Legislator Case Law & Legislation
675/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding court costs but dismisses other appeal grounds due to procedural withdrawal.

Case Number 675/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding specific additional grounds filed on December 19, 2008, due to the appellant's withdrawal of the legal document. While dismissing these grounds, the Court found the lower court erred in awarding legal fees exceeding statutory limits for the appellants, who had won the appeal trial. Consequently, the decision was partially revoked to correct the cost allocation, and the case was remitted for further examination on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 299, 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure; Partial withdrawal of appeal grounds renders them inadmissible; Lower court must strictly adhere to statutory caps on legal fees awarded to prevailing parties.

Keywords

AI generated
partial withdrawal of appeal inadmissibility of additional grounds statutory cap on legal fees remittal for further examination costs allocation between parties

Cited Legislation

AI generated
Articles 299, 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957 in conjunction with Article 22 of the 1992 Ministerial Decision
Articles 7 and 9 of Law 2698/1953
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 675/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Δασκαλέα - Ασημακοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ... και 3) Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τάγαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1052/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2760/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-5-2008 αίτησή του και μετά την παραίτησή του από το με αριθμό 284/23-12-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, με τους από 19-12-2008 και με αριθμό 289/29-12-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 27-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό από 19-12-2008 και με αριθμό καταθέσεως 284/23-12-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως και β) τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του ως προς το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος στο σκεπτικό, όπως αυτός κατά το μέρος του αυτό, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, και την απόρριψη του ίδιου (2ου πρόσθετου) λόγου αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, καθώς και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως (κυρίων και πρώτου πρόσθετου).

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- 1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ.1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ), και επομένως και.

από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί κατά το άρθρο 569 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επομένως και με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που ασκούνται κατά την τελευταία διάταξη στη συνέχεια, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως.

Η παραίτηση αυτή επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Επομένως η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το από 19-12-2008 και με αριθμό καταθέσεως 284/23-12-2008 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που έγινε με το από 19-12-2008 και με αριθμό καταθέσεως 289/29-12-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που έχουν ασκηθεί στη συνέχεια, είναι.

σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πρόσθετους αυτούς λόγους αναιρέσεως, από τους οποίους χώρησε η παραίτηση, οι οποίοι έτσι θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το εν λόγω από 19-12-2008 και με αριθμό καταθέσεως 289/29-12-2008 δικόγραφο έχει επιδοθεί νόμιμα για κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως (πρβλ.ΟλΑΠ 5/2001), όπως τούτο προκύπτει από την από το αναιρεσείoν επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...

της 8-1-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .

- 2.- Επειδή με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ.2 του ν.δ. 1204/1972, του ν. 2112/1920 και των άρθρων 167, 168 και 669 παρ.2 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Και αυτό γιατί, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε με την ως άνω απόφασή του ότι το αναιρεσείον δεν προέβη, με βάση τα σχετικά έγγραφα που κοινοποίησε στους αναιρεσιβλήτους στις 24-11-2004, 23-11-2004 και 23-11-2004, αντίστοιχα, σε καταγγελία, έστω και σιωπηρά, των ειδικών συμβάσεων εργασίας των τελευταίων και ότι έτσι οι συμβάσεις αυτές εξακολούθησαν να ισχύουν, με αποτέλεσμα το αναιρεσείον, το οποίο δεν αποδεχόταν την εργασία των αντιδίκων του, να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτών ως ιατρών (οδοντιάτρου, ακτινοθεραπευτή και οφθαλμιάτρου, αντίστοιχα) με αποτέλεσμα να οφείλει τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας αυτών για το επίδικο από 1-1 έως 31-12-2005 χρονικό διάστημα, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.

- 3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ7.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) διαπιστώνει ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων.

Επομένως, αν αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι με αυτήν παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι ερμηνευτικοί κανόνες εξαιτίας εσφαλμένης εφαρμογής τους ή μη εφαρμογής τους, πρέπει να προκύπτει από την εν λόγω απόφαση και ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων και, κατόπιν τούτου, προσέφυγε ή δεν προσέφυγε, αντίστοιχα, στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ : Οι αναιρεσίβλητοι είναι ιατροί (ο 1ος οδοντίατρος, ο 2ος ιατρός ακτινοθεραπευτής και ο 3ος οφθαλμίατρος), έχοντας προσληφθεί από το αναιρεσείον ("ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ - Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.") σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, συνδεόμενοι με αυτό με ειδικές συμβάσεις εργασίας, που διέπονται από τις διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.

Με τις ως άνω ειδικότητες οι αναιρεσίβλητοι γιατροί εργάστηκαν στις αναφερόμενες υγειονομικές μονάδες του αναιρεσείοντος, προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους αυτού μέχρι το τέλος του έτους 2004. Από την 1-1-2005 και εφεξής το αναιρεσείον αρνείται να αποδέχεται τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες, θεωρώντας παράνομα ότι από το εν λόγω χρονικό σημείο επήλθε αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής τους σχέσης με αυτό, λόγω κατάληψής τους από το όριο ηλικίας (65ο έτος) που προβλέπεται στο άρθρο 49 παρ. 1 του π.δ. 410/1988.

Συγκεκριμένα το αναιρεσείον στις 24-11-2004 κοινοποίησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του, που υπογράφεται από το Διευθυντή της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού αυτού ΑΑ, στο οποίο αναφέρονται επιλέξει τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 3232/2004 "η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 410/1988 "το προσωπικό του κεφαλαίου αυτού εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του" και "το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ο έτος της ηλικίας του.

Από το τηρούμενο σε μας προσωπικό μητρώο σας προκύπτει, όπως και εσείς γνωρίζετε, ότι την 31η Δεκεμβρίου του χρόνου που λήγει συμπληρώνετε το 71ο έτος της ηλικίας σας και έτσι θα πρέπει κατ' ανάγκη να στερηθεί το Ίδρυμα από 1-1-2005 την πολύτιμη συνεργασία σας. Πανομοιότυπα είναι και τα υπ' αριθμ. πρωτ. ... και ...

έγγραφα που το αναιρεσείον κοινοποίησε στις 23-11-2004 στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, με τα οποία τους γνώριζε ότι λόγω του ότι την 31η Δεκεμβρίου 2004 συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας του ο δεύτερος και το 71ο έτος της ηλικίας του ο τρίτος από αυτούς θα απολυθούν αυτοδικαίως από την υπηρεσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 και 2 του ως άνω Π.Δ. 410/1988.

Ακολούθως δε το αναιρεσείον στις 23-1-2005 κοινοποίησε στους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, τις υπ' αριθμ. πρωτ. ..., ... και ... αποφάσεις του Διοικητή του που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988, με τις οποίες τους γνώριζε ότι απεφάσισε την αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης που υπάρχει μεταξύ τους από 1-1-2005, λόγω του ότι καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας.

Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι από τα παραπάνω έγγραφα, που το αναιρεσείον κοινοποίησε στους αναιρεσιβλήτους, προκύπτει σαφώς ότι τούτο (αναιρεσείον) δεν επεδίωκε την καταγγελία των ανωτέρω ειδικών εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, αλλ' απλώς και μόνον την υπόμνηση σ' αυτούς για την αυτοδικαίως επελθούσα λήξη των συμβάσεων τους λόγω συμπλήρωσης από αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 49 του Π.Δ. 410/1988 ανώτατου ορίου ηλικίας.

Έτσι το αναιρεσείον δεν κατήγγειλε τις παραπάνω ειδικές συμβάσεις εργασίας που είχε καταρτίσει με τους αναιρεσιβλήτους και γι' αυτό οι συμβάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν και το αναιρεσείον, το οποίο αρνείται να δεχθεί τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες από τους αναιρεσιβλήτους υπηρεσίες τους, περιήλθε σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των τελευταίων και οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς τους μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2005, που ανέρχονται στα αναφερόμενα συνολικά χρηματικά ποσά.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1052/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η ένδικη από 29-6-2005 αγωγή αυτών, εξαφάνισε κατά ένα μέρος της την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά.

ένα μέρος της την εν λόγω αγωγή κατά την κύρια βάση της, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή διαλαμβανόμενα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού αυτό (Εφετείο), το οποίο δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις αυτές, ούτε προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου, αλλ' ούτε καν εμμέσως δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ή ασάφειας ή κενού στα προαναφερόμενα έγγραφα της Διοικήσεως του αναιρεσείοντος αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, ως περιέχοντος, αντίστοιχα, όχι καταγγελία της με κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους υφιστάμενης παραπάνω ειδικής εργασιακής συμβάσεως, αλλ' απλώς και μόνο την υπόμνηση σε κάθε έναν από αυτούς, αντίστοιχα, της αυτοδικαίως επελθούσας λήξεως της συμβάσεώς του εργασίας λόγω συμπληρώσεως από αυτόν του προβλεπόμενου από το άρθρο 49 του π.δ. 410/1988 ανώτατου ορίου ηλικίας, χωρίς έτσι να χρειαστεί να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και δη αναφορικά με το ότι από τα ως άνω έγγραφα του αναιρεσείοντος, προέκυπτε, κατ' αυτό (αναιρεσείον), καταγγελία της με κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, υφιστάμενης ειδικής συμβάσεως εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικός περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

- 4.- Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την προσθήκη σ' αυτήν εδαφίου με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ άκυρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Η διάταξις της παρούσας εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας". Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία τάσσεται μόνο αναφορικά με αξιώσεις που πηγάζουν αμέσως από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας και δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται απλώς για αποδοχές του μισθωτού που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε καταγγελίας η οποία προσβάλλεται από το μισθωτό ως άκυρη είτε αυτοτελώς με αγωγή είτε κατ' ένσταση (βλ.σχ.ΑΠ 1409/2005, 331/1977).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να μην απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια αυτής βάση, με την οποία ζητούνταν η επιδίκαση υπέρ αυτών μισθών υπερημερίας, παρά το ότι η αγωγή αυτή είχε επιδοθεί στο αναιρεσείον μετά την παρέλευση της από .το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 τασσομένης τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την καταγγελία της με κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους υφισταμένης ειδικής συμβάσεως εργασίας, παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της) την τελευταία ουσιαστικού δικαίου διάταξη, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε ότι η με κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους υφιστάμενη σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε ακύρως από το αναιρεσείον, πράγμα όμως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως, το Εφετείο δεν δέχτηκε με την εν λόγω απόφασή του κάτι τέτοιο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, δέχτηκε ότι το αναιρεσείον δεν κατάγγειλε και δη ακύρως τη με κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους υφιστάμενη ειδική σύμβαση εργασίας, ώστε να μην υφίσταται έδαφος εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, η οποία έτσι δεν παραβιάστηκε.

- 5.- Επειδή στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να αναγνωρίσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) οφείλει να καταβάλει νόμιμους τόκους από την επίδοση της ένδικης αγωγής και επί του χρηματικού ποσού το οποίο αναγνωρίστηκε με την εν λόγω απόφασή του ότι οφείλεται από αυτό σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τα άρθρα 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 221 παρ.1 στοιχ.

γ, ' 215 παρ.1, 223 και 295 παρ.1 του ΚΠολΔ και 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο νόμιμους τόκους από την επίδοση της ένδικης αγωγής και επί του υπόλοιπου ποσού των 16.616 ευρώ το οποίο απλώς αναγνωρίστηκε ότι οφείλεται από το αναιρεσείον σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάτι τέτοιο δεν έγινε, δεδομένου ότι νόμιμοι τόκοι και δη από την επόμενη της επίδοσης της ένδικης αγωγής επιδικάστηκαν μόνο για το διαφορετικό, επιπλέον, χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους.

- 6.- Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ.1 και 9 του ν.δ. 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατρού του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν.δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το Ι.Κ.Α., μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ, 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ιδίου ν.δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού.

Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις -αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου, β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000).

Επομένως έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην μεν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφό του 2 ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (βλ.σχ.ΟλΑΠ 21-22/2007).

Εξάλλου, στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994 ορίζονται, τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και, τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβάση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2).

Στη συνέχεια, στις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.

Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ, Δ., όπως είναι και το αναιρεσείον ("ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ - Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.").

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας· δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτήν του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα αλλά νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέπει, τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.

γ' της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεών του εργασίας σε συμβάσεις αόριστου χρόνου (βλ.σχ.ΟλΑΠ 20/2007). Έτσι η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ.

γ' του ν. 3232/2004 δεν επάγεται έννομες συνέπειες ούτε για το από την έναρξη της ισχύος της (12-2-2004) και εντεύθεν χρονικό διάστημα αναφορικά με τις μέχρι τότε με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 έχουσες καταρτιστεί ειδικές συμβάσεις εργασίας ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. (αναιρεσείοντος), εφόσον η εν λόγω διάταξη, ως εισάγουσα ρύθμιση μη επιτρεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις των παρ. 2, 3, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά το σχετικό μέρος της αντίκειται προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη.

Ενόψει τούτων για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτιστεί με βάση του άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού τούτου διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα (βλ.σχ.και τα πρακτικά της 3ης Γενικής Συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 6-2-2008).

Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα τούτου ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "1. Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β' που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης" (παρ.1). "2. Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου που δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971 ..., καθώς και το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ό έτος της ηλικίας του ..." (παρ.2). "4.

Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου" (παρ.4). Οι παρατιθέμενες όμως αυτές διατάξεις του άρθρου 49 του αμέσως πιο πάνω Κώδικα, που καταρτίστηκε με το π.δ. 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτιστεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/ 1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού τούτου διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα.

Ενόψει τούτων το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται, ότι οι ειδικές συμβάσεις με τις οποίες συνδέονται οι αναιρεσίβλητοι. (ο 1ος ως οδοντίατρος, ο 2ος ως ιατρός ακτινοθεραπευτής και ο 3ος ως οφθαλμίατρος) με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) δεν λύθηκαν αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του 65ου, 70ού και 70ού έτους της ηλικίας τους αντίστοιχα, αλλ' ότι οι συμβάσεις αυτές θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με καταγγελία τους μετά από μηνιαία προειδοποίηση, σύμφωνα με το όρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, όπως μάλιστα ρητώς αναφέρεται, στις συμβάσεις τους, δεν έσφαλε και έτσι δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη μη εφαρμογή τους) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 εδ.

γ' του ν. 3232/2004 και 49 του Κώδικα που καταρτίστηκε με το π.δ. 410/1988. Και αυτό γιατί ως προς τις ειδικές αυτές συμβάσεις, οι οποίες είχαν καταρτιστεί, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, εξακολούθησαν, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη μείζονα σκέψη εκτίθενται, να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού αυτού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, χωρίς να μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

- 7.- Επειδή το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.18 του Εισ.ΝΚΠολΔ, ορίζει: α) Στην παρ.1 ότι "επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυνάμενη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμό δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς".

β) Στην παρ. 2 ότι "εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή". γ) Στην παρ.3 ότι "αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".

Με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Β.Κ. τ.Β' 11/20-1-1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, ορίστηκε ότι "σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του α.ν. 427/1945 "περί Κωδικός των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ.

της 7/20 Ιουνίου 1957 (άρθρο 22 ν. 3693/1957) ορίζεται από 40.000 σε 100.000 δραχ.". Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α. διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και επομένως οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου τούτου, και σε δίκες στις οποίες διάδικος είναι το Ι.Κ.Α..

Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος αυτού με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά (δηλαδή τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, για τα οποία γίνεται λόγος στα προηγούμενα εδάφια της εν λόγω παραγράφου) πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται, την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτήν της αναλογικότητας, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου, ίσχυε και πριν από τη ρητή αποτύπωσή της στο Σύνταγμα κατά την αμέσως πιο πάνω αναθεώρησή του, οι ως άνω νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή στο κοινό και γ) με τη στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που επέρχεται από αυτούς (βλ.σχ.ΟλΑΠ 43-44-45/2005).

Η ως άνω τιθέμενη αρχή της αναλογικότητας έχει επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται αποκλειστικά στο νομοθέτη και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το ύψος της επιδικαστέας κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ δικαστικής δαπάνης δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση ευθέως της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, ακριβώς διότι αυτή δεν είναι εφαρμοστέα από αυτό στην εν λόγω περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, κρίνοντας επί της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1052/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δέχτηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως αυτής, στη συνέχεια εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της που αφορούσε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και δη εξολοκλήρου την αγωγή αυτήν κατά την προαναφερόμενη κύρια βάση της, κρίνοντας ότι κατόπιν τούτου παρείλκε η εξέταση των λοιπών λόγων της ίδιας εφέσεως, οι οποίοι αφορούσαν τις επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής.

Δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι νίκησαν ολικά κατά την κατ' έφεση δίκη, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται αφενός ότι η έφεση γίνεται δεκτή κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος της και αφετέρου ότι η ένδικη αγωγή γίνεται δεκτή κατά ένα μέρος της, τούτων λεγομένων με την έννοια, όπως εκτιμάται, ότι η έφεση και η αγωγή γίνονται δεκτές κατ' ουσίαν μόνο κατά το μέρος τους που αφορούν την κύρια βάση της αγωγής αυτής, ενόψει του ότι οι λοιποί λόγοι της εφέσεως, που αφορούσαν τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, καθώς και, ακολούθως, οι ίδιες αυτές επικουρικές βάσεις δεν χρειαζόταν να εξεταστούν.

Ήδη με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να καταδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ορίζοντας τα δικαστικά αυτά έξοδα στο ποσό των 1.000 ευρώ για καθέναν από τους τελευταίους, παραβίασε ευθέως την ως άνω αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

δ' του Συντάγματος, και, συναφώς, τα άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα ως άνω στη σχετική μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του, ακριβώς διότι δεν χώρησε παραβίαση ευθέως της προαναφερόμενης συνταγματικής διατάξεως, αφού αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, προεχόντως για το λόγο αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελέγχεται αναιρετικώς με βάση τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ακόμη, με το δεύτερο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και η αιτίαση ότι, ενόψει του ότι κάθε ένα .από τα διάδικα μέρη εν μέρει νίκησε και εν μέρει νικήθηκε, το Εφετείο με το να μη συμψηφίσει ολικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του μεταξύ των διαδίκων μερών τη δικαστική δαπάνη παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Ο προσθετός αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιό πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσίβλητοι νίκησαν ολικά κατά την κατ' έφεση δίκη, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται νομική δυνατότητα για ολικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων κατά το άρθρο 22 παρ.2 στοιχ.

β' του ν. 3693/1957 και έτσι να μην υφίσταται εκ τούτου παραβίαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 22 του τελευταίου νόμου. Όμως το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του δικαστική δαπάνη ύψους 1.000 ευρώ υπέρ καθενός από τους αναιρεσιβλήτους και εις βάρος του αναιρεσείοντος (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, εφόσον κατ' αυτές, σε συνδυασμό τους προς την ως άνω παρατιθέμενη παρ.2 της υπ' αριθ. 134423 ΟΙΚ./1992 κοινής υπουργικής αποφάσεως, η αποδοτέα σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους (ως νικώντες διαδίκους) αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου δεν μπορούσε να υπερβαίνει το αντίστοιχο των 100.000 δραχμών ποσό των 293,47 ευρώ, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως ο πρόσθετος αυτός λόγος, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς διευκρινίζεται και συμπληρώνεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ, με την έγγραφη εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον πρόσθετο αυτόν λόγο αναιρέσεως και δη μόνο κατά το μέρος της που αφορά τη δικαστική δαπάνη.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος της κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.

Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ του αναιρεσείοντος (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από τα διάδικα αυτά μέρη (άρθρο 22 παρ.2 στοιχ. β' και 3 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους από 19 Δεκεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως που έχουν ασκηθεί με το υπό την ίδια χρονολογία και με αριθμό καταθέσεως 284/23-12-2008 δικόγραφο.

Αναιρεί μερικώς και δη μονό κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά τη δικαστική δαπάνη, την υπ' αριθ. 2760/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων μερών τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ