.3274/2003, με την οποία εισάγεται διακριτική, ευμενής μεταχείριση των δικηγόρων των ΟΤΑ, αντιβαίνει στην καθιερουμένη με το άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνιστά άνιση μισθολογική μεταχείριση των δικηγόρων του εναγομένου που έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους δικηγόρους των ΟΤΑ, ως εκ τούτου δε και για την άρση της αντισυνταγματικότητας η ως άνω διάταξη και η δι’ αυτής ειδική (μισθολογική) ρύθμιση πρέπει να επεκταθεί και εφαρμοσθεί και στους δικηγόρους του εναγομένου και ειδικότερα σ’ αυτόν, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του οποίου ως προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του ΟΕΕ ταυτίζονται, ουσιαστικά, με αυτά των νομικών συμβούλων και των διευθυντών των νομικών διευθύνσεων των ΟΤΑ, αφού ήταν ο μόνος επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας του ΟΕΕ με εμβέλεια σε ολόκληρη την Χώρα, ο δε όγκος των αναγκών αυτού από νομικές υπηρεσίες απαιτούσε την συνεχή και σε καθημερινή βάση αποκλειστική παροχή υπηρεσιών στον ΟΕΕ, με συνέπεια να αποκλείεται ουσιαστικά η δυνατότητα προς άσκηση ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας και επομένως είχε τουλάχιστον την ίδια ποσοτική απόδοση με συναδέλφους αντίστοιχης υπηρεσίας ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000, ότι κατά συνέπεια δικαιούται την προσαύξηση ποσοστού 30% επί της πάγιας αντιμισθίας του, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερ’ από μετατροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των 43.198,92€ ως διαφορά μεταξύ των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 31-12-2009, με την προσαύξηση του 30% και αυτών που του καταβλήθηκαν χωρίς την προσαύξηση αυτή, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα κλπ. Η αγωγή αυτή, απορριφθείσα με την πρωτόδικη απόφαση ως προς την 2η εναγομένη και γενομένη δεκτή ως προς το 1ο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.

ως και ουσιαστικά βάσιμη, ήταν μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη759/2016 απόφασή του απορρίπτοντας αυτήν για τον ως άνω λόγο μετ’ εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον η κατ’ άρθ.246 ν.1181/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.21§3 ν.3274/2004, προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας μόνο των δικηγόρων των ΟΤΑ δεν είναι αδικαιολόγητη και δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας, δεν συνιστά δηλ.

δυσμενή διάκριση ως προς τον ενάγοντα και γενικά σε σχέση με δικηγόρους άλλων ν.π.δ.δ., ώστε να παρίσταται επιβεβλημένη η επέκτασή της σ’ αυτόν, διότι (α) οι λαμβάνοντες την παροχή αυτή δικηγόροι των ΟΤΑ, με βάση την συγκεκριμένη και ειδική ως άνω διάταξη νόμου, και ο ενάγων ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες δικηγόρων απασχολουμένων με σύμβαση έμμισθης εντολής, αφού έχουν διαφορετικό εντολέα και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς και με άλλους όρους και απολαβές (β) η ως άνω προσαύξηση αποτελεί αντιστάθμισμα, όπως προαναφέρθηκε, των παραπάνω επιβαλλομένων από το άρθ.245 ν.1181/1981 (και το όμοιο άρθ.165 ν.3584/2007) ειδικά στους δικηγόρους των ΟΤΑ υποχρεώσεων και περιορισμών ως προς την ελεύθερη επαγγελματική δραστηριότητά τους, την ύπαρξη, όμως, αντίστοιχων εκ του νόμου καθηκόντων και υποχρεώσεων δεν επικαλείται ο ενάγων (και δεν υπάρχουν).

Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.4§1 και 22§1 του Συντάγματος, ούτε του άρθ.21§3 ν.2374/2004 (άρθ.246 ν.1181/1981) και επομένως οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην εκ του αριθ.8 του ίδιου άρθρου αναιρετική πλημμέλεια μη λαμβάνοντας υπόψη, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή υπηρεσίες που προσέφερε ο ενάγων στον εντολέα του Οργανισμό ως νομικός σύμβουλος και ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας του, αφού, όπως προαναφέρθηκε και ορθά δέχθηκε το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν συνέτρεχαν τα ως άνω αποφασιστικά για την επέκταση της ως άνω προσαύξησης και στον ενάγοντα κριτήρια.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο από την διάταξη αυτή 3ος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη καταδικασθεί, όμως, ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού (άρθ.191§ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2016 αίτηση του Α. Φ. Γ. για αναίρεση της 759/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ