Legislator Case Law & Legislation
915/2019 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for lack of reasoning on adverse possession calculation and remands case.

Case Number 915/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the First Instance Court's appeal judgment due to a lack of reasoning regarding the calculation of adverse possession periods. The appellant argued the judgment failed to justify why the sister's possession time could be attributed to him, while the respondent contended the legal basis was sound. The court ruled that the judgment lacked necessary factual findings on the specific acts of possession and remanded the case for a new substantive trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 569 of the Code of Civil Procedure; Article 1051 of the Civil Code: An appeal judgment lacking specific reasoning on the calculation of adverse possession periods is void and must be quashed for remittal to the substantive trial.

Keywords

AI generated
adverse possession lack of reasoning appeal judgment substantive trial Code of Civil Procedure property ownership remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 1051 of the Civil Code
Articles 249, 271, 974, 976, 983 and 1045 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 numbers 1 and 6 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 579 §1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 581 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 915 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 915/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Σ. Σ. του Ρ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Γκάνια Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ., συζύγου Σ., το γένος Ι. Ο. Κ., κατοίκου ...,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κουρτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:401/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 108/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 989/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση.

Εκδόθηκε η 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 9-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων,μετ'αναίρεση εκδοθείσα 48/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ,που δίκασε ως Εφετείο (τακτικής διαδικασίας) , με την οποία ,έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του εναγομένου -αναιρεσείοντος κατά της 401/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επίδικου ακινήτου της αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (έκτακτη χρησηκτησία) .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την από 9- 7-2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). 2. Επειδή κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από τη διάταξη αυτή ,σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία(.ΑΠ 85/2015) -Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι επί ακινήτου για την επ' αυτού κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή, εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Για το συνυπολογισμό αυτό στη νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της έκτακτης χρησικτησίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά απλώς διαδοχή στη νομή που επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα (Ολ ΑΠ 1594/1979).

Έτσι ,επί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα, γιατί νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσης εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού ή του αντιπροσώπου του επί του επιδίκου ακινήτου ώστε να κριθεί αν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στον ενάγοντα την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία.(ΑΠ 581/2016).

Περαιτέρω, έλλειψη αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διάταξης του ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 24/2000, 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικη είναι μία έκταση που εμφαίνεται στο από Ιούλιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Φ., με περιμετρικά σημεία Μ - Μ1 - Λ1 - Λ2 - Λ - Μ, εμβαδού 9,97 τ.μ., που βρίσκεται εντός του προϋφιστάμενου του 1923 οικισμού ... και κατά το συνημμένο στην αγωγή απόσπασμα του εν λόγω διαγράμματος έχει μήκος 8,85 μέτρα (πλευρά Μ - Λ 2), παρουσιάζει κλίση, εκτείνεται ανάμεσα στην νοτιοανατολική πλευρά του οικοπέδου της ενάγουσας και στην δυτική πλευρά του οικοπέδου του εναγόμενου και πίσω από την επέκταση της οικίας του τελευταίου, ο οποίος την πραγματοποίησε το έτος 1989 ξεπερνώντας τα όρια του όμορου ακινήτου που μέχρι τότε νεμόταν και καταλαμβάνοντας τμήμα του όμορου και ατύπως οριοθετημένου μείζονος ακινήτου που νεμόταν η Α.

Ν. του Ι., αδελφή της ενάγουσας. Ειδικότερα, η τελευταία το έτος 1971 έλαβε στην κατοχή της με άτυπη δωρεά από τον πατέρα τους Ι. Ο. Κ. ένα ακίνητο που βρίσκεται στον ... και συνόρευε τότε Ανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Σ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγόμενου, Δυτικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ.

Α. Ο., εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Χ. και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο, Βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Κ. και Νότια εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Χ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Α.. Το ακίνητο αυτό με τα προαναφερόμενα όρια νεμόταν η εν λόγω αδελφή της ενάγουσας διανοία αποκλειστικής κυρίας, χωρίς νόμιμο τίτλο f από το έτος 1971, καλλιεργώντας σ' αυτό διάφορα οπωροκηπευτικά, επίσης το επόπτευε, το οριοθετούσε και το επέβλεπε συνεχώς και αδιαλείπτως, προστατεύοντάς το από επιβουλές τρίτων και καθαρίζοντάς το.

Η ανατολική πλευρά του εν λόγω ακινήτου, συνολικού μήκους 16,58 μέτρων, συνόρευε εν μέρει με ακίνητο του εναγόμενου κατά μήκος 13,08 μέτρων και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Σ. κατά μήκος 3,50 μέτρων. Η νομή της Α. στο ανωτέρω ακίνητο όπως αυτό τής είχε παραδοθεί από τον πατέρα της το έτος 1971 στην αρχική του μορφή δεν διήρκησε αδιάλειπτα για μια εικοσαετία, αφού τμήμα αυτού, πλάτους 2 μέτρων, μήκους 8,85 μέτρων και συνολικού εμβαδού 17,70 τ.μ.

κατέλαβε το έτος 1989 ο εναγόμενος, ανεγείροντας τοιχίο και αποβάλλοντας με τον τρόπο την προαναφερόμενη νομέα από την νομή επί του τμήματος αυτού του ανωτέρω ακινήτου. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν είναι μέρος της καταληφθείσας από έτος 1989 από τον εναγόμενο έκτασης των 17,70 μέτρων, που προεκτέθηκε.

Το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου, χωρίς την έκταση των 17,70 τ.μ., όπως αυτό είχε οριοθετηθεί από το έτος 1971 έχει επιφάνεια 181,64 τ.μ., συνορεύει βορειοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Κ., νοτιοανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Σ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Σ. (εναγόμενου), νοτιοδυτικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ.

Α. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Μ. και βορειοδυτικά εν μέρει με δημοτικό δρόμο και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Α. Ο. και αποτυπώθηκε κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις με στοιχεία περιγράμματος Α - Β - Γ -Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α στο προσαρτηθέν στο κατωτέρω αναφερόμενο δωρητήτριο συμβόλαιο από Μάιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Ζ.. Στην εναπομείνασα αυτή επιφάνεια των 181,64 τ.μ. περιλαμβάνεται και το προμνησθέν επίδικο τμήμα. Ως προς την συνολική επιφάνεια των 181,64 τ.μ., στην οποία εμπεριέχεται και η επίδικη, δεν υπήρξε απώλεια νομής χρησιδεσποτείας της Α. Ν. και επομένως αυτή' εφόσον το νεμήθηκε, με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, διανοία αποκλειστικής κυρίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επι αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής χρησιδεσποτείας συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της στην εν λόγω επιφάνεια από οποιονδήποτε, κατέστη από το έτος 1992 κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Στη συνέχεια, στις 6.5.2009 συντάχθηκε το προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης αμφοτέρων των διαδίκων υπ' αρ. ….59/6.5.2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή με αυτοσύμβαση, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Α. Γ., κατά το οποίο η ενάγουσα ενεργούσα υπό διττή ιδιότητα και δη ως πληρεξούσια της προρρηθείσας δωρήτριας αδελφής της και ως δωρεοδόχος αποδέχθηκε την δωρεά εν ζωή από την αδελφή της του παραπάνω ακινήτου έκτασης 181,64 τ.μ..

Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….στον Τόμο ….62 α.α. …60 την 7η.5.2009. Στο συμβόλαιο αυτό αναγραφόταν ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο είχε περιέλθει στην δωρήτρια Α. Ν. από άτυπη δωρεά αττό τον πατέρα της Ι. που έγινε το έτος 1971. Έκτοτε, η ενάγουσα, συνέχισε να νέμεται το εν λόγω ακίνητο διανοία κυρίας και με νόμιμο τίτλο χωρίς ενόχληση από οιονδήποτε, μέχρι και τον μήνα Μάιο του 2011, ότε κατά την εκ μέρους της επιχειρούμενη εκτέλεση εργασιών κατασκευής περίφραξης στο ακίνητο της ο εναγόμενος την εμπόδισε, αντιποιούμενος τη νομή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, στην οποία δεν έχει, ωστόσο, πρόσβαση από την ιδιοκτησία του, καθώς ο τοίχος που έχει ανεγείρει, κατόπιν της προειρημένης καταπάτησης το έτος 1989, είναι ο πίσω τοίχος της επέκτασης της οικίας του, πάνω στον οποίο δεν υπάρχουν ανοίγματα, ήτοι πόρτα, παράθυρα (τυφλό).

Εξ αυτών παρέπεται ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου τμήματος γης με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νεμόταν διανοία αποκλειστικής κυρίας για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, αφού μέχρι και τον Απρίλιο του 2011 είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της (αυτοτελώς) ο αξιούμενος χρόνος νομής (εικοσαετία), με την προσμέτρηση σ' αυτόν του υπολειπόμενου απαιτούμενου για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας αντίστοιχου χρόνου από τη νομή χρησιδεσποτείας της προκτήτορα αδελφής.

Επομένως, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής χρησιδεσποτείας της ενάγουσας όσου χρόνου χρειάζεται από τον χρόνο χρησιδεσποτείας της προκτήτορα αδελφής της, σύμφωνα με τα στην προδιαληφθείσα μείζονα σκέψη εκτεθέντα, η πρώτη κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Ο εναγόμενος, προβάλλοντας ότι η επίδικη έκταση δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία της ενάγουσας, αλλά αποτελεί τμήμα του δικού του οικοπέδου, εμβαδού 175,63 τ.μ., το οποίο του είχε δωρίσει άτυπα ο πατέρας του Ρ.

το έτος 1980, επιχειρεί απαραδέκτως να θεμελιώσει την ένσταση ιδίας κυριότητας, καθόσον δεν την προέβαλε ορισμένα,αφού δεν οριοθέτησε το επίδικο σε σχέση με το μείζον ακίνητο του που επικαλείται ότι χρησιδέσποζε, στο μέτρο δε που ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί και στοιχείο της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής είναι απος τέος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πωτοδικείο έκρινε ότι είναι κατ' ουσία βάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη σε πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία),καθόσον η ενάγουσα νεμήθηκε το επίδικο από 6-5-2009 μέχρι τον Απρίλιο 2011 και κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία ,καθόσον το νεμόταν διανοία αποκλειστικής κυρίας για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας ,αφού μέχρι και τον Απρίλιο του 2011 είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της αυτοτελώς ο αξιούμενος χρόνος νομής (εικοσαετία), με την προσμέτρηση σ' αυτόν του υπολειπόμενου απαιτούμενου για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας αντίστοιχου χρόνου από τη νομή χρησιδεσποτείας της προκτήτορας αδελφής της από το έτος 1971.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Ενόψει των πιο πάνω παραδοχών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εξαιτίας της έλλειψης αιτιολογιών, καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτή καμία συγκεκριμένη πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου της αναιρεσίβλητης από την 6.5.2009 έως και τον Απρίλιο 2011, χωρίς να αρκεί για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία παραδοχή ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της ενάγουσας (αυτοτελώς) ο αξιούμενος χρόνος νομής (εικοσαετία), με την προσμέτρηση σ' αυτόν του υπολειπόμενου απαιτούμενου για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας αντίστοιχου χρόνου από τη νομή χρησιδεσποτείας της προκτήτορα αδελφής της.

Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου που καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου, ενώ ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση της διάταξης των άρθρων 579 παρ. 1 και 2 και άρθρου 581 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις είναι διατάξεις δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου που δεν προσβάλλονται με τον από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1277/2017).

3. Από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, και στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.. Μετά από αυτά πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κακενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους,διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος,πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 48/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο..

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ