Supreme Court quashes labor contract appeal for failure to consider submitted documentary evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the First Instance Court's decision regarding a labor dispute between an employee and an employer. The employee argued that the court failed to consider specific witness testimonies and official certificates submitted during the appeal proceedings. The court ruled that the lower court's omission of this evidence constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The failure of a court of second instance to consider documentary evidence lawfully submitted by the appellant constitutes a ground for cassation, necessitating the remittal of the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 911 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 911/2017
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ., συζ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβέρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2013 (με αριθμό κατάθεσης 108637/3950/2013) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2533/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2016 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 01.07.1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτης γενικών καθηκόντων, έναντι καθαρών αποδοχών ύψους 1.000 ευρώ. Ότι κατά την 01.01.2004, η προηγούμενη σύμβαση εργασίας του τροποποιήθηκε και συμφωνήθηκε ότι θα προσφέρει τις υπηρεσίες του, πέραν των ανωτέρω και ως σερβιτόρος, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή σε οκτάωρη βάση, έναντι μηνιαίων αποδοχών που θα διατηρούνταν στο ύψος των 1.000 ευρώ.
Ότι παρείχε δε τις υπηρεσίες του προσηκόντως, με εν τοις πράγμασι ωράριο από 16.00 έως 23.00, Δευτέρα έως Πέμπτη, από 17.00 έως 4.00 π.μ. την Παρασκευή και από 10.00 π.μ. έως 04.00 π.μ. το Σάββατο και την Κυριακή, πλην όμως η εναγομένη δεν του κατέβαλλε αποδοχές ανταποκρινόμενες στο πραγματικό ωράριο εργασίας του, ούτε επιδόματα αποδοχών και αδείας, ούτε του χορηγούσε την νόμιμη άδεια ανάπαυσης, ενώ την 30.12.2012, η τελευταία κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας ενεργώντας καταχρηστικά, για τους λόγους που ειδικότερα στην αγωγή, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ενόψει αυτών, ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής του, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη από την 01.07.1998 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους μικτής απασχόλησης, άλλως με απλή σχέση εργασίας, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30.12.2012 καταγγελίας αυτής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και συνθήκες απασχόλησης έναντι καταβολής των νομίμων αποδοχών του, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 23.230,70 για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 31.12.2012 έως και 31.10.2013 και επικουρικά το ποσό των 10.840,67 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, περαιτέρω δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 27.047,40 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008 έως 2012 και να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 77.887,20 ευρώ για διαφορές αποδοχών των παραπάνω ετών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του, άπαντα δε τα ποσά νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2533/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων μερών, εκδόθηκε η 431/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και δικάσθηκε η υπόθεση κατ'ουσίαν απορρίφθηκε η αγωγή.
Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την από 26.05.2016 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 14/2005), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου ότι έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016, 2258/2013, 1009/2010).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 6/2012, 1254/2010, 1544/2007).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο αυτού σκέλος), ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο αποδεικτικό μέσο που αυτός νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προέκυπτε η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του, ότι δηλαδή, αυτός συνδεόταν με την εναγόμενη από την 01.07.1998 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, ότι υπήρξε εκ μέρους της καταχρηστική καταγγελία και ότι έχει σε βάρος της τις αναφερόμενες στην αγωγή εργασιακές αξιώσεις και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../2013 και ...2013 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, των μαρτύρων Α.
Κ. και Δ. Κ., οι οποίες δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και συνεκτίμησε αυτές κατά τη μόρφωση του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, (αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, και τα λοιπά θέματα που αναφέρονται παραπάνω) μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, εφόσον δεν κάνει καμμία συγκεκριμένη αναφορά στα ιδιαίτερα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, που παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου (κατά το πρώτο αυτού σκέλος).
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 431/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος).
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ
και
ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιότερων
Αρεοπαγιτών
αποχωρησάντων,
η αρχαιότερη
της συνθέσεως Αρεοπαγίτης.