Appeal dismissed for lack of legal basis; lower court ignored facts supporting appellant's argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued the lower court ignored specific facts and improperly exercised its right of appeal. The court ruled that these facts merely supported the appellant's own appeal arguments, which had already been rejected, and did not constitute grounds for overturning the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 93 para. 3 Constitution: An appeal based on insufficient reasoning is admissible only when the omitted facts are essential to the legal conclusion, not merely arguments supporting the appellant's own appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 809 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "Α..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον …… και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ο. του Γ., κατοίκου ... και 2) εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2328/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984), γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 156/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Ειδικότερα, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, αλλά συνέχονται με την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, και να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 614/2009), ο δε σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 102/2020, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ) επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Τα αδέρφια, Δ.
Ο. και ο Α. Ο., ήταν οι μοναδικοί μέτοχοι της εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ... ("..." στα αγγλικά), με έδρα τον ……. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αυτής ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός (και πρώτος ενάγων), Δ. Ο., η οποία ασχολούνταν, εκτός των άλλων, και με την εκμετάλλευση χώρου οργανωμένης κατασκήνωσης (κάμπινγκ).
Το έτος 1988 είχε χορηγηθεί από τον ΕΟΤ, μετά από αίτηση του τελευταίου άδεια λειτουργίας κάμπινγκ δυναμικότητας 72 θέσεων και 216 ατόμων (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθ.πρωτ.Γ545578/30-12-1988 απόφαση του ΕΟΤ), ενώ με την με αριθ. πρωτ.500110/30-12-1988 απόφαση του ΕΟΤ εγκρίθηκε και η χρησιμοποίηση του διακριτικού τίτλου ...
στο εν λόγω κάμπινγκ και καταχωρήθηκε στο ειδικό μητρώο διακριτικών τίτλων CAMBING. Το έτος 2008, τα δύο αδέρφια, αποφάσισαν να διασπάσουν την προαναφερθείσα εταιρία σε δύο νέες ανώνυμες εταιρίες, και με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ., δημιουργήθηκε αφενός μεν, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που ανήκει στην εναγομένη (του ενός αδερφού Α.
Ο.), αφετέρου δε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", και ήδη δεύτερη ενάγουσα, που ανήκει στον πρώτο ενάγοντα Δ. Ο.. Αμφότερες οι εταιρίες στον σκοπό τους αναφέρουν την εκμετάλλευση οργανωμένης κατασκήνωσης (camping), το δε λειτουργούν ως τότε camping μεταβιβάστηκε ως περιουσιακό στοιχείο στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....".
Με το από 09/05/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν οι δύο αδερφοί ..., ο καθένας ως εκπρόσωπος της εταιρίας συμφερόντων του, συμφώνησαν την εκ περιτροπής εκμετάλλευση του υφιστάμενου camping, με ισχύ αυτής της συμφωνίας ως το έτος 2012. Συγκεκριμένα τα έτη 2008 και 2009 θα εκμεταλλεύονταν την όλη επιχείρηση η εναγομένη και τα έτη 2010, 2011 και 2012 η δεύτερη ενάγουσα.
Όπως προκύπτει από τα με αριθμό 74/18.04.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ν. Μουδανιών, κατά τη διάρκεια της δίκης περί αποβολής από τη νομή που άσκησε η νυν εναγομένη κατά των εναγόντων (αριθ. κατάθεσης αίτησης 94/2013), στη δικάσιμο της 18ης Απριλίου 2013, οι διάδικοι συμφώνησαν να παραμείνει η δεύτερη ενάγουσα εταιρία στην εκμετάλλευση της επιχείρησης και για το έτος 2013.
Από το έτος 2014 το υφιστάμενο camping ξεκίνησε να το εκμεταλλεύεται αποκλειστικά η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος εναγών Δ. Ο. είναι δικαιούχος του λεκτικού με απεικόνιση σήματος, που αποτελείται από τις λέξεις "... ..."-κεφαλαίοι λατινικοί χαρακτήρες και πάνω από το λογότυπο φέρει απεικόνιση (σε σχήμα σαλίγκαρου) θάλασσας, με δύο λευκά πανιά ιστιοφόρου στα αριστερά και έναν ήλιο που δύει στο κέντρο, σε χρώματα μπλε (Ραntone 287 cvc), γαλάζιο (Ραntone 292 CVC) και πορτοκαλί (Ρantone 151 CVC), και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 43 (υπηρεσίες για εστίαση και ποτά).
Το προαναφερόμενο σήμα, το οποίο χρησιμοποιούνταν από την διασπασθείσα ως άνω εταιρία των διαδίκων από την έναρξη της λειτουργίας της, το έτος 1988, αποδείχθηκε ότι ίο δημιούργησε, δηλαδή το επινόησε και το σχεδίασε ο πρώτος ενάγων, Δ. Ο., ενώ ο αδερφός του Α. Ο., διευθύνων σύμβουλος και Πρόεδρος της εναγομένης εταιρίας κατά την δημιουργία του ήταν μόλις 17 ετών και εργάζονταν σε άλλη εργασία (βλ.
την κατάθεση της μάρτυρος Π. Μ. στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εργάζονταν μαζί με τον πρώτο ενάγοντα πριν την δημιουργία του κάμπινγκ σε επιχείρηση πωλήσεως βιβλίων). Στη συνέχεια, λίγο πριν τη διάσπαση της αρχικής ως άνω εταιρίας των διαδίκων αδερφών, μετά από δήλωση που υπέβαλε ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος (Δ.
Ο.), στις 28-02-2008, το προαναφερόμενο σήμα καταχωρήθηκε νόμιμα, με τον αριθμό 196533, στο Ειδικό Βιβλίο Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την υπ' αριθμό 328/2009 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Ήδη, με τη με αριθ. πρωτ.20179/20-2-2018 καταχώρηση στη Δ/νση Εμπορικής Ιδιοκτησίας της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου - Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, μετά από αίτηση του πρώτου ενάγοντος, παρατάθηκε κατ' άρθρο 21 παρ. 2 Ν 2239/1994 η διάρκεια προστασίας του σήματος αυτού (196533/2008) για μια ακόμα δεκαετία από την 20η Φεβρουάριου 2018.
Από την καταχώρηση αυτή (20-2-2008) ο πρώτος ενάγων απέκτησε το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος στα εμπορεύματα ή προϊόντα ή στις υπηρεσίες, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, με το να επιθέτει τούτο σε αυτά, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, σε κάθε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα, καθώς, επίσης, και να δίνει τη συγκατάθεσή του για τη χρήση του από άλλον, να απαγορεύει, δε, τη χρήση αυτού ή σημείων, που αποτελούν απομίμηση ή παραποίησή του σε κάθε τρίτον (άρθρα 1, 2, 4 § 1, 6, 8 § 1, 14, 15, 18, 26 και 27 του Ν. 2239/1994, όπως ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης του σήματος).
Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε το σήμα αυτό στην εναγομένη εταιρία, μετά τη διάσπαση της αρχικής ως άνω εταιρίας τους (2008), όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά αντίθετα τη χρήση του σήματος αυτού την παραχώρησε άτυπα, όπως ήταν φυσικό, (μετά τη διάσπαση), στην δεύτερη ενάγουσα εταιρία των δικών του συμφερόντων.
Τόσο στην πολυσέλιδη ως άνω συμβολαιογραφική πράξη της διάσπασης, με αριθμό 20216/9-5-2008, όσο και στα μετέπειτα μεταξύ τους καταρτισθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά (από 9-5-2008 και από 29-2-2010) ουδέν αναφέρεται σχετικά με το σήμα, το οποίο σημειωτέον μεταβιβάζεται, 131 § 1 και 3 Ν.4072/2012, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης με έγγραφη συμφωνία.
Και ναι μεν στο άρθρο 14 της προαναφερθείσας σύμβασης διάσπασης αναφέρεται ότι "μεταβιβάζεται στις συνιστώμενες εταιρίες κάθε άλλο δικαίωμα, άυλο αγαθό, αξίωση ή άλλο περιουσιακό στοιχείο και αν ακόμα δεν κατονομάζεται ειδικά, ούτε περιγράφεται με ακρίβεια στην παρούσα σύμβαση, είτε από παράλειψη είτε από παραδρομή, οι πάσης φύσεως άδειες που έχουν χορηγηθεί από τις Αρχές, καθώς και τα δικαιώματα ή οι έννομες σχέσεις που προκύπτουν από οποιαδήποτε άλλη σχετική σύμβαση ή δικαιοπραξία και τα οποία όλα από τη νόμιμη τελείωση της διάσπασης περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στην κάθε συνιστώμενη εταιρία, ανάλογα με το τμήμα που αφορούν", πλην όμως ο όρος αυτός δεν αφορούσε ειδικά το κατοχυρωμένο από τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο εφεσίβλητο, σήμα "... ...", αφού αυτό ανήκε προσωπικά στον τελευταίο, ο οποίος είχε το αποκλειστικό δικαίωμα παραχώρησής του σε οποιονδήποτε τρίτο.
Έτσι αυτός, όντας δημιουργός και κύριος του σήματος, αρχικά το παραχώρησε άτυπα στην εταιρία με την επωνυμία "....", η οποία πριν τη διάσπαση της λειτουργούσε το camping, στη συνέχεια το παραχώρησε στην δεύτερη ενάγουσα εταιρία των συμφερόντων του με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία επίσης λειτουργεί camping.
Μέχρι το έτος 2014, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία, ουδεμία αντίρρηση εξέφρασε για την χρήση του προαναφερόμενου σήματος, όταν δε ξεκίνησε να χρησιμοποιεί αποκλειστικά αυτή το camping που της μεταβιβάσθηκε ως περιουσιακό στοιχείο με τη διάσπαση άρχισε να χρησιμοποιεί ως δικό της σήμα ένα άλλο παραπλήσιο με αυτό του πρώτου ενάγοντος σήμα.
Συγκεκριμένα, το δικό της σήμα, αποτελείται από την λεκτική ένδειξη "...", αποτυπωμένη με λατινικά στοιχεία και απεικόνιση κύματος θάλασσας, με έναν σέρφερ πάνω σε αυτό στα δεξιά κι έναν ήλιο που δύει στο κέντρο, όλα στις αποχρώσεις του γαλάζιου, μπλε και πορτοκαλί. Η εκκαλούσα ως άνω εταιρία, χρησιμοποιεί το σήμα αυτό σε πινακίδες, διαφημιστικό υλικό, φυλλάδια, καταχωρίσεις στο διαδίκτυο σε διάφορους ιστότοπους.
Η λεκτική ένδειξη "...", που χρησιμοποίησε η εκκαλούσα ως σήμα της επιχείρησής της, ταυτίζεται απόλυτα με τη λεκτική ένδειξη "... ..." του σήματος που κατοχύρωσε ο πρώτος εφεσίβλητος, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι το Α. μπροστά από την λέξη Οuzouni, το οποίο προφανώς και παραπέμπει στο αρχικό του ονόματος του Α.
Ο., δεν διακρίνεται καθαρά μέσα στην απεικόνιση. Επίσης, τα χρησιμοποιούμενα χρώματα ταυτίζονται απολύτως, το ίδιο και ο ήλιος που δύει, η ύπαρξη του κύματος πάνω στο οποίο βρίσκεται ο ήλιος στο σήμα του ενάγοντα και τα γράμματα και ο σέρφερ στο σήμα της εκκαλούσας. Παράλληλα, τα δύο σήματα ταυτίζονται και εννοιολογικά, αφού δηλώνουν την λειτουργία camping.
Η έντονη οπτική, ηχητική και εννοιολογική ομοιότητα ανάμεσα στο σήμα του πρώτου εφεσίβλητου και το σήμα της εκκαλούσας είναι ικανή να προκαλέσει άμεσο κίνδυνο σύγχυσης στο μέσο πελάτη των υπηρεσιών camping όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού, ως προς το ποιο camping χρησιμοποιεί το σήμα "...". Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι επιχειρήσεις των διαδίκων δραστηριοποιούνται στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο (αμφότερες λειτουργούν camping που είναι όμορα, στον ..., καθώς μετά την εκ περιτροπής λειτουργία του υπάρχοντος camping η δεύτερη ενάγουσα ξεκίνησε κι αυτή τη λειτουργία επιχείρησης camping στο αγροτεμάχιο που απέκτησε με τη διάσπαση) και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο πελατών, ο μέσος πελάτης μπορεί εύλογα να παραπλανηθεί και να θεωρήσει ότι οι δύο επιχειρήσεις έχουν οικονομικό ή οργανωτικό σύνδεσμο, δεδομένου ότι η εκκαλούσα εταιρία δεν χρησιμοποίησε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο πέραν των ανωτέρω δύο λέξεων που θα είχε διακριτική δύναμη και θα ήταν δυνατό να διαφοροποιήσει το σήμα της από το σήμα των σηματούχου και αδειούχου εφεσιβλήτων.
Κατά συνέπεια, το σήμα που χρησιμοποιεί η εκκαλούσα εταιρία, θεωρούμενο στο σύνολό του, αποτελεί δουλική απομίμηση του σήματος του πρώτου ενάγοντα, αφού οι διαφορές που παρουσιάζει (σέρφερ αντί για πανιά ιστιοφόρου, μικρά γράμματα αντί για κεφαλαία) είναι τόσο αμελητέες, ώστε να περνούν απαρατήρητες από τον μέσο καταναλωτή.
Ισχυρίζεται η εκκαλούσα, ότι ως διάδοχος της διασπασθείσας εταιρίας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "... ...", νόμιμα χρησιμοποιεί την λεκτική ένδειξη "..." προς διάκριση της επιχείρησης της στις συναλλαγές της. Από τα προαναφερθέντα ως άνω όμως πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι ούτε η εκκαλούσα, αλλά ούτε η δεύτερη εφεσίβλητη-δεύτερη ενάγουσα είναι καθολικοί διάδοχοι της αρχικής εταιρίας, που έφερε τον διακριτικό τίτλο "... ...".
Αντίθετα αυτές είναι δύο νέες ανώνυμες εταιρίες, γι' αυτό και κατά τη σύσταση τους η κάθε μία έλαβε ξεχωριστό διακριτικό τίτλο, η μεν δεύτερη εφεσίβλητη τον διακριτικό τίτλο "...", η δε εκκαλούσα τον διακριτικό τίτλο "..." . Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι το σήμα ανήκε στη διασπασθείσα εταιρία με την επωνυμία "...." που το χρησιμοποιούσε για τη λειτουργούσα από αυτήν επιχείρηση camping και μετά τη μεταβίβαση σε αυτήν (την εναγομένη) της επιχείρησης camping μαζί του μεταβιβάστηκε και το σήμα, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αποκλειστικός κύριος του σήματος τυγχάνει ο πρώτος εφεσίβλητος, ο οποίος άτυπα το παραχωρεί σε όποια εταιρία επιθυμεί και στη κρινόμενη περίπτωση το παραχώρησε στη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία.
Κατ' ακολουθία αυτών, ως ουσία αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση της εκκαλούσας περί χρονικής προτεραιότητας του διακριτικού της γνωρίσματος έναντι του νομίμως κατοχυρωμένου σήματος του πρώτου εφεσιβλήτου, καθώς δεν απόδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το δικαίωμα της από το διακριτικό αυτό γνώρισμα είναι χρονικά προγενέστερο του κατατεθέντος σήματος του πρώτου εφεσιβλήτου, δεδομένου ότι ο τελευταίος καταχώρησε το σήμα του, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στις 28-0-2008, ενώ η εκκαλούσα συστάθηκε τον Μάιο του 2008 και ξεκίνησε να λειτουργεί το υφιστάμενο camping αποκλειστικά αυτή το έτος 2014, δεν είναι δε διάδοχος της διασπασθείσας ως άνω αρχικής εταιρίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να υποχρεωθεί η τελευταία να παύσει να κάνει χρήση του αναφερομένου σήματος, κατά τα αναλυτικώς σ' αυτή εκτιθέμενα, απορρίπτοντας και την προβληθείσα υπό της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 126 παρ.2 του ν. 4072/2012 ένσταση χρονικής προτεραιότητας του διακριτικού τίτλου "...-..." και του διακριτικού γνωρίσματος "...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την προβληθείσα υπό της αναιρεσείουσας ως άνω ένσταση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 126 παρ. 2 του ν. 4072/2012 και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτής.
Ειδικότερα, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, α) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος το έτος 1988 επινόησε και δημιούργησε το προαναφερόμενο σήμα, το οποίο στη συνέχεια παραχώρησε ατύπως στην εταιρεία "...", η οποία και το χρησιμοποίησε από την έναρξη λειτουργίας της το ίδιο έτος, υπό τον διακριτικό τίτλο "..." ("..." στα αγγλικά), β) ότι ο ίδιος αναιρεσίβλητος την 28-2-2008 καταχώρησε νόμιμα το σήμα αυτό με τον αριθμό 196533 στο Ειδικό Βιβλίο Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και έτσι από την καταχώρησή του απέκτησε, ως κύριος και δικαιούχος, το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης αυτού στα εμπορεύματα ή προιόντα ή υπηρεσίες, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, καθώς και να απαγορεύει τη χρήση αυτού με οποιοδήποτε τρόπο από άλλους, γ) ότι την 9-5-2008 διασπάστηκε η ως άνω εταιρεία στις δύο ήδη διαδίκους, αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη, εταιρείες, δ) ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε το σήμα αυτό στην αναιρεσείουσα, μετά τη διάσπαση, δοθέντος ότι τέτοια μεταβίβαση δεν αναφέρεται στην συμβολαιογραφική πράξη της διάσπασης, αλλά ούτε και στα από 9-5-2008 και 9-2-2010 ιδιωτικά συμφωνητικά, μόνο δε με την κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, υπό τους όρους του άρθρου 131 παρ.1 και 3 του ν. 4072/2012, μπορούσε αυτή να συντελεστεί, αλλά αντιθέτως τη χρήση του σήματος παραχώρησε ατύπως, μετά τη διάσπαση, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία των δικών του συμφερόντων, ε) ότι καμία από τις προκύψασες από τη διάσπαση της αρχικής εταιρείας, δύο διάδικες εταιρείες, είναι καθολικός διάδοχος αυτής, αλλά δύο νέες εταιρείες με νέο δακριτικό τίτλο η κάθε μία, στ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι το σήμα ανήκε στη διασπασθείσα εταιρεία, που το χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία της επιχείρησης camping και ότι με την μεταβίβαση της επιχείρησης camping στην αναιρεσίβλητη της μεταβιβάστηκε και το σήμα, αφού αποκλειστικός κύριος αυτού είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δικαιολογούν την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της υπό της αναιρεσείουσας προβληθείσης ενστάσεως περί χρονικής προτεραιότητος του διακριτικού της γνωρίσματος "...", έναντι του νομίμως κατοχυρωμένου σήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Οι επιμέρους αιτιάσεις του σχετικού αναιρετικού λόγου, που αφορούν είτε παράπονα γιατί η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, είτε βάλλουν κατά επιχειρημάτων που συνήγαγε το Δικαστήριο από τις αποδείξεις, είτε προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση αυτού, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.
ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016). Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσβάλλει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε την υπ' αυτής παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, ένσταση εκ του άρθρου 126 παρ. 2 ν. 4072/2012, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για την άσκηση αναίρεσης, αλλά και για κάθε λόγο αυτής, απαιτείται να υπάρχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 KΠολΔ και πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται δε για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης.
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ., συνεπάγεται δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 2136/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 124 παρ. 3 εδ. β ν. 4072/2012 (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 161 παρ. 1 ν. 4072/2021 και άρθρ. 13 ν. 146/1914) και ειδικότερα ότι, "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρόλο που συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της, παρέλειψε να εφαρμόσει την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, ενώ από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι, κατά την κατάθεση του υπ' αριθμ. 196533 σήματος των αντιδίκων υπήρχε ήδη δικαίωμα σε πανομοιότυπο διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος στο όνομα της εταιρίας "..." που χρησιμοποιείτο στις συναλλαγές ήδη από το έτος 1988, το οποίο (δικαίωμα) παρείχε στην εν λόγω εταιρεία το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση μεταγενεστέρου σήματος.
Με άλλα λόγια προκύπτει, ότι το υπ' αριθμ. 196533 σήμα των αντιδίκων προσέκρουσε στο προγενέστερο αυτό δικαίωμα, και ως εκ τούτου στη διάταξη του άρθρ. 124 παρ, 3 εδ. β ν. 4072/2012. Ωστόσο, παρόλο που συνέτρεχαν οι όροι για την εφαρμογή της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, και συνακόλουθα για την άρνηση της προστασίας του υπ' αριθμ. 196533 σήματος των αντιδίκων, δεδομένου ότι αυτό προσέκρουε στο σχετικό απαράδεκτο της διάταξης του άρθρου 124 παρ. 3 εδ.
β ν. 4072/2012, το Εφετείο δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην εφαρμογή της, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η κατ' άρθρ. 125 παρ. 3 εδ. β ν. 4072/2012 αξίωση των αντιδίκων". 'Ετσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, υπό τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που εκτέθηκαν στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι α) ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε παραχωρήσει ατύπως την χρήση του επιδίκου σήματος στην ως άνω διασπασθείσα εταιρεία, και β) η αναιρεσείουσα δεν κατέστη καθολική ή ειδική διάδοχος αυτής, ως προς το παραχωρηθέν στην τελευταία δικαίωμα χρήσης του επιδίκου σήματος, στερείται αυτή εννόμου συμφέροντος προβολής του ως άνω λόγου αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 KΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ή πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 138/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 383/2017). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ. (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/ 2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ Ολομ. 6/2016).
Κατά την έννοια αυτή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος οφείλεται ειδικότερα στην αποδυνάμωσή του, η οποία είναι ασφαλώς νοητή και όταν πρόκειται για δικαίωμα στο σήμα. Έτσι το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκησή του είναι πλέον καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος, παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον αντιποιούμενο το σήμα ότι ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, αφετέρου δε η δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα (ΑΠ 1404/2018, ΑΠ 1724/2014).
Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 88/1980, ΑΠ 1080/2012, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 66/2008).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1109/2012). Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελίωσε την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απορριφθείσα, ως μη νόμιμη, με την 163/2017 απόφαση αυτού, ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και επανέφερε παραδεκτώς με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της ενώπιον του, τον οποίο και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία, απορρίπτοντας την ένστασή του αυτή ως μη νόμιμη και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τα επί πλέον, πρόσθετα των όσων πρότεινε για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι 1) κατά τη διάσπαση της αρχικής διασπασθείσης εταιρείας η αναιρεσίβλητη έλαβε μεγαλύτερης έκτασης αγροτεμάχιο, έκτασης 12.938,68 τ.μ., το ποσό των 86.100 ευρώ σε μετρητά καθώς και τη λειτουργία της επιχείρησης για τρία ακόμη έτη (2010, 2011 και 2012), 2) λίγους μήνες πριν τη σύμβαση διάσπασης και την υπογραφή του από 9-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε την 22-2-2008 ενώπιον της Δ.Ε.Σ.
την αίτηση για καταχώριση του επίμαχου σήματος, γνωρίζοντας ότι αυτό ταυτίζεται με το λογότυπο που έως τότε χρησιμοποιούσε η εταιρία " ..." και το οποίο λίγους μήνες μετά θα περιερχόταν στην ίδια σύμφωνα με τη σύμβαση διάσπασης και 3) ο αναιρεσίβλητος προέβη στην καταχώριση αυτή, προκειμένου να ναρκοθετήσει την περιεχόμενη στη σύμβαση διάσπασης και στο από 9-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνία τους, παρεμποδίζοντάς την να λειτουργήσει την επιχείρησή της και λειτουργώντας ο ίδιος ομοειδή επιχείρηση στη γειτονική έκταση που του παραχωρήθηκε, τα οποία αν ελάμβανε υπόψη μαζί με όσα έλαβε υπόψη του, θα έκρινε την ένστασή της νόμιμη και δεν θα την απέρριπτε ως μη νόμιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τον ερευνώμενο τρίτο λόγο της αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι εφεσίβλητοι καταχρηστικά ασκούν την κρινόμενη αγωγή τους, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον μολονότι ο ως άνω διακριτικός τίτλος "..." αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της διασπασθείσας ως άνω εταιρίας, ήδη από το έτος 1988, και κατόπιν μεταβιβάστηκε στην ίδια (εναγομένη-εκκαλούσα) μετά τη διάσπασή της, χρησιμοποιούνταν δε από την ίδια ως διαδόχου της διασπασθείσας εταιρίας ήδη από το έτος 2014, εντούτοις οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι επιχειρούν παράνομα να σφετεριστούν το σήμα και τα εξ αυτού δικαιώματα, τα οποία δεν έχουν, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση του ως άνω πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθή, δεν αρκούν για να θεωρείται η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων-εφεσιβλήτων ότι είναι σε προφανή υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν στην υπό κρίση υπόθεση η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος.
Ειδικότερα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον η αδράνεια και μόνον των δικαιούχων ν' ασκήσουν το δικαίωμά τους δεν αρκεί για να καταστεί η άσκηση του καταχρηστική (εν προκειμένω μάλιστα οι εφεσίβλητοι δικαιούχοι ουδόλως αδράνησαν στην άσκηση των δικαιωμάτων τους), ενώ η εκκαλούσα δεν επικαλείται επιπλέον περιστατικά ή ειδικές περιστάσεις που να συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων (ΑΠ Ολ 5/2011,8/2001), από τις οποίες να της δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι πράγματι δεν επρόκειτο οι τελευταίοι ν' ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό, να προκύπτει δηλαδή μία αδράνεια των εναγόντων-δικαιούχων για μακρό χρονικό διάστημα και θετική γνώση του πρώτου εξ αυτών για την πραγματική χρήση της λεκτικής ένδειξης "..." από την διασπασθείσα εταιρία και κατόπιν από την ίδια την εναγόμενη - εκκαλούσα από το έτος 2014.
Περαιτέρω η εκκαλούσα δεν επικαλείται ούτε ποιες θα είναι οι επαχθείς γι' αυτήν περιουσιακές συνέπειες, ούτε τις προσδιορίζει, ώστε να μπορούν ν' αξιολογηθούν και να συγκριθεί η αξία του εκατέρωθεν προσδοκώμενου συμφέροντος ή οφέλους και να κριθεί έτσι η ύπαρξη προφανούς αντίθεσης των πράξεων της άσκησης του δικαιώματος των εφεσιβλήτων -εναγόντων προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή το σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 351/2011).
Σε κάθε περίπτωση όμως δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά τέτοια που να υποδηλώνουν συμπεριφορά των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ικανή να δημιουργήσει στην αντίδικο τους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα τους, ενόψει του ότι εξ αρχής, από το έτος 1988, το επίδικο αρχικά διακριτικό γνώρισμα της διασπασθείσας εταιρίας είχε επινοηθεί και σχεδιαστεί προσωπικά από τον πρώτο εφεσίβλητο με την πεποίθηση ότι του ανήκει προσωπικά και στη συνέχεια, το έτος 2008 είχε κατοχυρωθεί ως σήμα αποκλειστικά στον ίδιο, συμπεριφορά επομένως των εφεσιβλήτων, η οποία σε καμία περίπτωση δε δημιούργησε στην εκκαλούσα την πεποίθηση ότι αυτοί δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τέτοιο δικαίωμα.
Αντίθετα, η εκκαλούσα - εναγομένη, ήταν αυτή που με την χρησιμοποίηση του ως άνω σήματος, στο οποίο ο πρώτος ενάγων είχε αποκλειστικό δικαίωμα, χωρίς τη συγκατάθεσή του, προσέβαλε τις εξουσίες που παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα του επί του σήματος, παραβιάζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις και παρέχοντας στους εφεσίβλητους τη δυνατότητα να εναντιωθούν στη χρήση του σήματός τους από την εκκαλούσα.
Το ότι θίγονται με τον τρόπο αυτό οικονομικά συμφέροντα τρίτων και εν προκειμένω της εκκαλούσας, όπως αυτή ισχυρίζεται, δεν μπορεί από μόνο του το γεγονός αυτό και αληθές υποτιθέμενο, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των εφεσιβλήτων, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Αξίζει να σημειωθεί όμως, ότι η αποδυνάμωση του δικαιώματος, δεν έχει εφαρμογή στο δίκαιο των σημάτων και της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, διότι με τον τρόπο αυτό διασπάται η αρχή της χρονικής προτεραιότητας και δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, το δε δίκαιο των σημάτων προστατεύει, π σέρα από τα ιδιωτικά συμφέροντα και τα συμφέροντα δημόσιας τάξης, όπως το συμφέρον των καταναλωτών (ΕφΑΘ 1617/2010 ΔΕΕ 2010,780, ΕφΑΘ 2461/2006 ΕΕμπΔ 2006,740).
Η ίδια εξάλλου η εκκαλούσα- εναγόμενη δεν έχει αποκτήσει ισχυρό μεταγενέστερο σήμα, ώστε να επικαλείται εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 της 89/104/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας του Συμβουλίου της 21.12.1988 "για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων" το οποίο για την εφαρμογή του προϋποθέτει α) την ύπαρξη ισχυρού μεταγενέστερου σήματος, β) την πενταετή αδιάλειπτη χρήση από μέρους του δικαιούχου του μεταγενεστέρου σήματος, στην οποίαν αντιστοιχεί η ανοχή, η δε πενταετία αρχίζει από τη γνώση της πραγματικής χρήσης του μεταγενέστερου σήματος, την οποία έχει ο δικαιούχος του προγενεστέρου σήματος, γ) ανοχή του δικαιούχου του προγενεστέρου σήματος εν γνώσει της χρήσης του μεταγενεστέρου σήματος και δ) κακόπιστη μετάθεση του μεταγενεστέρου σήματος (ΕφΑθ 1617/2010 ΔΕΕ 2010,780).".
Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι το απορριπτικό διατακτικό αυτής, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, της υπό της αναιρεσειούσης προβληθείσης και απορριφθείσης ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και ειδικότερα την πρώτη, κατά την οποία ο ισχυρισμός αυτός, είναι μη νόμιμος, αφού, υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ.
Παράλληλα όμως με την ως άνω αιτιολογία η προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει και άλλη επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει και αυτή το διατακτικό της, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτο συνάγεται από τη χρήση της φράσης "Σε κάθε περίπτωση όμως......", που υποδηλώνει σαφώς την ύπαρξη και δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας.
Σύμφωνα δε με αυτήν: "...δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά τέτοια που να υποδηλώνουν συμπεριφορά των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ικανή να δημιουργήσει στην αντίδικο τους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα τους, ενόψει του ότι εξ αρχής, από το έτος 1988, το επίδικο αρχικά διακριτικό γνώρισμα της διασπασθείσας εταιρίας είχε επινοηθεί και σχεδιαστεί προσωπικά από τον πρώτο εφεσίβλητο με την πεποίθηση ότι του ανήκει προσωπικά και στη συνέχεια, το έτος 2008 είχε κατοχυρωθεί ως σήμα αποκλειστικά στον ίδιο, συμπεριφορά επομένως των εφεσιβλήτων, η οποία σε καμία περίπτωση δε δημιούργησε στην εκκαλούσα την πεποίθηση ότι αυτοί δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τέτοιο δικαίωμα.
Αντίθετα, η εκκαλούσα - εναγομένη, ήταν αυτή που με την χρησιμοποίηση του ως άνω σήματος, στο οποίο ο πρώτος ενάγων είχε αποκλειστικό δικαίωμα, χωρίς τη συγκατάθεσή του, προσέβαλε τις εξουσίες που παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα του επί του σήματος, παραβιάζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις και παρέχοντας στους εφεσίβλητους τη δυνατότητα να εναντιωθούν στη χρήση του σήματός τους από την εκκαλούσα.
Το ότι θίγονται με τον τρόπο αυτό οικονομικά συμφέροντα τρίτων και εν προκειμένω της εκκαλούσας, όπως αυτή ισχυρίζεται, δεν μπορεί από μόνο του το γεγονός αυτό και αληθές υποτιθέμενο, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των εφεσιβλήτων, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Αξίζει να σημειωθεί όμως, ότι η αποδυνάμωση του δικαιώματος, δεν έχει εφαρμογή στο δίκαιο των σημάτων και της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, διότι με τον τρόπο αυτό διασπάται η αρχή της χρονικής προτεραιότητας και δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, το δε δίκαιο των σημάτων προστατεύει, π σέρα από τα ιδιωτικά συμφέροντα και τα συμφέροντα δημόσιας τάξης, όπως το συμφέρον των καταναλωτών".
Η εν λόγω όμως δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν πλήττεται καθόλου και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για την πρώτη ως άνω αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που προτάθηκαν, καθίσταται αλυσιτελής.
Τούτο δε διότι τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με την αναίρεση ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση τα επικαλούμενα ως άνω υπό αρίθμηση 1 και 3 περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν "πράγματα", που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αλλά συνιστούν, το μεν πρώτο επιχείρημα που στηρίζει τον πρώτο λόγο έφεσης της, ο οποίος, μετά την εξέτασή του, απορρίφθηκε και το δεύτερο, συμπέρασμα της ίδιας από την, κατά την άποψη της, εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 763/2016, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).
Όσον δε αφορά το με αρίθμηση 2 αναφερόμενο περιστατικό, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το Εφετείο το έλαβε υπόψη σε συνδυασμό και με τα λοιπά υπό της αναιρεσειούσης προταθέντα πραγματικά περιστατικά και κατέληξε, με την διπλή αιτιολογία του, στην απόρριψη της ένστασής της, ως ανωτέρω αναφέρεται.
Κατ` ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2019 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 2328/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ