Legislator Case Law & Legislation
912/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguments as inadmissible due to lack of new grounds and remands case.

Case Number 912/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal arguments regarding the admissibility of evidence and the court's failure to consider specific admissions, ruling them covered by previously accepted grounds. The court remanded the case to a new panel for further examination of the primary ground regarding the establishment of horizontal ownership. Consequently, the appeal was partially allowed only to the extent of remanding the specific legal issue to a different judicial composition.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 §4 KPolD; Art. 580 para. 3 KPolD: Appeal arguments that are merely repetitive or covered by previously accepted grounds are inadmissible, requiring remand only for the specific grounds that were validly accepted and necessitate further examination by a new panel.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal grounds repetitive arguments remand to new panel horizontal ownership admission of evidence judicial composition KPolD provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 §4 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 179 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 912 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 912/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας-αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεονίκη Παπαδονικολάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία "..." νομίμως εκπροσωπουμένης, εδρεύουσας στo ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μαρκάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 30/5/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 672/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/10/2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 2070/2014 απόφαση του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον, από το άρθρο 559 αρ. 1Κ.Πολ.Δ, δεύτερο κατά το πρώτο μέρος, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η 12/2016 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 672/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και ανέπεμψε την κρινόμενη υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Γ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Με την από 31-1-2018 κλήση της αναιρεσείουσας επανήλθε προς συζήτηση στην σημερινή δικάσιμο η υπόθεση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 3/1/2012 έκθεση του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31-1-2018 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρονται προς συζήτηση για εξέταση οι λοιποί, εκτός του δεύτερου κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της από 15-10-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρι0μ.672/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Πολιτικού αυτού Τμήματος με την υπ' αριθμ. 12/2016 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αρθ. 580 §4 ΚΠολΔ), με την οποία κρίθηκε βάσιμος ο προαναφερόμενος δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, που παραπέμφθηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθμ.2070/2014 απόφαση του ίδιου Τμήματος και αφορά τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων συστάσεως δια του πληττόμενου συμβολαίου σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, εκτιμηθείς κατά το νοηματικό αυτού περιεχόμενο, ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., υπό την έννοια της εκ πλαγίου δηλαδή παράβασης της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2052/1992, και αναιρέθηκε κατά το παραπεμφθέν μέρος, προκειμένου να κρίνει και τους λοιπούς λόγους του αναιρετηρίου για τους οποίους είχε επιφυλαχθεί να ερευνήσει μετά την απόφαση της Ολομέλειας.

Με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 12/2016 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " Η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι με το αναφερόμενο σ' αυτή και νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του έτους 1999, που συνήφθη μεταξύ της ιδίας και της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ενεργούσε ως ειδική εκκαθαρίστρια και εκπρόσωπος της εταιρείας "...", μεταβιβάστηκε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) η περιγραφομένη στην αγωγή έκταση, συνολικής επιφανείας 17.630 στρεμμάτων, στη ..., εκτός σχεδίου, που αποτελεί ενιαίο τουριστικό και αγροτοβιομηχανικό συγκρότημα γνωστό ως "...".

Ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο, από το έτος 1991, είχε υπαχθεί νομίμως στο καθεστώς της καθέτου ιδιοκτησίας, μεταξύ δε των καθέτων αυτοτελών ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο Στ-ι (ιώτα) τοιαύτη, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως εκτάσεως 1.665 στρεμμάτων, ποσοστό συνιδιοκτησίας στο μείζον ακίνητο 5,76 % και πρόβλεψη ανεγέρσεως επ' αυτής κτισμάτων επιφάνειας 20.000 τ.μ.

Η υπό εκκαθάριση, ως άνω, εταιρεία είχε αναθέσει, με ειδικό πληρεξούσιο, στους δικηγόρους Αθηνών Δ. Μ. και Θ. Λ. την απόκρουση επαπειλουμένων πλειστηριασμών του ακινήτου της, λόγω χρεών της προς Τράπεζες, ύψους 11.000.000.000 δραχμών περίπου, έναντι αμοιβής που θα συνίστατο σε ποσοστό επί του ακινήτου, κλιμακούμενο από 1 % έως 3%, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτούς την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσουν και με αυτοσύμβαση προς τον εαυτό τους ή προς τρίτους το ποσοστό του ακινήτου, που αντιστοιχεί στην αμοιβή τους.

Οι προαναφερόμενοι δικηγόροι, με την υπ' αριθμ. ....27/27-12-1994 πράξη του συμβολαιογράφου Χ. Σ. εξεχώρησαν την εκ της αμοιβής απαίτησή των στην εναγομένη-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και εν συνεχεία με το υπ' αριθμ. ....28/27-12-1994 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που έχει νομίμως μεταγραφεί, οι ίδιοι δικηγόροι, ενεργούντες ως εκπρόσωποι τόσο της υπό εκκαθάριση πωλήτριας, όσο και της αγοράστριας αναιρεσίβλητης εταιρείας, μεταβίβασαν δι' αυτοσυμβάσεως προς την τελευταία ποσοστό 1,25 % εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, που αντιστοιχεί επί πλέον και στην υπό στοιχεία Στ-ι κάθετη ιδιοκτησία, με τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται στο εν λόγω συμβόλαιο.

Η αναιρεσείουσα, ως διάδοχος της υπό εκκαθάριση πωλήτριας εταιρείας, επικαλουμένη έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ανωτέρω συμβολαίου, πλην άλλων λόγων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και διότι δι' αυτού επήλθε μη επιτρεπομένη από τον ν. 2052/1992 διαίρεση της νομίμως προ της ισχύος αυτού, συνεστημένης Στ-ι καθέτου ιδιοκτησίας, σε δύο αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίας.

Ως προς τον λόγο αυτό ακυρότητος, που αποτελεί και το αντικείμενο της προκειμένης αναιρετικής διαδικασίας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: "... όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβολαίου, που παρατίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο της ένδικης αγωγής, με αυτό (το συμβόλαιο) δημιουργείται - και μεταβιβάζεται - οριζόντια ιδιοκτησία σε όροφο μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής επί του εδάφους, που αντιστοιχεί στην ήδη υφιστάμενη υπό στοιχ.

Στ - ι κάθετη ιδιοκτησία, πρόκειται δηλαδή για σύνθετη κάθετη ιδιοκτησία στην οποία, όπως παραπάνω εκτίθεται, αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας θα είναι ο όροφος που θα κατασκευαστεί και θα έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου των 17.630 στρ., 1,25%... Με τον υπό στοιχ. 1.2 λόγο ακυρότητας ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το συμβόλαιο είναι...

άκυρο,...επειδή η γενόμενη με αυτό δημιουργία νέας αυτοτελούς ιδιοκτησίας αποτελεί στην πραγματικότητα διαίρεση της ιδιοκτησίας Στ-ι σε δύο κάθετα τμήματα κατά παράβαση του Ν. 2052/1992... Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος διότι... Όπως... προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα παραθέτει στην αγωγή της αυτολεξεί το κρίσιμο περιεχόμενο του προσβαλλόμενου συμβολαίου.

Από το περιεχόμενο αυτό, και παρά το γεγονός ότι είναι πράγματι διατυπωμένο κατά τρόπο δυσνόητο προκύπτει εντούτοις ότι δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι ακυρότητας, διότι δεν προκύπτει ότι διαιρέθηκε η Στ-ι κάθετη ιδιοκτησία σε δύο κάθετα τμήματα, ως αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, ώστε να προσκρούει στην απαγόρευση του Ν. 2052/1992, αλλά συνεστήθη νέα οριζόντια ιδιοκτησία επί της νομίμως συσταθείσας - πριν από την ισχύ του εν λόγω νόμου - Στ-ι κάθετης ιδιοκτησίας και συμφωνήθηκε ότι η ιδιοκτησία αυτή θα έχει την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του τμήματος εκείνου της Στ-ι ιδιοκτησίας, εμβαδού 170 στρεμμάτων, που περιγράφεται στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό.

Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο υπό στοιχ. 1.3 λόγος ακυρότητας, με τον οποίο η ενάγουσα επαναλαμβάνει ότι είναι άκυρη η γενομένη με το συμβόλαιο σύσταση νέας ιδιοκτησίας, επειδή αποβλέπει στην καταστρατήγηση της απαγόρευσης δημιουργίας καθέτων ιδιοκτησιών σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως που θεσπίζει ο Ν. 2052/1992...".

Ακολούθως, το Εφετείο, κατά την έρευνα άλλου λόγου ακυρότητος (υπό στοιχ. 1.5), διέλαβε στην απόφασή του τα εξής που αφορούν και τον προαναφερθέντα λόγο ακυρότητος : "Σύμφωνα με το επίμαχο ....59/1991 ειδικό πληρεξούσιο και εργολαβικό του συμβολαιογράφου Χ. Σ., εις εκτέλεση του οποίου καταρτίστηκε το προσβαλλόμενο συμβόλαιο - αφού προηγήθηκε εκχώρηση της εξ αυτού απαιτήσεως προς την εναγομένη εταιρία - η εξουσιοδοτούσα κυρία του όλου ακινήτου εταιρία..., παρέσχε στους εν λόγω δικηγόρους την εξής εντολή και πληρεξουσιότητα : "προς λήψη της άνω αμοιβής των (η οποία αμοιβή συμφωνήθηκε σε γη ποσοστού 3% του ακινήτου) οι εντολοδόχοι δικαιούνται να εκτελέσουν το παρόν και να μεταβιβάσουν την γη που θα αντιστοιχεί κατά τα άνω στην αμοιβή τους, εις εαυτούς ή τρίτους...

και με αυτοσύμβαση, με προσύμφωνο ή οριστικό συμβόλαιο καθώς και με τη μορφή σύστασης κάθετης επί μέρους ιδιοκτησίας με ποσοστό συνιδιοκτησίας ανάλογο της έκτασης που θα δικαιούνται, σε σχέση με τα ποσοστά που αντιστοιχούν στην κάθετη ιδιοκτησία εντός της οποίας ήδη σήμερα βρίσκεται η ως αμοιβή μεταβιβασθησόμενη γη, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής...".

Ωστόσο, όπως ομολογεί η ενάγουσα στην αγωγή της, ολόκληρο το μείζον ακίνητο των 17.630 στρεμμάτων έχει υπαχθεί στο σύστημα της κάθετης ιδιοκτησίας, γεγονός που αποκλείει τη μεταβίβαση αυτούσιου ποσοστού εξ αδιαιρέτου 3% του ακινήτου. Έτσι, προκειμένου να εκτελεστεί το εν λόγω προσύμφωνο, θα έπρεπε, είτε να μεταβιβαστεί (ολόκληρη) μία από τις αρχικώς συσταθείσες κάθετες ιδιοκτησίες, εφόσον όμως υπήρχε κάθετη ιδιοκτησία με ποσοστό συγκυριότητας 3% επί του όλου (δηλαδή ποσοστό ίσο με εκείνο της απαίτησης), πράγμα που δεν επικαλείται η ενάγουσα, είτε να συσταθεί νέα κάθετη ιδιοκτησία με την κατ' ανάγκην διαίρεση μιας από τις υπάρχουσες - όπως ρητά προβλέπεται στο προσύμφωνο, πράγμα όμως που, μετά την ισχύ του Ν. 2052/1992 (ο οποίος δεν ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης του προσυμφώνου), απαγορεύεται.

Συνεπώς, ο μοναδικός τρόπος εκτέλεσης και υλοποίησης του προσυμφώνου ήταν η δημιουργία σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, με τη μορφή της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας επί νομίμως συσταθείσης καθέτου ιδιοκτησίας, όπως ακριβώς έγινε με το προσβαλλόμενο συμβόλαιο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ως προς το επίμαχο ζήτημα ότι από το προσβαλλόμενο ως άνω συμβόλαιο, παρά την δυσνόητη διατύπωσή του, δεν προκύπτει ότι διαιρέθηκε η νομίμως συσταθείσα Στ-ι κάθετη ιδιοκτησία σε δύο κάθετες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ώστε να προσκρούει στην απαγόρευση του ν. 2052/92, αλλά ότι συνεστήθη νέα οριζόντιος ιδιοκτησία σε όροφο της οικοδομής που θα ανεγερθεί επί του τμήματος του οικοπέδου που αντιστοιχεί στην εν λόγω κάθετη ιδιοκτησία και ειδικότερα ότι πρόκειται για σύνθετη κάθετη ιδιοκτησία, στην οποία αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητος θα είναι ο όροφος που θα κατασκευαστεί με ποσοστό συνιδιοκτησίας 1,25% επί του ενιαίου οικοπέδου των 17.630 στρεμμάτων και αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του τμήματος της Στ-ι ιδιοκτησίας, εμβαδού 170 στρεμμάτων, που περιγράφεται στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό.

Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον προειρημένο λόγο ακυρότητος του επιδίκου συμβολαίου, όπως άλλωστε και τους λοιπούς λόγους ακυρότητος αυτού, που προεβλήθησαν με την ένδικο αγωγή και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης δίκης. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 2052/1992, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες συναφείς διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 Α.Κ. και 1 επ. του ν. 1024/1971, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς ουσιώδη ζητήματα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Τούτο δε, διότι, ενώ δέχεται με την απόφασή του ότι το επίμαχο συμβόλαιο δεν πάσχει ακυρότητα, διότι παρά την ασαφή και δυσνόητη διατύπωσή του δεν επάγεται διαίρεση της νομίμως υφισταμένης Στ-ι καθέτου ιδιοκτησίας σε δύο νέες αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2052/1992, αλλά δημιουργία σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, με τη μορφή της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας επί νομίμως συσταθείσης καθέτου ιδιοκτησίας, δεν παραθέτει τις αναγκαίες για την θεμελίωση του αποδεικτικού του αυτού πορίσματος αιτιολογίες, ως προς τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν και εξατομικεύουν την δεκτή γενομένη σύνθετη κάθετη ιδιοκτησία.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος διαιρέσεως της νομίμως συνεστημένης καθέτου ιδιοκτησίας, οι επί μέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες που δημιουργήθηκαν και κυρίως η αυτοτελής οριζόντιος ιδιοκτησία (όροφος ή διαμέρισμα), που περιήλθε στην αναιρεσίβλητη, με ειδικότερο προσδιορισμό και περιγραφή αυτής από απόψεως θέσεως, επιφανείας, ορίων, ποσοστών συμμετοχής της επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της εφ' ης η κάθετος ιδιοκτησία οικοδομής αλλά και του όλου ακινήτου κλπ.

Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος κατά το νοηματικό αυτού περιεχόμενο, ως πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., υπό την έννοια της εκ πλαγίου} δηλαδή παραβιάσεως της προρρηθείσης διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.2052/1992, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και συνακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και να αναπεμφθεί, ως προς τον λόγο αυτό στο Γ' Τμήμα, το οποίο θα παραπέμψει την υπόθεση στο δικάσαν Εφετείο.

Εφόσον δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, για τους οποίους επιφυλάχθηκε να αποφασίσει το τμήμα, πλήττουν άλλα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως (άλλοι λόγοι ακυρότητος του επιδίκου συμβολαίου) και συνεπώς δεν καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια της προκειμένης αποφάσεως, πρέπει να αναπεμφθεί και ως προς τους λόγους αυτούς η υπόθεση στο Γ' Τμήμα, το οποίο, μετά την έρευνα και των λοιπών αυτών λόγων αναιρέσεως, θα παραπέμψει την υπόθεση στο Εφετείο είτε κατά μόνο το άνω αναιρεθέν μέρος της, είτε, και ως προς άλλα κεφάλαια αυτής ".

Το Τμήμα τούτο, συμμορφούμενο με την πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας του Λ.Π., θα παραπέμψει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο Εφετείο Θεσσαλονίκης μετά την έρευνα και των λοιπών λόγων αναιρέσεως, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.

Η αναιρεσείουσα με τους υπ' αριθμ. πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αναιρετικούς λόγους πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 229, 235, 335, 999, 1002, 1192, 1198 ΑΚ, 6 παρ. 2 του ν. 2052/1992, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 επ.

του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ και 1 επ. του ν. 1024/1971, και 14 του ν. 3741 1929 και για παράλειψη εφαρμογής των άρθρων 229, 335 και 999 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 και 180 του ίδιου Κώδικα, αποδίδοντας σ' αυτή την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. και,ειδικότερα : α) με τον υπό στοιχ. 1 λόγο ακυρότητας του προσβαλλόμενου συμβολαίου ότι αυτό είναι άκυρο, επειδή αναγράφεται σ' αυτό ως μεταβιβαζόμενη αυτοτελής ιδιοκτησία υπό στοιχ. '' Στ 1", ενώ τέτοια ιδιοκτησία δεν έχει νομίμως συσταθεί και είναι ανύπαρκτη, αφού η νομίμως συσταθείσα ιδιοκτησία φέρει το στοιχ. "Στ ι (ιώτα)" και όχι "Στ 1 (ένα), β) με τον υπό στοιχ. 1.1 λόγο ακυρότητας ότι είναι άκυρο το εν λόγω συμβόλαιο;

επειδή η συσταθείσα με αυτό, ως τμήμα της κάθετης ιδιοκτησίας Στ ι, νέα ιδιοκτησία δεν έχει ορισμένο ποσοστό συγκυριότητας επί της ιδιοκτησίας Στ ι, αφού ορίζεται μεν στο συμβόλαιο ότι η εν λόγω ιδιοκτησία έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 1,25% εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου των 17.630 στρεμμάτων, δεν ορίζεται όμως ποιο ποσοστό συνιδιοκτησίας έχει επί της αυτοτελούς κάθετης Στ ι ιδιοκτησίας, γ) με τον τρίτο λόγο ακυρότητας, κατά το πρώτο μέρος του, ότι το συμβόλαιο είναι διττώς άκυρο, αφενός επειδή η γενόμενη με αυτό δημιουργία νέας αυτοτελούς ιδιοκτησίας αποτελεί στην πραγματικότητα διαίρεση της ιδιοκτησίας Στ ι σε δύο κάθετα τμήματα κατά παράβαση του ν. 2052/1992 και αφετέρου, επειδή αποβλέπει στην καταστρατήγηση της απαγόρευσης δημιουργίας κάθετων ιδιοκτησιών σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, που θεσπίζει ο ν. 2052/1992, δ) με το δεύτερο μέρος του ίδιου παραπάνω (τρίτου) λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή η δημιουργία νέας αυτοτελούς ιδιοκτησίας με το συμβόλαιο που προαναφέρθηκε αποτελεί στην πραγματικότητα διαίρεση της ιδιοκτησίας Στ 1 σε δύο τμήματα, πλην μονομερώς, χωρίς δηλαδή τη σύμπραξη όλων των ιδιοκτητών της αυτοτελούς κάθετης Στ 1 ιδιοκτησίας, ε) με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης ότι είναι άκυρο το προσβαλλόμενο συμβόλαιο, επειδή δεν έχει μεταγραφεί ως πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, στ) με τον υπό στοιχ. 1.5 λόγο ακυρότητας (τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης) ότι είναι άκυρο το προσβαλλόμενο συμβόλαιο, επειδή κατά τη σύνταξή του οι συμβληθέντες ως αντιπρόσωποι της πωλήτριας εταιρίας .....δικηγόροι Θ.

Λ. και Δ. Μ. ενήργησαν καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας που τους χορηγήθηκε με το υπ' αριθμ. ....59/1991 προσύμφωνο (ειδικό πληρεξούσιο - εργολαβικό), αφού με αυτό δεν τους είχε δοθεί η εντολή να προβούν ούτε σε μεταβίβαση διαιρετού τμήματος κάθετης ιδιοκτησίας, ούτε σε μονομερή τροποποίηση και διαίρεση κάθετης ιδιοκτησίας σε περισσότερες, ούτε σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ούτε σε κανονισμό σχέσεων συνιδιοκτητών όσον αφορά το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως ορισμένου τμήματος του ακινήτου και ζ) με τον έκτο λόγο ακυρότητας, ότι με δεδομένη την ακυρότητα του επίμαχου συμβολαίου ως πράξης συστάσεως οφοροκτησίας, αυτό είναι άκυρο και ως πράξη μεταβίβασης του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του 1,25 % του όλου ακινήτου.

Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, συναφείς κατά το νομικό τους αντικείμενο με τον παραπεμφθέντα από την πιο πάνω Ολομέλεια λόγο, ως συνδεόμενοι άμεσα με την τύχη αυτού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4112/1929, Περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανικών και άλλων εγκαταστάσεων: "Διά την ασφάλεια του δανείου ή άλλης πιστώσεως παρεχομένων εις βιομηχανικός ή άλλας επιχειρήσεις, χρησιμοποιούσας μονίμους μηχανικάς ή άλλας εγκαταστάσεις επιτρέπεται η σύστασις υποθήκης, εκτός του οικοδομήματος, και επί των εν αυτώ μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και λοιπών προσαυξημάτων, συμπεπηγμένων τω οικοδομήματι ή τω εδάφει αυτού είτε εγκατεστημένων ή μονίμως εντεθειμένων εν αυτοίς" (παρ. 1). "Ευθύς ως τα μηχανήματα και αι λοιπαί εγκαταστάσεις εμπηγούν ή εντεθούν εις το οικοδόμημα ή το έδαφος, κατά τα ανωτέρω παν επ' αυτών προϋπάρχον δικαίωμα οποιασδήποτε φύσεως αποσβένονται αυτοδικαίως, δεν δύναται δε εφεξής να αποτελέσωσιν αντικείμενον ιδίων και κεχωρισμένων από των επί του οικοδομήματος ή του εδάφους δικαιωμάτων" (παρ. 2). "Η εγγραφείσα υποθήκη δεν επεκτείνεται επί των κινητών και εργαλείθ)ν, τα οποία κατά την συνήθη πείραν και προς εκτέλεση του προορισμού των, ευρίσκονται εις διαρκή και ελευθέραν μετακίνησιν εν τω εργοστασίω" (παρ.3).

Από το σκοπό και τη γραμματική διατύπωση του νόμου αυτού ("επιτρέπεται η σύσταση υποθήκης..."), αλλά και από τον ίδιο τον τίτλο του ("περί συστάσεως υποθήκης..."), συνάγεται, ότι οι διατάξεις του δεν αφορούν την προσημείωση υποθήκης με τίτλο δικαστικής απόφασης, αλλά εφαρμόζονται μόνο επί υποθήκης που στηρίζεται στην ιδιωτική βούληση και όχι σε υποθήκη βάσει τίτλου από το νόμο ή από δικαστική απόφαση, όπως επίσης ούτε και σε υποθήκη που έχει τραπεί σε τέτοια κατόπιν προσημειώσεως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου: "Απαγορεύεται προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου η αποκαθήλωσις ή αφαίρεσις και εκποίησις των μηχανημάτων και λοιπών εγκαταστάσεων, εκτός αν εις τούτο συνήνεσε προηγουμένως και εγγράφως ο δανειστής. Κατά τα λοιπά η προς εξυπηρέτησιν της παραγωγής του εργοστασίου χρήσις των μηχανημάτων είναι ακώλυτος" (παρ. 1). "Απαγορεύεται επίσης, προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου, η εκποίησις ή εκμίσθωσις της βιομηχανικής επιχειρήσεως ή κατ" άλλον τρόπον παραχώρησις της εκμεταλλεύσεως αυτής εις τρίτους, πλην αν συνήνεσεν εις τούτο προηγουμένως ο δανειστής" (παρ. 2). "Η παραβίασις των απαγορεύσεων των εδαφ. 1 και 2 συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυτον ακυρότητα της δικαιοπραξίας..." (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με τα άρθρα 68 του ΕισΝΑΚ και 52 παρ. 19 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει, ότι επί δανείων ή πιστώσεων, που χορηγούνται σε βιομηχανικές ή άλλες επιχειρήσεις, προς ασφάλεια των οποίων εγγράφεται υποθήκη εκτός του οικοδομήματος και επί των υπαρχόντων σε αυτό μηχανημάτων, εγκαταστάσεων κ.λπ., απαγορεύεται πριν από την ολοσχερή εξόφληση του δανείου και η μεταβίβαση ή κατ' άλλο τρόπο παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως της βιομηχανικής επιχειρήσεως σε τρίτους, εκτός αν συναίνεσε σε αυτή προηγουμένως και εγγράφως ο ενυπόθηκος δανειστής.

Η παραβίαση της παραπάνω απαγορεύσεως συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, την οποία μπορεί να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Οι αναφερθείσες διατάξεις του ανωτέρω Ν 4112/1929, αλλά και ο νόμος αυτός στο σύνολο του, έχουν έδαφος εφαρμογής όχι μόνο στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, αλλά και σε όλες γενικώς τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μόνιμες εγκαταστάσεις, είτε μηχανικές είναι αυτές είτε όχι, και υφίσταται ως εκ τούτου δυνατότητα παροχής δανείου ή άλλης πιστώσεως και συνακολούθως εγγραφής υποθήκης με βάση τις ειδικές διατάξεις του νόμου τούτου, τέτοιες δε επιχειρήσεις είναι προδήλως και οι τουριστικές και οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (ΑΠ 449/2000, ΑΠ 442/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον με αριθμό 2 λόγο ακυρότητας της γενομένης με το προσβαλλόμενο συμβόλαιο μεταβίβασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση αυτή είναι άκυρη κατά το άρθρο 4 του ν. 4112/1929, διότι έγινε χωρίς τη συναίνεση των αναφερόμενων Τραπεζών, οι οποίες, πριν από τη σύναψη του συμβολαίου, από το 1969 και εντεύθεν είχαν εγγράψει επί ολοκλήρου του ακινήτου, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, τις αναφερόμενες υποθήκες και προσημειώσεις, απαριθμούμενες υπό στοιχεία α' έως και μ'.

Επί του λόγου αυτού ακυρότητας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, μολονότι ιστορεί ότι το μείζον ("ολόκληρο") ακίνητο των 17.630 στρεμμάτων προήλθε από συνένωση και ενοποίηση 169 επί μέρους ακινήτων (που αποκτήθηκαν με ισάριθμα συμβόλαια), η οποία ενοποίηση έλαβε χώρα το έτος 1990, εντούτοις ισχυρίζεται στη συνέχεια, ότι ενεγράφησαν "επί ολοκλήρου του ακινήτου" οι αναφερόμενες υποθήκες (όσες από αυτές ενεγράφησαν μέχρι το έτος 1990), ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι ενεγράφησαν υποθήκες σε "ολόκληρο" το ακίνητο πριν αυτό καταστεί ενιαίο και ολόκληρο, αφού μέχρι το έτος 1990 δεν υφίστατο ένα ενιαίο ακίνητο αλλά πολλά αυτοτελή και επί μέρους ακίνητα.

Συνεπώς, οι υποθήκες που ενεγράφησαν πριν από την κατά το έτος 1990 ενοποίηση του ακινήτου είχαν κατ' ανάγκη εγγραφεί σε ορισμένο ή ορισμένα από τα επί μέρους ακίνητα, τα οποία όμως δεν προσδιορίζει η αναιρεσείουσα, ώστε να είναι ορισμένος και δεκτικός δικαστικής εκτιμήσεως ο ισχυρισμός της. Έτι περαιτέρω, μη νόμιμος είναι ο εν λόγω ισχυρισμός ως προς όσες υποθήκες ενεγράφησαν με βάση τίτλο από το νόμο, όπως είναι η μνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 1262 αριθ. 7 ΑΚ, καθώς επίσης και ως προς εκείνες οι οποίες ενεγράφησαν δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, όπως είναι οι υπό στοιχ. λδ, λε, λστ, λζ, λη, λΟ και μ, αφού οι διατάξεις του ν. 4212/1929 έχουν πεδίο εφαρμογής μόνο επί υποθήκης παρεχομένης από ιδιωτική βούληση". Κατόπιν τούτου, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ακυρότητας ως αόριστο και, όσον αφορά τις υποθήκες που ενεγράφησαν με βάση τίτλο από το νόμο και δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, ως μη νόμιμο. Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1264 εδάφ. τελευταίο και 1266 ΑΚ και του άρθρου 4 του ν. 4112/1929, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 14 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ, δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία κρίνεται από το περιεχόμενο της εν όψει όχι μεμονωμένως της αιτίας, που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που την συνοδεύουν.

Κατά το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου (άρθρ. 178 ΑΚ) άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και ειδικότερα τη δεύτερη προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία και δη: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) η εκμετάλλευση της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο.

Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητος της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, χωρίς να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας αυτής λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη κατά την στην αρχή της σκέψεως αυτής γενική διάταξη του άρθρου 178 Α.Κ., αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ' αυτήν ανήθικο χαρακτήρα, κατά τα επίσης στην αρχή της σκέψεως αυτής λεχθέντα συναφώς προς την ακυρότητα δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη κατ' εφαρμογή της, κατά τα άνω γενικής διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ.

Φανερή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη του λογικού και έχοντος πείρα των συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως ανεκτό να αποκομίζει κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία άλλου, κρίνεται δε εν όψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά τον χρόνο κατάρτισής της.

Ως κουφότητα του συμβαλλομένου νοείται η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών του, ως απειρία δε η έλλειψη της απαιτουμένης συνήθως πείρας ως προς τις συναλλαγές και τη ζωή γενικά έστω και αναφορικά προς ένα συγκεκριμένο τομέα. Τέλος ως ανάγκη θεωρείται εκτός άλλων και η οικονομική ανάγκη, εφόσον έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξάρτητα, αν είναι παροδικής ή μόνιμης φύσεως.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προκύπτει, ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία μεταξύ εντολέα και δικηγόρου, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος της αμοιβής από την έκβαση της δίκης. Το ποσό όμως της αμοιβής αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, δυναμένη να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί ακινήτου.

Η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, εφόσον ο δικηγόρος ανέλαβε συγχρόνως την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται αμοιβή είτε ο ίδιος είτε ο πληρεξούσιος του είτε ακόμη ο υποκατάστατος αυτού σε οποιοδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας. Έτσι, η σύμβαση αυτή, γνωστή ως εργολαβία δίκης, είναι υποσχετική και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχημένης έκβασης της δίκης.

Ως έκβαση της δίκης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, άρα και ως πλήρωση της ανωτέρω αναβλητικής αίρεσης, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο πελάτης έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Περαιτέρω, αν η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, η σχετική συμφωνία είναι άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ) ue βάση τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ μόνο κατά το υπερβάλλον.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον με στοιχείο 4. 2 λόγο ακυρότητας ισχυρίζεται, ότι το με αριθμό 4759/1991 προσύμφωνο - πληρεξούσιο - εργολαβικό δίκης και το σε εκτέλεση αυτού συνταχθέν (ήδη προσβαλλόμενο) 6728/1994 συμβόλαιο είναι άκυρα ως αισχροκερδή, επειδή οι δύο πληρεξούσιοι δικηγόροι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική ανάγκη της εταιρείας ...., η οποία τότε ήταν κατάχρεη και απειλείτο άμεσα με πλειστηριασμούς από τις δανείστριες Τράπεζες για απαιτήσεις τους άνω των 11.000.000.000 δραχμών, συνομολόγησαν και πέτυχαν αντιπαροχή αξίας 229.500.500 δρχ.

κατά την προεκτίμηση της εφορίας ή 1.700.000.000 δρχ. κατά την δική της εκτίμηση για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών αξίας 850.000 δρχ., όπως οι ίδιοι αποτιμούν τις υπηρεσίες αυτές. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ δεν αφορά τη συμφωνία για την αμοιβή μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου του στην περίπτωση της εργολαβικής δίκης, αφού σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, ρυθμίζονται από το νόμο τα όρια στα οποία μπορεί να κυμανθεί η αμοιβή του δικηγόρου, με τον καθορισμό του ανώτατου επιτρεπτού ορίου της αμοιβής αυτής (20% επί του αντικειμένου της δίκης), οπότε, αν η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερβαίνει το ποσοστό αυτό, τότε είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον με βάση τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως μη νόμιμο κατά τούτο το λόγο αυτό ακυρότητας του προσβαλλόμενου συμβολαίου, ενώ περαιτέρω, δέχτηκε, ότι η συμφωνηθείσα στη συγκεκριμένη περίπτωση αμοιβή, ανερχόμενη σε ποσοστό 3% επί του ακινήτου, υπολείπεται κατά πολύ του ανωτάτου ορίου του ποσοστού 20% επί του αντικειμένου της δίκης, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταπλεονεκτική συμφωνία αμοιβής των δικηγόρων.

Κατόπιν τούτου, δέχτηκε, ότι η άνω συμφωνία αμοιβής των δικηγόρων δεν είναι καταπλεονεκτική και, ακολούθως, απέρριψε ως αβάσιμο κατά τούτο το λόγο ακυρότητας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει παρόμοιες κρίσεις. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ν. 3026/1954 και 179 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, για το ότι δεν είναι καταπλεονεκτική η επίμαχη συμφωνία αμοιβής των δικηγόρων.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθ. 559 ΚπολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 14/2004, 12/2000, 469/1984). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 25/2003, 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άθρρο 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της α) περί ακυρότητας του επίδικου συμβολαίου( με το οποίο έγινε η μεταβίβαση στην αναιρεσίβλητη του επίμαχου ακινήτου, χωρίς τη συναίνεση των αναφερόμενων Τραπεζών, οι οποίες πριν τη σύναψη του συμβολαίου είχαν εγγράψει υποθήκες και προσημειώσεις προς ασφάλεια δανείων που είχαν χορηγηθεί από αυτές και β) περί ακυρότητας της μεταβίβασης της αυτοτελούς ιδιοκτησίας Στ-1, αφού τέτοια ιδιοκτησία δεν είχε νομίμως συσταθεί.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε τον μεν πρώτο ως μη νόμιμο, τον δε δεύτερο ως αβάσιμο. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 339, 352 ΚΓΙολΔ., η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που, όταν γίνει ενώπιον του Δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι από το προσβαλλόμενο συμβόλαιο ουδόλως προκύπτει, ότι η κάθετη αυτή ιδιοκτησία διαιρέθηκε σε δύο κάθετα τμήματα ως αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες και συστάθηκε νέα οριζόντια ιδιοκτησία επί της νομίμως συσταθείσας κάθετης ιδιοκτησίας, πριν την ισχύ του ν. 2052/1992 και ότι έτσι δεν καταστρατηγείται η απαγόρευση δημιουργίας κάθετων ιδιοκτησιών σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως που θεσπίζει ο νόμος αυτός, δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στο τεύχος "Πανόραμα - έκθεση στοιχείων", καθώς και δικαστική ομολογία της στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, όπου ρητώς γίνεται λόγος περί μεταβιβάσεως στην αναιρεσίβλητη "κάθετης επί μέρους ιδιοκτησίας", ενώ με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλομένη) την από την αμέσως πιο πάνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο άφησε αδίκαστο το αγωγικό της αίτημα περί ακυρώσεως του προσβαλλόμενου συμβολαίου, επειδή δεν έχει μεταγραφεί ως πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, επειδή, καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των προαναφερόμενων αναιρετικών λόγων που έγιναν δεκτοί. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τον αναιρεθέντα από την πιο πάνω Ολομέλεια δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης καθώς και τους λοιπούς, ως συμπαραπεμπόμενους, αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της όλης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσιάζει η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ), βλ. σχετ. και ΑΠ 887/2008).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 672/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο και τους λοιπούς αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους της από 15.10.2007 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "...", περί αναίρεσης της υπ' αριθμ. 672/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση ως προς τους λοιπούς αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους αναίρεσης.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ