Legislator Case Law & Legislation
90/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against demolition order due to lack of procedural defects in evidence evaluation.

Case Number 90/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court's demolition order. The appellant argued that the lower court failed to properly justify its evidence assessment and awarded excessive demolition costs without clear reasoning. The court ruled that deficiencies in the analysis of evidence do not constitute grounds for appeal when the final evidentiary finding is clearly stated, and that arguments regarding evidence evaluation are not 'reasoning' subject to challenge under the relevant civil procedure articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that deficiencies in the reasoning regarding the analysis and weighing of evidence do not constitute insufficient grounds for appeal if the evidentiary finding is clearly formulated, as such arguments relate to the evaluation process rather than the reasoning itself.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation reasoning requirement demolition order civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 575(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 326/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to filing after two-year limitation period under Article 559(14) of Civil Procedure Code.
AP 68/2023
Appeal discussion dismissed due to illegal service of summons via unsworn door taping. The court ruled the appeal inadmissible because the respondent failed to appear and the summons was invalid. The Supreme Court declared the appeal discussion inadmissible because the respondent failed to appear and the summons was invalidly served via unsworn door taping. The court ruled the appeal discussion inadmissible due to the respondent's absence and the invalidity of the summons served by door taping without a witness signature. The court declared the appeal discussion inadmissible because the respondent was absent and the summons was invalidly served without a witness signature. The court declared the appeal discussion inadmissible because the respondent was absent and the summons was invalidly served without a witness signature.
AP 1219/2022
Supreme Court allows appeal against small claims judgment for admitting unproven facts affecting the verdict.
AP 608/2021
Supreme Court dismisses appeal on grounds of procedural defect and rejects liability claim against employer for employee's negligence.
AP 532/2020
Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to procedural time limit error.
AP 50/2019
Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to lack of legal grounds and absence of defendant.
AP 1152/2018
Supreme Court dismisses appeal against final judgment as inadmissible due to lack of finality for absent co-defendants.
AP 1753/2017
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and improper procedural arguments.
AP 861/1984
AP 809/2022
Appeal dismissed for lack of legal basis; lower court ignored facts supporting appellant's argument.
AP 38/2020
Supreme Court dismisses appeal for inadmissible reasons regarding insufficient and contradictory reasoning in the lower court's decision.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 90 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 90/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Κ., κατοίκου ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπελούμπαση και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου οικισμού ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (βλ. και ΑΠ 326/2023, ΑΠ 68/2023, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 608/2021, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1152/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 102/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νόμιμα προσκομιζόμενη, από τον αναιρεσείοντα, μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. .../18-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο .., Ν. Κ., ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κατ' άρθρο 127 § 1 ΚΠολΔ, για την αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμο της 18ης-10-2021, από την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο.

Ωστόσο, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος ούτε παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και, συνεπώς, θα δικαστεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 11-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 44/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και καταβλήθηκε το προσήκον για την άσκησή της παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει, από την υπ'αριθμ…./11-2-2020 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ. καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεξεπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ' άρθρο 694 Α.Κ.

της συμφωνηθείσης αμοιβής του. Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα (δηλαδή, ατελειών που αφορούν κυρίως την υλική του υπόσταση - 535 ΑΚ, πρβλ.

και ΑΠ 1488/2017), ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως αυτό της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως (Α.Π. 877/2013, ΑΠ 1714/2012, ΑΠ 1410/2011, ΑΠ 931/2010, ΑΠ 503/2010). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των - εκ των ανωτέρω διατάξεων - άρθρων 689 και 690 Α.Κ.

σε συνδυασμό και με αυτήν του άρθρου 687 ΑΚ, προκύπτει, επίσης, ότι επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, εάν διαρκούσης της εκτελέσεως του έργου προβλέπεται ορισμένως ελαττωματική κατασκευή τούτου από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ` αυτού προστηθέντων, κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 Α.Κ.

αξιώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελαττωματική κατασκευή μέρους του έργου (δηλαδή κάθε ζημία που προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα), χωρίς μάλιστα να αναμείνει την περάτωση του έργου, διότι και η περίπτωση αυτή εξομοιώνεται προς εκείνη του έργου που περατώθηκε, αφού εκ των πραγμάτων η περάτωση αυτού σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως (αποκλείοντας την ύπαρξη ελαττωμάτων) κατέστη αδύνατη (ΑΠ 256/2021, ΑΠ 1182/1987).

Η ευθύνη του εργολάβου για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου, μολονότι αποτελεί ευθύνη για μη εκπλήρωση δεν ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις για μη εκπλήρωση της σύμβασης, αλλά από τις ως άνω ειδικές διατάξεις.

Συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέες στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις των άρθρου 335 ΑΚ (αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση), ούτε του άρθρου 382 ΑΚ (επί παροχής που κατέστη αδύνατη από γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη εις των συμβαλλομένων μερών). Ομοίως, οι διατάξεις των άρθρων 340-343, 383-385ΑΚ που προϋποθέτουν υπερημερία του οφειλέτη (ή ενός των συμβαλλομένων ως προς την παροχή του) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης του εργολάβου οπότε εφαρμόζεται η ειδική διάταξη του 690 ΑΚ υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι περιλαμβάνονται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά για την υπαγωγή τους στον άνω κανόνα Τούτο δεν προκύπτει από το γράμμα του νόμου αλλά από τη φύση της παροχής.

Και τούτο διότι ο εργολάβος αν εκτέλεσε το έργο χωρίς όμως να το παραδώσει, έχει ακόμη την ευχέρεια να διορθώσει τις ελλείψεις. Κατ' εξαίρεση, ο εργολάβος έχει ευθύνη κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ και πριν το χρόνο παράδοσης του έργου, όπως προαναφέρθηκε, όταν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του και πριν από την περάτωση προβλέπεται με βεβαιότητα ότι το έργο θα κατασκευαστεί ελαττωματικό.

Ο εργοδότης συνεπώς αποκτά τα ειδικά δικαιώματα των άρθρων 688-690 ΑΚ στην περίπτωση που η διόρθωση δεν είναι εφικτή ή αν ο εργολάβος αρνηθεί τη διόρθωση και πάντως πριν την περάτωση του έργου. Εδώ θα εφαρμοστεί ευθέως η ΑΚ 687 και αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 688-690 (μείωση, υπαναχώρηση ή αποζημίωση). Εννοείται ότι δεν συντρέχει η περίπτωση διόρθωσης εκ του άρθρου 688 ΑΚ, αφού για τη διόρθωση (εφόσον είναι αντικειμενικά εφικτή και δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες) εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ.

Η ευθύνη του εργολάβου θεμελιώνεται στην εκ των προτέρων (δηλαδή στο χρόνο πριν από την παράδοση του έργου) μη εκπλήρωση της σύμβασης. Υπό τις ως άνω προϋποθέσεις θεωρείται ότι ο εργολάβος παραβιάζει εκ των προτέρων την κύρια υποχρέωσή του για αποπεράτωση του αναληφθέντος έργου χωρίς ελλείψεις. Η αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης συνιστά θετικό ενδιαφέρον, τι θα είχε δηλαδή ο εργοδότης αν είχε παραλάβει έργο χωρίς πραγματικό ελάττωμα ή με τις συνομολογημένες ιδιότητες.

Έτσι, στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία, σε άλλα αγαθά , πέρα από το έργο, την οποία δεν θα είχε υποστεί αν το έργο δεν έφερε ελλείψεις (ΑΠ 1075/2017, ΑΠ 1273/2017).

Εξ ετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1875/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Συνάγεται δε, εξ αντιθέτου, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω (κατώτερων) δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση με ανάλογη εφαρμογή για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους (Ολ.Α.Π. 45/1987, ΑΠ 269/2015), μεταξύ των οποίων και εκείνοι των αριθμών 10, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος την από 7-8-2014 αγωγή, στην οποία ιστορεί τα ακόλουθα: Ότι κατόπιν συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εναγομένου που είναι εργολάβος οικοδομών, ανέθεσε στον τελευταίο να εκτελέσει τις αναγκαίες οικοδομικές εργασίες καθαίρεσης τμήματος του ανωγείου ορόφου της πατρικής του οικίας στο ……, που είχε υποστεί κατακρημνίσεις και την ανοικοδόμηση στη θέση του νέου κτίσματος, με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, τούβλα και σοβά, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα υποστύλωσης του παλαιού, ισογείου λιθόκτιστου ορόφου ως και του επ' αυτού πρώτου ορόφου.

Ότι, για την εκτέλεση του ως άνω έργου, συμφωνήθηκε ως αμοιβή του εναγομένου το ποσό των 3.000 € στο οποίο συμπεριλαμβανόταν τόσο η ατομική του αμοιβή όσο και η δαπάνη για κάθε εργατοτεχνίτη, τον οποίο θα προσλάμβανε ο ίδιος (εναγόμενος) με ευθύνη του και θα ήταν αναγκαίος για την εκτέλεση του έργου, ενώ ο ενάγων θα αναλάμβανε το κόστος προμήθειας των απαιτουμένων υλικών.

Ότι ο εναγόμενος εκτέλεσε μερικά το έργο πλην, όμως, με σοβαρές κατασκευαστικές ελλείψεις και χωρίς τους στοιχειώδες κανόνες της οικοδομικής τέχνης, πλημμέλειες τις οποίες εκθέτει λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής, με αποτέλεσμα το παραπάνω κατασκευασθέν έργο να είναι επικίνδυνο και να υπάρχει επιτακτική ανάγκη αποκαθήλωσης και εκ νέου κατασκευής του.

Αφού δε εξέθεσε περαιτέρω ο ενάγων, ότι εξ αιτίας των προαναφερομένων υπέστη ζημία από τον εναγόμενο συνολικού ύψους 10.777 €, εκ των οποίων 3.000 € αφορούν στο κόστος κατασκευής του επικίνδυνου κτίσματος (για καταβληθείσα στον εναγόμενο αμοιβή του ίδιου και του προσωπικού που εργάστηκε στην οικοδομή του), 2.777 € για την αγορά των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή και 5.000 €, για την αποξήλωση της επικίνδυνης κατασκευής και την απομάκρυνση των μπάζων, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό προς αποζημίωσή του, για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή ως βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.777 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησε έφεση ο εναγόμενος η οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της, κατ'ουσίαν. Και, ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρον 561 παρ 2 ΚΠολΔ (απορρίφθηκε η έφεση), με τις ακόλουθες αιτιολογίες : .... "Ο ενάγων είναι ομογενής από την Αφρική και με την επιστροφή του στην πατρίδα, αποφάσισε να ανακατασκευάσει την ευρισκόμενη στο … πατρική του οικία, προκειμένου να εγκατασταθεί σε αυτήν.

Περί τις αρχές του έτους 2010 ήρθε σε συμφωνία με τον εναγόμενο, ο οποίος αναλάμβανε εργολαβικά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, προκειμένου να του επισκευάσει τμήμα αυτής, δεδομένου δε ότι είχε προηγηθεί η επισκευή άλλου τμήματος της οικίας του περί το έτος 2008 από τον εργολάβο οικοδομών Φ. Φ.. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος τότε εργαζόταν ως υπάλληλος στο τμήμα της τεχνικής υπηρεσίας του …...

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να εκτελέσει ο εναγόμενος τις αναγκαίες εργασίες καθαίρεσης τμήματος του ανωγείου ορόφου της παλαιός διώροφης λιθόκτιστης οικίας που είχε υποστεί φθορές και να οικοδομήσει στη θέση του νέο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, τούβλα και σοβά, ενώ παράλληλα να προβεί σε εκτέλεση όλων των αναγκαίων έργων υποστυλώσεως του παλαιού ισογείου λιθόκτιστου ορόφου.

Ως αμοιβή για τις ανωτέρω εργασίες συμφωνήθηκε το ποσό των 3.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής των εργατοτεχνιτών, ενώ το κόστος προμήθειας των απαιτούμενων υλικών θα επιβάρυνε τον ενάγοντα, το οποίο τελικά ανήλθε στο ποσό των 2.777 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, ο εναγόμενος προσέλαβε ως βοηθούς δυο εργάτες, έναν Μολδαβό με το όνομα "Γ." και έναν Ρουμάνο με το όνομα "R.

I." και άρχισε την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, χωρίς? ωστόσο να έχει εκδοθεί για τις ανωτέρω εργασίες η απαιτούμενη οικοδομική άδεια και χωρίς την απαιτούμενη επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών από πολιτικό μηχανικό, αφού διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι τούτο δεν απαιτείται καθώς η οικία ευρίσκετο σε ένα μικρό χωριό, ενώ οι εργασίες που θα εκτελούσε δεν απαιτούσαν οικοδομική άδεια και μελέτη μηχανικού.

Ο εναγόμενος για την εκτέλεση του έργου χρησιμοποίησε τα υλικά που αγόρασε ο ενάγων όπως ακριβώς είχαν συμφωνήσει, ήτοι από το κατάστημα του Ι. Γ., ο ενάγων αγόρασε σίδερο, πλέγμα υποστυλωμάτων, πρόκες, σύρμα κ.λ.π. κόστους 1.229,66 ευρώ και από τη μάντρα οικοδομικών υλικών του Σ. Γ. αγόρασε κυρίως τσιμέντο, αμμοχάλικο κ.λ.π.

κόστους 1.548 ευρώ. Ο εναγόμενος στο πλαίσιο της εκτέλεσης του έργου κατασκεύασε στο υφιστάμενο παλαιό λιθόκτιστο ισόγειο, εμβαδού 11 τ.μ. τρία ασύνδετα υποστυλώματα, δυο δοκούς στηριζόμενους στα υποστυλώματα και στην υπάρχουσα λιθοδομή και μια πλάκα στηριζόμενη στους δοκούς και στη λιθοδομή, στοιχεία που αποτελούν τον φέροντα οργανισμό του ισογείου.

Εν συνεχεία στο πρώτο όροφο εμβαδού 42,60 τ.μ. κατασκεύασε άλλα τρία υποστυλώματα ομοίως ασύνδετα, όπως ακριβώς και στο ισόγειο, θεμελιωμένα σε υψηλότερη στάθμη, έξι δοκούς και τρεις πλάκες, το σύνολο των οποίων αποτελούν το σκελετό του ορόφου, ενώ κατασκεύασε τοιχοποιία από τούβλα. Μόλις ολοκληρώθηκε το έργο, ο ενάγων κάλεσε έναν εργάτη για να σοβατίσει τα τούβλα της τοιχοποιίας του πρώτου ορόφου και τότε διαπίστωσε ότι το κτίσμα παρουσίασε υγρασία.

Τελικά την εργασία του σοβατίσματος την πραγματοποίησε άλλος εργάτης αφού προηγήθηκε η τοποθέτηση ηλεκτρικών και υδραυλικών γραμμών. Ο ενάγων, ακολούθως, διαπιστώνοντας τα προβλήματα που προέκυψαν από την κατασκευή ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Η. Η. να προβεί σε έλεγχο του έργου, συντάσσοντας την από 29-7-2014 τεχνική του έκθεση.

Οι παραπάνω κατασκευές, όπως προκύπτει από την ανωτέρω τεχνική έκθεση παρουσιάζουν σοβαρές τεχνικές και κατασκευαστικές ελλείψεις. Ειδικότερα: πρόκειται για μια παλαιά διώροφη λιθόκτιστη οικία με στέγη, τμήμα της οποία καθαιρέθηκε και ανακατασκευάστηκε. Η ανακατασκευή περιλαμβάνει οπλισμένο σκυρόδεμα, τοιχοποιία και ευρίσκεται στο στάδιο των επιχρισμάτων.

Αυτό το νέο κατασκευασμένο τμήμα και μόνο από το γεγονός ότι έγινε χωρίς μελέτη και επίβλεψη, δηλαδή απλώς εμπειρικά και χωρίς έλεγχο δεν έχει αποδεδειγμένη στατική επάρκεια και συνεπώς συντρέχει κίνδυνος κατάρρευσης του ανά πάσα στιγμή. Ο φέρων οργανισμός του είναι μικτή κατασκευή αποτελούμενος από σκελετό με οπλισμένο σκυρόδεμα και φέρουσα τοιχοποιία, εκτείνεται δε σε δυο επίπεδα.

Δεν είναι γνωστός ο σιδηρούς οπλισμός του σκυροδέματος διότι δεν υπάρχει στατική μελέτη. Τα υποστυλώματα δεν έχουν την υποχρεωτική ελάχιστη διάσταση των 30 εκ., καθώς και δεν υπάρχουν συνδετήριοι δοκοί. Δεν τηρήθηκε η απόσταση του αντισεισμικού αρμού σε παρακείμενο διώροφο λιθόκτιστο κτίριο. Το εμφανές πέδιλο του υποστυλώματος Κ3 δεν έχει τις ελάχιστες απαιτούμενες διαστάσεις, δεν υπάρχουν επαρκείς επικαλύψεις στους οπλισμούς των υποστυλωμάτων και λόγω κακοτεχνιών φαίνονται σίδερα κυρίου οπλισμού με διατομή απαγορευτική μικρότερη της ελάχιστης επιτρεπόμενης.

Οι ίδιες διατομές φαίνονται και στις αναμονές στην πλάκα του πρώτου ορόφου. Το υποστύλωμα Κ4 του πρώτου ορόφου δεν είναι συνέχεια του κάτωθεν ευρισκόμενου Κ2 ως όφειλε, στηρίζεται ελάχιστα επ' αυτού, στηρίζεται ανορθόδοξα επί της δοκού Δ2 και αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο αστοχίας και άρα επικινδυνότητας του κτιρίου.

Αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πλημμέλειες στην κατασκευή καθιστούν το κτίριο στατικά επικίνδυνο και συνεπώς μη κατοικήσιμο σύμφωνα και με την ανωτέρω τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Η. Η.. Ο εναγόμενος, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας στο …., δεν είχε καμία ανάμιξη στο έργο, αλλά το μόνο που έκανε είναι να υποδείξει στον εναγόμενο τους δυο εργάτες για την κατασκευή.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, διότι αν η ανάμιξή του περιοριζόταν μόνο στην υπόδειξη των εργατών δεν θα αναλάμβανε να τους πληρώσει, με μόνο τη δικαιολογία ότι εκτέθηκε σε αυτούς αφού ο ενάγων κατά τους ισχυρισμούς τους δεν τους πλήρωνε. Αποδείχθηκε, δε, από όλες τις μεταξύ τους συναλλαγές και συμφωνίες ότι ο εναγόμενος ανέλαβε το έργο ως εργολάβος.

Άλλωστε διέθετε, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εμπειρία από οικοδομικές εργασίες, αφού πριν διοριστεί στο … εργαζόταν μαζί με τον αδερφό του σε οικοδομικές εργασίες, ενώ μια φορά είχε παραλάβει ο ίδιος τα υλικά που προορίζονταν για την επίδικη οικοδομή, γεγονός που δεν καταλείπει καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του.

Επομένως, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων πράγματι είχε συμφωνηθεί να αναλάβει ο εναγόμενος εργολαβικά την διεκπεραίωση των οικοδομικών εργασιών της οικίας του ενάγοντος. Αποδείχθηκε, δε, ότι από υπαιτιότητά του εναγόμενου, λόγω της προχειρότητας της επίβλεψης, της μη έκδοσης οικοδομικής αδείας, της έλλειψης μελέτης από πολιτικό μηχανικό, προέκυψε ζημία στον ενάγοντα, στον οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί καμία ευθύνη, δεδομένου ότι ο τελευταίος ζούσε χρόνια στο εξωτερικό και πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του ενάγοντα ότι δεν απαιτούνται τα ανωτέρω.

Συνεπώς ο ενάγων υπέστη τις κάτωθι ζημίες, ήτοι για το κόστος κατασκευής της οικίας κατέβαλε στον εναγόμενο 3.000 ευρώ, για την αγορά των οικοδομικών υλικών κατέβαλε το ποσό των 2.777 ευρώ, 1.229 ευρώ κατέβαλε στον έμπορο οικοδομικών υλικών Ι. Γ. και ποσό 1.548 ευρώ κατέβαλε στον έμπορο οικοδομών Σ. Γ.. Επιπλέον, ο ενάγων προκειμένου να προβεί στην καθαίρεση του εν λόγω επικίνδυνου κτίσματος απαιτείται να δαπανήσει το ποσό των 5.000 ευρώ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Η.

Η.υ...." Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, εκθέτει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν ερμηνεύτηκε ορθά η δήλωση βούλησης αυτού και του αντιδίκου του με βάση τις διατάξεις που αφορούν την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε ελήφθησαν υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, με αποτέλεσμα, η μεταξύ των διαδίκων σχέση να θεωρηθεί ως σύμβαση έργου, ενώ επρόκειτο για μια απλή καθημερινή φιλική σχέση διευκόλυνσης, δηλαδή για μία άνευ αντιτίμου καλόπιστη υπόδειξη εργατοτεχνιτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος για την υλοποίηση των εργασιών που επιθυμούσε ο αναιρεσίβλητος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ήτοι για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή..

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Δηλαδή, και εν συνόψει, η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Εξάλλου, οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 619/2015).

Ειδικότερα, στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι: "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ στο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Το άρθρο 173 ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 ΑΚ μόνον στις συμβάσεις (ΑΠ 1166/2021).

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη αφορά το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος και η δεύτερη αφορά το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Οι παραπάνω διατάξεις παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά την διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για την συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (πρβλ.

ΑΠ 357/2010, ΑΠ 1179/1996). Οι ίδιες διατάξεις όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, διότι (δήθεν) είναι σαφής, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010).

Οι ίδιες διατάξεις εξάλλου παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κατά τον άνω τρόπο παραβίαση των τελευταίων αυτών διατάξεων, ιδρύει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 554/2018).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως εξάγει το στηριζόμενο στην βούληση του δηλούντος (άρθρο 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως επίσης και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (άρθρο 200 ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1333/2012).

Εξάλλου, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, ενώ για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος και λαμβάνει επίσης υπόψη την φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο.

Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από την μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στην σχετική σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 374/2013).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή (ΑΠ 1651/2013). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς από το άρθρο 560 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο (μεταξύ των άλλων) ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (πρβλ.

ΑΠ 1768/2022, ΑΠ 1086/2019, ΑΠ 451/2014, 574/2010). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης με ανάλογη εφαρμογή από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, πέραν του ότι προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010), οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι προκειμένου για αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων (560 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Τέλος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εάν οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ - ΑΠ 1285/2021).

Πλην, όμως, ο εν προκειμένω, ως ανωτέρω, λόγος αυτός (πρώτος) αναιρέσεως, κατά μεν το πρώτο σκέλος του (αριθμ. 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ στο οποίο υπάγεται - αφού αφορά σε απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου εκδικάσαντος κατ'έφεση επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου - και όχι στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ο αναιρεσείων εκθέτει με το δικόγραφο της αναιρέσεως), που αφορά στην παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και στα συναλλακτικά ήθη, προς ανεύρεση της αληθούς έννοιας της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμος, αφού δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, διεπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία, στην δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση έργου, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες, επομένως, και δεν παραβίασε με την μη προσφυγή του σ' αυτές (πρβλ.

ΑΠ 269/2015), κατά δε το δεύτερο σκέλος του (αριθμ. 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αφού, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα ως συναρτώμενα με την "ατμόσφαιρα" στο περιβάλλον της ελληνικής υπαίθρου διδάγματα της κοινής πείρας, περί του εάν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση ή όχι, ερείδονται περαιτέρω και ιδίως (τέλος σελ. 6 έως τέλος σελ. 8 του δικογράφου της αναιρέσεως) στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί τη βάσει της οποίας (εκτιμήσεως), όμως, δεν μπορεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να στοιχειοθετηθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως.

Με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να κρίνει την ορθότητα ή μη των περισσότερων λόγων της από 20-10-2017 έφεσής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας κατά του αντιδίκου και κατά της υπ' αριθ. 44/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας.

Όπως, όμως, σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναιρέσεως (ιδίως δε από την αναφορά του στη σελ. 10 επ. ότι ... "Την εν λόγω από 20-10-2017 έφεσή μου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας στήριξα σε δύο πυλώνες εφετειακών λόγων, δηλαδή αφενός στην εσφαλμένη εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων και αφετέρου στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ιδίως εξαιτίας της αναιτιολόγητης απόρριψης ισχυρισμών, αιτημάτων και ενστάσεών μου.Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να κρίνει και να αιτιολογήσει γιατί δέχθηκε...."), ο αναιρεσείων τον συναρτά με τα επικληθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων για την απόρριψη, έστω και σιγή (οράτε σχετικά και κατωτέρω, στον επόμενο λόγο αναιρέσεως), των ισχυρισμών του.

Εν όψει, όμως, του ότι, τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, αλλά τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα, είτε κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2049/2022), που ο ενάγων επικαλείται, είτε του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος.

Με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι ζήτησε με τις προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας τον διορισμό πραγματογνώμονα, προκειμένου να μεταβεί στην επίδικη κατασκευή του αντιδίκου του στον οικισμό ... και να ελέγξει αν όντως είναι βάσιμη και αληθής η ενσωματωμένη στην αγωγή του τεχνική έκθεση του Μηχανικού Η., δηλαδή αν είναι βάσιμες οι επιστημονικές απόψεις του τελευταίου περί επικινδυνότητας της κατασκευής και ανάγκης αυτής προς κατεδάφιση, όπως και του κόστους αναλυτικά για την κατεδάφιση αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, δεν ασχολήθηκε με το αίτημά του αυτό, του στέρησε έτσι το δικαίωμα της ανταπόδειξης και δέχθηκε όλως μονομερώς, άνευ αντικειμενικότητας, αυθαίρετα και απαράδεκτα ως αληθινή την ανωτέρω τεχνική έκθεση Η., που επηρέασε σε βάρος του το διατακτικό της πρωτόβαθμης απόφασης.

Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι ο λόγος αυτός (εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ) είναι απαράδεκτος, αφού δεν προβλέπεται αντίστοιχος τέτοιος λόγος στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, και - πέραν του ότι δεν πλήττεται κυρίως κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αλλά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (που ρητώς απέρριψε το σχετικό αίτημα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση και της πρωτοβάθμιας απόφασης), σε συνάρτηση με την σιγή απόρριψη σχετικού αιτήματος του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος - από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας, του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, καθόσον, είναι μεν η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υποχρεωτική αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης (πρβλ.

ΑΠ 138/2021). Εφόσον δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπήρξε τέτοια κρίση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε "σιγή" το υποβληθέν και ενώπιόν του αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν στοιχειοθετείται και εξ αυτού του λόγου, πέραν βεβαίως του απαραδέκτου αυτού, τέτοιος λόγος αναιρέσεως.

Με τον τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως (που συναρτάται και με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβαν υπόψη τους τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νομίμως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας και ιδίως τα αναφερόμενα στην ανάπτυξη του Β' αναιρετικού του λόγου, συγκεκριμένα δε την υπ' αρ. 1067/05.12.2016 ένορκη εξέταση του μάρτυρά μου Δ.Π., την υπ αρ. 1068/05.12.2016 ένορκη εξέταση του μάρτυρά μου I.

Γ., την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας ανωμοτί κατάθεσή του ως διαδίκου, που περιλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 44/2017 Πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου της 6ης Δεκεμβρίου 2016, την από 14-07-2010 έγγραφη απόδειξη με την υπογραφή του αντιδίκου του, στην οποία αναγράφεται ότι ο Τ. οφείλει στον Β. το ποσό των 2.000 ευρώ και υπόσχεται να τα πληρώσει τον Φεβρουάριο του 2011, ιδίως σειρά φωτογραφιών με αριθμούς 1-12 κλπ.

Πλην, όμως, τον λόγο αυτό αναιρέσεως ο αναιρεσείων στηρίζει στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, η οποία, όμως, δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως στην εν προκειμένω εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον πέμπτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, το Δικαστήριο της ουσίας ανέδειξε με την απόφασή του την τεχνική έκθεση Η. ως το πιο βαρυσήμαντο αποδεικτικό μέσο, παραγκωνίζοντας τα δικά του αποδεικτικά μέσα, καθώς εναρμόνισε απόλυτα την δικαστική του κρίση στο έγγραφο αυτό, σχεδόν αντιγράφοντάς το και ιδίως χωρίς να δώσει την ευκαιρία σε αυτόν να ελέγξει την αξιοπιστία και βασιμότητά του.... Πλην, όμως, ο λόγος αυτός που αναφέρεται στην παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν προβλέπεται από την εφαρμοζόμενη, στην προκειμένη περίπτωση, διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος, με τον έκτο από τους λόγους αναρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι ... "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι: α. έκρινε ...ότι η σχέση που συνέδεε τον ίδιο και τον αντίδικο του ήταν σύμβαση έργου και ότι στην κρίση της αυτή οδηγήθηκε "διότι τάχα απ' όλες τις μεταξύ μας συναλλαγές και συμφωνίες αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για σύμβαση έργου", επικαλούμενος ότι "η αιτιολόγηση είναι ανεπαρκής καθώς δεν παρατίθενται αυτές ακριβώς οι υποτιθέμενες συναλλαγές και συμφωνίες που αποδεικνύουν το παραπάνω γεγονός, απλά αορίστως γίνεται λόγος για συναλλαγές και συμφωνίες χωρίς να αναφέρεται όχι μόνο ποιες ακριβώς είναι αυτές αλλά και πως αποδεικνύονται" Ότι, περαιτέρω, θεωρεί η αναιρεσιβαλλομένη ότι το γεγονός της εμπειρίας του περί τις οικοδομικές εργασίες, που οφείλεται στην παλαιότερη συνεργασία του με τον εργολάβο αδελφό του και ότι αυτό αποδεικνύει ότι και αυτός το 2010 ήταν εργολάβος, επικαλούμενος ότι "η αιτιολογία είναι ανεπαρκής καθώς είναι παράλογο να ισχυριζόμαστε ότι επειδή κατά το βαθύ παρελθόν (όπως στην περίπτωσή του προ 25 ετών περίπου) ένα άτομο εργαζόταν με τον εργολάβο αδελφό του, ως βοηθός και συνεργάτης του, είναι και ο ίδιος σήμερα (δηλ.

το 2010) εργολάβος, λόγω της εμπειρίας που απέκτησε τότε, ακόμη κι αν το 2010 ασκεί ένα άλλο επάγγελμα, δηλ. αυτό του δημοτικού υπαλλήλου που ίσχυε στην περίπτωσή του". Επίσης, ισχυρίζεται ότι, η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, με την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ήταν εργολάβος επειδή μία φορά παρέλαβε ο ίδιος τα οικοδομικά υλικά, ενώ αυτό έγινε εξαιρετικά μία φορά, όταν παρέλαβε τα υλικά από τον Ι.Γ., επειδή απουσίαζε ο αντίδικος του και πάλι προς διευκόλυνσή του.

Επίσης ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, ως προς το θέμα του συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου του σχετικά με την μη έκδοση οικοδομικής άδειας και έλλειψης μελέτης μηχανικού, με την κρίση ότι ο αντίδικος του ουδεμία υπαιτιότητα έχει επειδή ζούσε χρόνια στο εξωτερικό, επειδή και στο εξωτερικό δεν γίνονται χωρίς πολεοδομική άδεια οι οικοδομικές εργασίες, ενώ και ο γείτονάς του αντιδίκου του και φίλος του Γ., ήταν Πολιτικός Μηχανικός και θα μπορούσε άνετα να τον ρωτήσει σχετικώς και ο ενάγων ήταν έμπειρος στις συναλλαγές άνθρωπος, αφού είχε και κατά το παρελθόν προβεί σε άλλες οικοδομικές εργασίες όπως με τον Φ., κάτι που δεν δικαιολογεί την έλλειψη ευθύνης του ως προς το θέμα αυτό και ότι τάχα πείσθηκε από τις δικές του (εναγομένου) διαβεβαιώσεις ότι δεν απαιτείται οικοδομική άδεια και, καταλήγει ότι, την μη έκδοση άδειας και την μη επίβλεψη της κατασκευής από Μηχανικό την επέλεξε ο ίδιος ο αντίδικος του για να αποφύγει αποκλειστικά και μόνο τις σχετικές απαιτούμενες δαπάνες, ενώ, τέλος, ισχυρίζεται ότι, με ανεπαρκείς και αναπόδεικτες αιτιολογίες έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι θα πρέπει να καταβάλλει προς τον αντίδικό του το ποσό των 3.000 ευρώ για το κόστος κατασκευής της οικίας, το ποσό των 2.777 ευρώ για την αγορά των οικοδομικών υλικών και το ποσό των 5.000 ευρώ για την δαπάνη κατεδάφισης του επίδικου κτίσματος.

Χωρίς να προκύπτει πως προκύπτουν τα ποσά αυτά, ώστε να είναι αιτιολογημένη η επιδίκασή τους. Πλην, όμως, σε σχέση με τον εν προκειμένω λόγο αναιρέσεως, που στηρίζεται μεν από τον αναιρεσείοντα στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμοστέα η όμοια διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, οι ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, αφορούν στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ((πρβλ. Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 809/2022). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αριθμ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, (ΑΠ 38/2020).

Επομένως, εφόσον εν προκειμένω, οι προαναφερθείσες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφ'ενός μεν, αφορούν σε ελλείψεις, στην αιτιολογία της αποφάσεως, που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, αφορούν στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας - το, οποίο, όμως (αποδεικτικό πόρισμα), διατυπώνεται σαφώς - δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (σημειουμένου και ότι, ειδικά τα ποσά που ο ενάγων αξίωσε προς αποζημίωσή του ζητήθηκαν κατ'αποκοπήν), αφ'ετέρου δε, αφορούν στα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας που σχετίζονται με την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδεικτικών μέσων και, επομένως, δεν επιδέχονται (μη αποτελούσες "αιτιολογία") μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ώστε να στοιχειοθετείται εν προκειμένω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν τίθεται, εν όψει του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ώστε να υποβληθεί σε έξοδα και να υποβάλει σχετικό αίτημα περί καταβολής τους.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της 26/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.

Διατάζει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του αναφερομένου στο σκεπτικό παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ