Legislator Case Law & Legislation
915/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in divorce case for inadmissibility due to lack of factual premises and non-objection status.

Case Number 915/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens' divorce judgment. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts regarding tax returns and the timing of marital separation, claiming these omissions affected the two-year separation requirement. The court rejected these grounds as inadmissible because they did not constitute formal objections (entistasi) but rather denials of the factual basis of the original lawsuit, which cannot be raised via cassation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 8 lit. b of the Civil Procedure Code; Cassation requests based on the absence of factual premises or failure to consider matters are inadmissible if they amount to a denial of the historical basis of the lawsuit rather than a formal objection.

Keywords

AI generated
cassation appeal divorce proceedings separation duration factual premises inadmissible grounds historical basis objection status

Cited Legislation

AI generated
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 577 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 8 lit. b of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 915 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 915/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Τζουμάκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πάνου Οικονόμου, που ανακάλεσε την από 12/4/2018 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6530/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1100/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 21-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1100/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και απέρριψε την από 18-12-2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 6530/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, εκδοθείσα ερήμην της αναιρεσείουσας, είχε δεχθεί την από 28-2-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε κηρύξει λυμένο το μεταξύ τους υφιστάμενο γάμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά και δεν νοούνται οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις σχετικές με την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και με τη νομική ή επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου με τα οποία δικαιολογεί, γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρισίμων περιστατικών ( ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προσβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η επίκληση δε της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση ( ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 55/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, προβάλλει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλυσε τον μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου γάμο, δεχόμενο ότι επήλθε ισχυρός κλονισμός στο γάμο τους, διότι, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, βρίσκονταν σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια και συγκεκριμένα από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2013, στηριζόμενο στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος υπομίσθωσε από 1-9-2013 ένα δωμάτιο 10 τμ με χρήση κοινοχρήστων χώρων στη ...

για τις ανάγκες της χωριστής διαβίωσης του, περιλαμβάνει όμως στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του πραγματικού ή όχι της ως άνω υπομίσθωσης, που αποτελεί καταλυτικό γεγονός για το χρόνο, που διεκόπη η έγγαμη συμβίωσή της με τον αναιρεσίβλητο και κατ’ επέκταση για τη συμπλήρωση ή μη της διάστασης συνεχώς για τουλάχιστον δύο έτη μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ώστε να τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης, κατ’ άρθρο 1439 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολογεί, εάν ο υπεκμισθωτής του άνω δωματίου, που αποτελούσε μέρος της επαγγελματικής στέγης του, την οποία είχε μισθώσει για τη διενέργεια μεσιτικών εργασιών, είχε κατ’ αρχάς το δικαίωμα να υπομισθώσει μέρος αυτής και συγκεκριμένα το άνω δωμάτιο των 10 τμ, εάν ήταν δυνατή η χρήση αυτού ως κατοικίας, ενόψει της χρήσης του υπολοίπου μέρους ως μεσιτικού γραφείου και της προσέλευσης σ’ αυτό πληθώρας πελατών καθημερινά, καθώς και ποια ήταν η επιφάνεια του όλου μισθίου, για να κριθεί, εάν το δωμάτιο με τους λοιπούς βοηθητικούς χώρους μπορούσε να αποτελέσει κατοικία του αναιρεσίβλητου για τη χωριστή εγκατάστασή του ή εάν η υπομίσθωση ήταν εικονική, ενόψει και του μισθώματος των 30€ και έγινε απλώς και μόνον, προκειμένου ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έλαβε χώρα από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2013 και επιπλέον δεν περιλαμβάνει αιτιολογίες, γιατί δέχτηκε την κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου για το χρόνο διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και όχι την κατάθεση της δικής της μάρτυρος, που κατέθεσε ότι η διάστασή τους επήλθε τον Απρίλιο 2014 και δεν είχε συμπληρωθεί έκτοτε διετία κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις, παρά μόνο οι κατά την κρίση της αναιρεσείουσας παραδοχές της και διότι οι ειδικότερες ως άνω αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως παραπάνω αναλύεται, αλλά ανάγονται σε ελλείψεις, σχετικές με την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην επάρκεια των κρίσεων και των επιχειρημάτων με τα οποία αυτό δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα και ιδίως ανάγονται στην έλλειψη αναφοράς σε γεγονότα που θα έπρεπε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, να αναφέρονται ως περιστάσεις, δυνάμενες να αποτελέσουν βάση τεκμηρίων.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 55/2013).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, στηριζόμενο και στο γεγονός ότι για τα εισοδήματα του έτους 2013 αυτή και ο αντίδικός της υπέβαλαν χωριστή φορολογική δήλωση, ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσή τους επήλθε το μήνα Σεπτέμβριο 2013 και όχι το μήνα Απρίλιο 2014, που πράγματι επήλθε, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι η μη υποβολή κοινής φορολογικής δήλωσης για το έτος 2013 δεν οφειλόταν στο ότι δεν συμβιούσαν κατά το έτος αυτό, αλλά στο ότι η δήλωση αυτή υπεβλήθη το μήνα Μάϊο 2014, όταν και πράγματι είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωσή τους.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κυρίως, διότι τα ανωτέρω με τα οποία η αναιρεσείουσα προβάλλει ισχυρισμό περί μη συμπλήρωσης της διετούς διάστασης, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, δεν συνιστούν ένσταση και συνακόλουθα "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β ΚΠολΔ, αλλά, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, που αναφέρεται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά τα στοιχεία της, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη διετή διάσταση.

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου, που νίκησε, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2017 αίτηση της Ε. Σ. του Β. και Ζ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1100/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ