Supreme Court partially allows appeal on incidental unjust enrichment claim while dismissing procedural arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an incidental claim for unjust enrichment. The plaintiffs argued that the First Instance Court improperly rejected this secondary legal basis after accepting the primary employment contract claim. The Court ruled that the lower court correctly examined the incidental claim but erred in its final rejection, ordering a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 561, 580 of the Code of Civil Procedure: When a primary claim is accepted but an incidental claim is rejected, the appellate court must examine the incidental claim independently and may remand the case if the lower court failed to properly assess its validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 907 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 907/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Γ. του Α., 2)Κ. Λ. του Δ., και 3)Μ. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2038/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6311/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/5/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 29/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης 1ου και 2ου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, και την απόρριψη κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για τη παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ παύει αυτοδίκαια, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθ.8§§1 και 3 ν.2112/1920 προκύπτει, ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 509/2016, 142/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθ. 21§§1, 2 και 3 του επακολουθήσαντος ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14§1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού και ότι απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103§§7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103§§3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20§4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα’ στο άρθ.14§2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτόν ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και την λήξη τους (αρθρ. 669§1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, 933/2015, 126/2015, 885/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20§§1 και 15 ν. 2639/1998 "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ,, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 15.
Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α’ ). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου". Σε συνάφεια με τα παραπάνω, ορίσθηκε ειδικότερα με το άρθ.32§12 ν.3232/2004, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ.13 ν.3302/2004 και στην συνέχεια με το άρθ.8§1 ν.3552/2007 "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και οι λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ’ εξαίρεση συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Εξάλλου, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την ρήτρα 5, ειδικότερα, της οποίας ορίζονται τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην ως άνω Οδηγία έγινε για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004, ορίσθηκε δε με αυτό, μεταξύ άλλων, ότι (α) οι διατάξεις του εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται, όμως, στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στην σύμβαση ή σχέση μαθητείας, καθώς και στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ, άρθ. 2). (β) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, η κατάρτιση δε των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, υπό την εκεί έννοια και με τις οριζόμενες προϋποθέσεις (άρθ.5), ενώ ως κύρωση για την κατά παράβαση των κανόνων αυτών κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων προβλέπεται η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους κλπ. (άρθ.7) (γ) διαδοχικές συμβάσεις κατ’ άρθ.5 του διατάγματος αυτού που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του, είναι, όμως, ενεργές κατ’ αυτήν συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι καθοριζόμενες εκεί ειδικότερες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται κατά την προβλεπομένη διαδικασία (άρθ.11).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στην γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στην σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.
Αντίθετα στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες ως άνω μορφές της, ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, προσδίδουν τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ., από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103§8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, ΑΠ 217/2017, 126/2015, ΑΠ 885/2014,ΑΠ 865/2014).
Από τα ανωτέρω συνάγεται, όμως, περαιτέρω, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103§§7 και 8 του Συντάγματος (και του άρθρου 21 ν.2190/1994) και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, (με το Δημόσιο και) με τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως το αναιρεσίβλητο, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή πλέον η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, και στην περίπτωση αυτήν, ο εργοδότης με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν έχει πλέον ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου και συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθ.8§3 ν.2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (ΑΠ 509/2016, 142/2016, 126/2015, 885/2014, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 581/2009).
Εξάλλου, η από τα άρθ.4§1 και 22§1 εδ. β’ του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 885/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, που εφαρμόζεται και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ν.π.δ.δ. "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".
Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 217/2017, 126/2015, 885/2014, 2066/2013, 62/2913).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 1§1 ν.1082/1980, 1§2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1§§1 και 2 α.ν.539/1945, 3§16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ειδικότερα ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.
με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 509/2016, 126/2015, 1073/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη από 13-5-2010 (και με αριθ.κατ.9146/2641/2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που άσκησαν με άλλα πρόσωπα που δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη) και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι κατάρτισαν έγγραφες συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας) απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (συμβάσεις stage), οι δύο πρώτοι (σύμφωνα με την αρίθμησή τους ως αναιρεσειόντων) διάρκειας 18 μηνών με τον ΟΑΕΔ, η οποία μετά την λήξη της παρατάθηκε με απόφαση του ίδιου φορέα για άλλους 12 μήνες και παρατάθηκε εκ νέου για 18 μήνες με ΚΥΑ, με ημερομίσθιο 30€, επειδή είναι πτυχιούχοι, και 25 € η τρίτη που είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία εργάσθηκε επί δύο 18μηνα, ότι, αν και τις ως άνω συμβάσεις (απόκτησης εργασιακής εμπειρίας) συνήψαν με τον ΟΑΕΔ, παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο, τώρα αναιρεσίβλητο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", που ήταν και ο εργοδότης τους, στο κατάστημα του ΙΚΑ στο Αλιβέρι, ειδικότερα δε ο πρώτος εργάσθηκε από 24-8-2005 έως 24-7-2007, με παράταση από 25-2-2007 έως 5-5-2008 και νέα παράταση από 19-6-2008 έως 18-12-2010, η δεύτερη από 22-8-2005 έως 22-2-2007, με παράταση από 23-2-2007 έως 7-5-2008 και νέα παράταση από 23-6-2008 έως 22-2-2010 και η τρίτη από 16-2-2007 έως 15-8-2008 και παράταση από 20-5-2009 έως 19-11-2010, ότι εργάσθηκαν οι 1ος και η 3η αρχικά στο Τμήμα Οικοδομών και στην συνέχεια στο Τμήμα Εσόδων και η 2η στο Τμήμα Παροχών, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επτά ώρες ημερησίως (07.30’ -14.30’ ), παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στην διεκπεραίωση των εργασιών των ως άνω Τμημάτων, κατά τα εκεί αναλυτικότερα εκτιθέμενα, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου που καθόριζε τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους και υπό συνθήκες που δεν προσήκαν σε καθεστώς μαθητείας, αλλά ταίριαζαν σε πραγματικούς εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ότι οι ανωτέρω συμβάσεις (αρχικές και μεταγενέστερες) υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου που ήταν εργοδότης τους, ο δε χαρακτηρισμός τους ως "συμβάσεων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" (δηλ.
συμβάσεων μαθητείας) ήταν απολύτως εικονικός, ψευδεπίγραφος και καταχρηστικός και αποσκοπούσε στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους και δη αυτών που ρυθμίζονται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (όροι αμοιβής, χορήγηση επιδομάτων, αδειών κλπ.), ότι, αν και εργάζονταν ως υπάλληλοι/μισθωτοί τελούντες σε σχέση εξάρτησης με το εναγόμενο, αμείβονταν με ημερομίσθιο (και όχι μισθό) και χωρίς να τους καταβάλλονται επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας κλπ.
και έτσι ελάμβαναν κατώτερες αποδοχές από τους συγκρίσιμους συναδέλφους τους που εργάζονταν στο εναγόμενο στις ίδιες με αυτούς θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να δικαιούνται με βάση τις ΕΓΣΣΕ των ετών 2004-2005, 2006-2007 και 2008-2009, στις οποίες υπάγονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, και κατ’ εφαρμογή ειδικότερα της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία (που καθιερώνεται με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος), για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκαν, ως μισθολογικές διαφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας τα παρατιθέμενα εκεί ποσά, ότι το εναγόμενο κατά την ημερομηνία που έφεραν ως λήξη τα συμφωνητικά εργασίας, όπως είχαν παραταθεί για τον κάθε έναν, προχώρησε σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, η οποία είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με βάση δε τα προεκτεθέντα ζήτησαν κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις των άρθ.648, 659 ΑΚ, 1 και 8 ν.2112/1920, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999, που απαγορεύουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας σε εργαζομένους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (α) να αναγνωρισθεί ότι εξ υπαρχής συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους (γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στις ίδιες θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την απόλυσή τους, άλλως και επικουρικά να υποχρεωθεί να τους καταβάλει ως αποζημίωση για την καταγγελία των συμβάσεών τους τα αναφερόμενα εκεί ποσά (δ) να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει σε κάθε έναν ενάγοντα τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο κλπ., επικουρικά δε και για την περίπτωση ακυρότητας της εργασιακής σύμβασης (ζήτησαν) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα ζητούμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους κατά τα ποσά αυτά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς τους που θα απασχολούσε για να παρέχει τις υπηρεσίες του με τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης και τα οποία απέφυγε τελικά να καταβάλει (2) Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της και κατά τα κύρια αιτήματα αυτής με την με την 2038/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία (i) αναγνωρίσθηκε ότι (α) οι αναιρεσείοντες ενάγοντες συνδέονται με το αναιρεσίβλητο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου από την σύναψη της πρώτης σύμβασής τους (β) η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη (ii) υποχρεώθηκε το εναγόμενο (α) να τους επαναπροσλάβει και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση κλπ.
και (β) να καταβάλλει σ’ αυτούς τα εκεί αναφερόμενα ποσά κλπ., ενώ, ως εικός, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής (3) Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ’ από έφεση του αναιρεσιβλήτου εναγομένου, με την προσβαλλομένη 6311/2014 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει : (Α) Απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, την ερειδομένη στον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο δεν ήταν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, και τα συνακόλουθα αιτήματα της αποδοχής της εργασίας τους και της καταβολής των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών κλπ., με τις εξής ειδικότερες νομικές σκέψεις, σε συνέχεια αυτών που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και δη ότι : "Κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή), οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις συμβάσεις που προεκτέθηκαν, δηλαδή συμβάσεις που, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθ.103 του Συντάγματος (18-4-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, που στο άρθ.11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, το εναγόμενο ΝΠΔΔ δεν είχε την ευχέρεια για την σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζομένης....της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ως μη έχουσας άμεση εφαρμογή στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το εναγόμενο (ΝΠΔΔ), βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου (....).
Περαιτέρω, τα συμφωνητικά συνεργασίας καταρτίσθηκαν με βάση τις ΥΑ 33072/23.2.20052005 και 14654/276/10.4.2008, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 32§12 του Ν.3232/2004 (....) και του άρθρου 8 τοΝ.3552/2008. Όπως αναφέρεται στις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής εκπαίδευσης, ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ.
Ακόμη η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Στις ίδιες αποφάσεις προβλέπεται η διάρκεια του προγράμματος, η κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων, ο αριθμός των ανέργων που θα καλυφθεί, τα ποσοστά σε γυναίκες και άνδρες, η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων, η μοριοδότηση, τα δικαιολογητικά, οι εκθέσεις αξιολόγησης, το ωράριο απασχόλησης, οι απολύσεις, οι απουσίες, οι άδειες, οι αποζημιώσεις των ασκουμένων, οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου του προγράμματος, η χρηματοδότηση από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ, η δαπάνη που βαρύνει το ΙΚΑ.
Δηλαδή από τις σχετικές διατάξεις συνάγεται ότι πρόκειται για συμβάσεις μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαίδευσης στους μαθητευομένους, αλλά και την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των, όπως αναφέρεται ρητά στο σκοπό του προγράμματος, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όσον αφορά τους όρους αμοιβής, τον χρόνο απασχόλησης,...
και τους λοιπούς όρους απασχόλησης, στους οποίους υπήχθησαν οι ενάγοντες, καθένας ατομικά, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπέγραψαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις νόμιμες αποδοχές, τα επιδόματα εορτών και αδείας, την αποζημίωση αδείας, την αποζημίωση απολύσεως και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που αφορούν τους εργαζομένους τους συνδεόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, γιατί τα σχετικά θέματα που τους αφορούν ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις.
Ακόμη, από το σκοπό και μόνο της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συνάγεται ότι προέχον στοιχείο δεν ήταν η έναντι μισθού παροχή παραγωγικής εργασίας αλλά κυρίως η εκμάθηση και ειδίκευση, όπως συνάγεται και από τις διατάξεις περί εκθέσεων αξιολόγησης και προόδου. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες, αφορούσαν πολλούς φορείς απασχόλησης πανελλαδικά και όχι μόνο το εναγόμενο, ότι η αρχική διάρκειά τους παρατάθηκε για ακόμη δώδεκα (12) μήνες, όχι με πρωτοβουλία του εναγομένου, αλλά στα πλαίσια σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες συμμετείχαν οι ενάγοντες βάσει των όρων συμμετοχής και των προϋποθέσεων που όριζαν οι ανωτέρω ΥΑ και που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ.15 του Ν.2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι οποίοι (ενάγοντες) μετά το πέρας των χρονικών ορίων των προγραμμάτων αυτών απολύθηκαν.
Συνεπώς, οι όροι αμοιβής και απασχόλησης καθορίζονται από τις ειδικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στις πιο πάνω υπουργικές αποφάσεις και οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με γνήσια σύμβαση μαθητείας, οι συμβάσεις των εναγόντων προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.103§§7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν.2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον, ως εκ του χρόνου σύναψης των επιδίκων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθ.103 του Συντάγματος (και του ΠΔ 164/2004), δεν είναι δυνατή η κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου (έστω και αν οι αναιρεσείοντες ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ανιρεσιβλήτου εναγομένου), ως εκ τούτου δε πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 3ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ (Β) Απέρριψε, επίσης, και ορθά, ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την βάση για την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στην οποία οι αναιρεσείοντες στήριζαν ειδικότερα τις αξιώσεις τους για μισθολογικές διαφορές, με την σκέψη ότι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες "δεν τελούσαν υπό το ίδιο νομικό καθεστώς με τους λοιπούς υπαλλήλους του εναγομένου, αφού αυτοί αφενός μεν είχαν προσληφθεί βάσει προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο", δεν παραβίασε, άρα, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθ.4§1, 22§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα εναντία υποστηρίζων 4ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ (Γ) Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση την ερειδομένη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με την ειδικότερη νομική σκέψη ότι "επί των γνησίων συμβάσεων μαθητείας που δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και την καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας και αποδοχών αδείας, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 22§1α του Συντάγματος, 20§15 ν.2639/1998, 648 επ. και 904, 905 επ. ΑΚ, καθόσον το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αφού (κατά εκτιθέμενα στην αγωγή) η σύμβαση μαθητείας λειτούργησε στην πραγματικότητα ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας και συνεπώς δικαιούνται οι αναιρεσείοντες να λάβουν, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβανε, άλλος εργαζόμενος, ασχολούμενος με έγκυρη σχέση εργασίας (ΑΠ 217/2017, 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014).
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 1123/2013, 460/2013) με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 2234/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535§1 και 536§2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βασίμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.
Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς (άλλη κύρια ή) επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπάγγελτα σε έρευνα και της επικουρικής βάσης.
Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (ΑΠ 2039/2014, 1315/2014).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) : (1) Η ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, περιείχε, όπως ήδη έχει εκτεθεί, και επικουρική βάση ερειδομένη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (2) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εκκληθείσα 2038/2013 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ειδικότερα δε (α) αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (β) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων (γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να επαναπροσλάβει τους ενάγοντες, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους κλπ.
και να καταβάλει σ’ αυτούς τα εκεί αναφερόμενα για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας κλπ., ενώ δεν ασχολήθηκε, ως εικός, με την ως άνω επικουρική βάση (2) Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο σε σχέση, βέβαια, μόνο με την γενομένη δεκτή βάση της αγωγής (3) Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως προαναφέρθηκε, αφού έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την γενομένη πρωτοδίκως δεκτή κύρια βάση της, στην συνέχεια ερεύνησε και την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε επίσης ως μη νόμιμη, και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, δηλ.
και ως προς ως προς την ως άνω επικουρική βάση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής έγινε νόμιμα κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και ουδόλως το δικαστήριο έλαβε παρά υπόψη μη προταθέντα "πράγματα" και επομένως ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως την απόρριψη της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ.580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθ.22§1 ν.3693/1957 και την ΚΥΑ 134423/1993, αφού η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθ.22§3 ν.3693/1957, 7 και 9 ν.δ.2698/1953, ΑΠ 217/2017, 1467/2014, 675/2009), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6311/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ