Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored unsubmitted appeal arguments regarding contract breach and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a contract dispute. The appellant argued the appellate court erred by considering unsubmitted appeal arguments and misapplying civil code provisions on damages. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning based on established facts and the appellant's own submissions to be legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 178, 179 of the Code of Civil Procedure; Articles 178 and 179 of the Civil Code: The Supreme Court does not admit an appeal ground based on the consideration of unsubmitted appeal arguments or the misapplication of law if the lower court's decision is supported by the arguments and evidence actually presented and considered by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 904 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και διόρισε τον παρόντα δικηγόρο Λεωνίδα Θανόπουλο που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3968/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2902/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1586/2008). "Πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι και ο λόγος έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων (ΑΠ 1640/2009).
Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, ενώ προτάθηκαν ή ληφθούν υπόψη, χωρίς να έχουν προταθεί, λόγοι έφεσης, με τους οποίους εκφέρονται παράπονα σχετικά με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι έλαβε υπόψη του πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του ανύπαρκτο λόγο έφεσης του αντιδίκου του, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων και, εντεύθεν, αφού επανεκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ δεν έπρεπε, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, συνακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν, στο σύνολό της, την ένδικη αγωγή του.
Όπως, όμως, προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης έφεσης, ο ήδη αναιρεσίβλητος, εκκαλών, με το δεύτερο λόγο αυτής, παραπονείται, ειδικώς, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού διαλαμβάνει στο εφετήριο δικόγραφο, μεταξύ άλλων και, τα εξής: "...Το εν λόγω συμφωνητικό της 31-3-2000, ρητώς αναφέρεται στις οικονομικής φύσεως ζημίες τις οποίες υπέστην λόγω της, επί μία ολόκληρη οκταετία, διακοπής των οικοδομικών εργασιών, από λόγους ανεξάρτητους της δικής μου βούλησης και ευθύνης, και της συνεπεία της καθυστέρησης αυτής μεταβολής των οικονομικών συνθηκών της εποχής, με την αύξηση των ποσοστών της αντιπαροχής στην περιοχή, όπως και ο μάρτυς - υιός του αντιδίκου παρεδέχθη στην κατάθεσή του (ορ.
Σελ. 89 & 91 των πρακτικών της εκκαλουμένης). Πρόκειται συνεπώς περί συμφωνίας αναπροσαρμογής του αρχικού εργολαβικού ανταλλάγματος, υπό τα νέα τότε δεδομένα της εποχής (Μαρτίου 2000) και με αποκλειστικό σκοπό την εξισσορόπηση της μεταξύ μας σχέσεως εργολάβου οικοπεδούχου. Και με τα δεδομένο τούτο η κρίση της εκκαλουμένης ότι πρόκειται περί εκβιαστικής συμπεριφοράς από μέρους μου, είναι όλως εσφαλμένη και εξαφανιστέα...".
Επομένως, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου και επανεκτιμώντας, στο πλαίσιο της παραδοχής αυτού, τις αποδείξεις, δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη πλημμέλεια και, συνακόλουθα, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι και η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ' αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 1186, 1118, 890/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Ενώ, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται αιτιολογία της απόφασης, που δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενη απόφασης (ΑΠ 1470/2014).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με το προαναφερθέν, με αριθμό …47/1992 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου, Ά.
Μ., που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο εναγόμενος, ως εργοδότης ανέθεσε στον ενάγοντα και ο τελευταίος ανέλαβε, ως εργολάβος, με δικές του δαπάνες και δικό του έλεγχο, επιμέλεια και ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο προσύμφωνο, τις διατάξεις του ΓΟΚ και των σχετικών με την ανοικοδόμηση νόμων, σε συνδυασμό και με τις σχετικές μελέτες, με δικά του υλικά, μέσα και οικονομοτεχνική οργάνωση, την ανέγερση τριώροφης οικοδομής γραφείων και καταστημάτων με δύο υπόγεια και δώμα, με το σύστημα της αντιπαροχής, επί του περιγραφόμενου οικοπέδου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, που βρίσκεται στο ..., στη συμβολή των οδών ...
και .... Με το ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο συμφωνήθηκε, ότι στον ενάγοντα - εργολάβο ή στα υποδειχθησόμενα από αυτόν τρίτα πρόσωπα, θα περιέλθουν οι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 530 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, η μεταβίβαση του οποίου συμφωνήθηκε σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο του έργου, ενώ η αποπεράτωση του έργου συμφωνήθηκε σε 23 μήνες από τη λήψη της οικοδομικής άδειας, όσον αφορά τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και σε 25 μήνες από τη λήψη της άδειας, όσον αφορά τα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής.
Σε περίπτωση δε μη πλήρους αποπεράτωσης και μη παράδοσης του έργου εντός των άνω τακτών προθεσμιών, συμφωνήθηκε η καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος των αναφερόμενων στο εργολαβικό ποσών, λόγω ποινικής ρήτρας. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, ο ενάγων επιμελήθηκε για την έκδοση της με αριθμό ….70/22-12-1992 οικοδομικής άδειας από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο ....
Μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και ενώ αυτές βρίσκονταν στο στάδιο της κατασκευής των πέδιλων και κολώνων της οικοδομής, όμοροι ιδιοκτήτες, με την από 15-3-1993 αίτησή τους, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζήτησαν, για τους επικαλούμενους λόγους, μεταξύ των οποίων, η μη τήρηση της απαιτούμενης απόστασης της οικοδομής από το κοινό όριο, με όμορο οικόπεδο τους επί του οποίου είχε ήδη ανεγερθεί οικοδομή, την ακύρωση της άνω οικοδομικής άδειας.
Στη σχετική δε δίκη, άσκησε παρέμβαση ο ενάγων, υπέρ του κύρους της οικοδομικής άδειας. Επί των άνω, αίτησης και παρέμβασης, εκδόθηκε η με αριθμό 483/1999 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση και έγινε δεκτή η παρέμβαση, αφού κρίθηκε μεταξύ άλλων, ότι το κτίριο των αιτούντων (όμορων ιδιοκτητών) εμπίπτει στην έννοια του ειδικού κτιρίου και ως εκ τούτου νόμιμα με την προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια επιτράπηκε η ανέγερση του επίδικου κτιρίου, σε επαφή προς το κοινό πλάγιο όριο του ακινήτου αυτού, με το ακίνητο των αιτούντων.
Ωστόσο, ο ενάγων μετά την υποβολή της αίτησης αυτής, προέβη αυτοβούλως, στη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Αναστολών του ΣΤΕ, θεωρώντας ότι η τυχόν ευδοκίμηση της αίτησης και ακύρωση της οικοδομικής άδειας, θα επέφερε ανεπανόρθωτη ζημία, τόσο στον ίδιο, όσο και στον εναγόμενο, αφού θα υποχρεωνόταν σε κατεδάφιση ή αποκοπή μέρους του κτιρίου.
Κατά το στάδιο διακοπής των εργασιών, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε ήδη διαμαρτυρηθεί για τη διακοπή αυτή, στις 20-4-1994, με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία καταγγελία σύμβασης έργου, επικαλούμενος το άρθρο 15 του προσυμφώνου - εργολαβικού, το οποίο, σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των ιδιοκτησιών στον ίδιο, του παρείχε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης και κήρυξης του ενάγοντος - εργολάβου, ως έκπτωτου από το αναληφθέν έργο, με απόφαση του αρμοδίου Δικαστή, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατάγγειλε τη σύμβαση.
Ακολούθως δε, ζήτησε την κήρυξη του ενάγοντος ως έκπτωτου από το έργο, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 4147/1992 απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Την ακύρωση της απόφασης αυτής, ζήτησε ο εναγόμενος με αγωγή, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία, ομοίως απορρίφθηκε, με τη με αριθμό 5732/1996 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου.
Ωστόσο, στη συνέχεια, μετά την έκδοση της άνω απόφασης του ΣτΕ, οι διάδικοι εμμένοντες στην άνω σύμβαση έργου, παρά τα όσα μεσολάβησαν, αποφάσισαν τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών για την ολοκλήρωση του έργου. Λόγω, όμως, της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση του άνω προσυμφώνου - εργολαβικού και την έκδοση της (αρχικής) οικοδομικής άδειας, η ισχύς της οποίας είχε λήξει, κατέστη αναγκαία η αναθεώρηση της άδειας και η τροποποίηση του προσυμφώνου και ειδικότερα του άρθρου 13, που αφορούσε το χρόνο παράδοσης του έργου, ο οποίος είχε παρέλθει προ πολλού.
Στα πλαίσια αυτά, ο ενάγων, με τη συναίνεση του εναγομένου, προέβη σε αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, με αριθμό 209/10-2-2000, με την οποία άλλαξε η στατιστική μελέτη της οικοδομής, ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, σηματοδοτήθηκε η έναρξη των οικοδομικών εργασιών και παρατάθηκε η ισχύς της, από τις 22-11-1995 στις 21-12-2000.
Παράλληλα, οι διάδικοι με τη με αριθμό …90/31-3-2000 πράξη της συμβολαιογράφου, Δ. Ρ., προέβησαν σε τροποποίηση ορισμένων όρων του αρχικού εργολαβικού και ιδίως του άνω άρθρου 13 αυτού, ως προς τους χρόνους εκτέλεσης, αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου, ορίζοντας το χρόνο αποπεράτωσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων, εντός 21 και 23 μηνών αντίστοιχα, από την άνω τροποποίηση, ήτοι μέχρι 31-12-2001 και 28-2-2001, αντίστοιχα.
Κατά την ίδια δε ημέρα της υπογραφής της άνω συμβολαιογραφικής πράξης, κατάρτισαν το υπό την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ρύθμισαν τις μέχρι τότε οικονομικές διαφορές τους, από τη διακοπή των εργασιών και την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διαλαμβανόμενες στο συμφωνητικό αυτό δηλώσεις των συμβαλλομένων, αυτοί αφού έλαβαν υπόψη, "α) την πολυετή δέσμευση του οικοπέδου, συνεπεία της αναστολής των εργασιών, β) την έναρξη εκτέλεσης της εργολαβικής σύμβασης οκτώ έτη αργότερα και κατ' επέκταση την καθυστέρηση παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής, επί ίσο χρόνο, αλλά και τη διαφοροποίηση των τιμών πωλήσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών και γ) την εκ των αιτιών τούτων σοβαρή ζημία του οικοπεδούχου Π.
Σ. (εναγομένου)", συμφώνησαν και συνομολόγησαν ότι, "σε μερική κατά συμβιβασμό κάλυψη της δεδομένης ζημίας του οικοπεδούχου Π. Σ. και ανεξαρτήτως της συνδρομής υπαιτιότητας, ο εργολάβος Σ. Π. (ενάγων) θα καταβάλει και ο οικοπεδούχος θα εισπράξει, το συνολικό ποσό των 20.000.000 δραχμών", σε δόσεις, κατά τους αναφερόμενους χρόνους.
Επίσης δήλωσαν, ότι η άνω μερική κατά συμβιβασμό κάλυψη της ζημιάς του οικοπεδούχου, από τις άνω μνημονευόμενες αιτίες, γίνεται με βάση τις διατάξεις περί καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και ουδεμία σχέση έχει με συνδρομή ή μη υπαιτιότητας, καθώς και ότι ουδεμία άλλη έχουν ή διατηρούν αξίωση κατ' αλλήλων, πλην των απορρεουσών από το προσύμφωνο - εργολαβικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη με αριθμό …90/31-3-2000 πράξη της συμβολαιογράφου, Δ.
Ρ.. Επιπλέον, με το ίδιο συμφωνητικό ο εναγόμενος - οικοπεδούχος δήλωσε, ότι ανακαλεί την καταγγελία της σύμβασης έργου, δυνάμει της από 20-4-1994 εξώδικης δήλωσης και ότι παραιτείται από κάθε απορρέον από την καταγγελία, δικαίωμά του. Η παραπάνω δικαιοπραξία, καταρτίστηκε στα πλαίσια της συμφωνίας των διαδίκων για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, μετά την έκδοση της άνω απόφασης του ΣτΕ.
Στα πλαίσια δε αυτά προηγήθηκε η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, με τη συναίνεση του εναγομένου, το Φεβρουάριο του έτους 2000 και απέμενε η τροποποίηση του εργολαβικού, ως προς τους χρόνους αποπεράτωσης του έργου, όπως ήδη εκτέθηκε. Έτσι, ταυτόχρονα με την τροποποιητική συμφωνία, κατά τη διευθέτηση της οικονομικής εκκρεμότητας μεταξύ τους, από τη μέχρι τότε πολυετή καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, ο εναγόμενος αξίωσε την αποζημίωσή του από τον ενάγοντα.
Η αποζημίωση δε αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ τους, μετά από συμβιβασμό, κατ' αποκοπή, στο άνω ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε σε δόσεις από τον ενάγοντα κατά τους συμφωνημένους χρόνους, ήτοι ποσό 8.000.000 δραχμές κατά την υπογραφή του συμφωνητικού (31-3-2000), ποσό 7.000.000 δραχμών στις 21-12- 2001, χρόνο πώλησης με στοιχεία 1-10 κοινής (των διαδίκων) οριζόντιας ιδιοκτησίας και ποσό 5.000.000 δραχμών, στις 14-3-2002, χρόνο πώλησης της πρώτης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ενάγοντος, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη από την πλευρά του τελευταίου.
Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, ότι η άνω δικαιοπραξία είναι άκυρη, ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική, άλλως ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, ο ενάγων επικαλείται για τη θεμελίωση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας αυτής ότι, α) ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος τη γνωστή σ' αυτόν ανάγκη του για την αποπεράτωση του αναληφθέντος έργου, καθώς ενδεχόμενη ματαίωσή του, θα είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική του καταστροφή, προκειμένου να εκπληρώσει μια νόμιμη υποχρέωσή του, όπως ήταν η σύμπραξή του στη συμβατική παράταση της προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου, με την παροχή της συναίνεσής του, για την τροποποίηση του εργολαβικού ως προς το σημείο αυτό, αξίωσε την εκ μέρους του καταβολή του παραπάνω ποσού των 20.000.000 δραχμών, το οποίο και έλαβε σε τρεις δόσεις, χωρίς να υφίσταται νόμιμη αξίωση του, β) η δικαιοπραξία συνήφθη υπό συνθήκες ασφυκτικής πίεσης προς το πρόσωπο του και απέρρευσε από την εκμετάλλευση της ανάγκης, στην οποία βρισκόταν να συνεχιστούν οι εργασίες οικοδόμησης, άλλως θα καταστρεφόταν ολοσχερώς, γ) ο εναγόμενος σε γνώση της οικονομικής ζημίας την οποία ο ίδιος (ενάγων) είχε υποστεί λόγω της καθυστέρησης της εκτέλεσης του έργου και της επακόλουθης μη είσπραξης του ανταλλάγματος από την περαιτέρω πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και εκμεταλλευόμενος το φόβο του για επιδείνωση της ήδη επελθούσας ζημίας, τον ανάγκασε να υπογράψει το άνω συμφωνητικό και να δεσμευτεί στην καταβολή του παραπάνω ποσού, για δήθεν αποκατάσταση της δικής του ζημίας, εμφανίζοντας ως αιτία καταβολής την κάλυψη της ζημίας του, προκειμένου να συγκαλυφθεί η ανυπαρξία οποιασδήποτε νόμιμης αιτίας για την είσπραξη του ποσού και δ) ο εναγόμενος γνώριζε την εξέλιξη της πορείας του έργου, το οποίο ανέλαβε, αλλά και τα περιστατικά εκείνα, που συντέλεσαν στην απρόοπτη και απολύτως απαραίτητη καθυστέρηση των εργασιών, δηλαδή την κατάθεση της αίτησης ακύρωσης της οικοδομικής άδειας και παρόλα αυτά, σε γνώση της πλήρους ανυπαρξίας δικής του (ενάγοντος) υπαιτιότητας ως προς την απόφαση διακοπής αυτών, η οποία ήταν καθόλα νόμιμη λόγω ρητής παροχής του δικαιώματος αναστολής των εργασιών για λόγους ανωτέρας βίας με τον αναφερόμενο όρο του προσυμφώνου, αλλά και λόγω της πρόνοιας που όφειλε να επιδείξει ως συνετός επαγγελματίας, ενεργώντας κακόπιστα και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη στην οποία βρισκόταν, κατόρθωσε να αποκομίσει το άνω ποσό, κατά τρόπο ανήθικο και κατάφωρα αντίθετο στα χρηστά ήθη, με αντάλλαγμα την τροποποίηση του προσυμφώνου, στην οποία όφειλε να προβεί από τη σύμβαση και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη αποκομίζοντας, έτσι δυσανάλογα ωφελήματα.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων, μετά την υποβολή της αίτησης ακύρωσης της οικοδομικής άδειας, προέβη αυτοβούλως στη διακοπή των εργασιών, χωρίς την έκδοση απόφασης αναστολής από το ΣτΕ. Η υποβολή, όμως της αίτησης αυτής και μόνο, δεν συνιστά περιστατικό ανώτερης βίας, που δικαιολογούσε τη διακοπή των εργασιών και την αναστολή των προθεσμιών εκτέλεσης του έργου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, επικαλούμενος εσφαλμένα το άρθρο 21 του προσυμφώνου - εργολαβικού.
Ειδικότερα, με το άρθρο 18 του προσυμφώνου (και όχι το άρθρο 21), ορίζεται ότι, μόνο η ανώτερη βία δικαιολογεί την αναστολή όλων των στο προσύμφωνο οριζομένων προθεσμιών εκτέλεσης των εργασιών και παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων εκ μέρους του εργολήπτη, ενδεικτικά δε αναφέρεται ότι, ανωτέρα βία ή σε κάθε περίπτωση κατάσταση που να δικαιολογεί την αναστολή των εργασιών εκ μέρους του εργολήπτη, θεωρείται η γενική απεργία, η καθολική απεργία τάξεων συναφών με την οικοδομή, η γενική επιστράτευση, ο πόλεμος, η επανάσταση στην πόλη των …, η ανεύρεση αρχαιοτήτων εντός του οικοπέδου και εφόσον στις περιπτώσεις αυτές τα γεγονότα της ανώτερης βίας συνεπάγονται αντικειμενική αδυναμία εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργολήπτη.
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανωτέρα βία, η οποία συντρέχει, όταν, είτε λόγω εξωτερικών, όπως παραπάνω, είτε και λόγω εσωτερικών λόγων (αναγόμενων, δηλαδή, στο πρόσωπο αυτού τούτου του διαδίκου), απρόβλεπτων και αναπότρεπτων στην κρινόμενη περίπτωση, ακόμη και με τη λήψη μέτρων εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, δεν μπόρεσε αυτός να ασκήσει τα δικαιώματα του ή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός των τεταγμένων προθεσμιών...
Περαιτέρω, η ένδικη δικαιοπραξία καταρτίστηκε από τους διαδίκους, οι οποίοι είναι έμπειροι συμβαλλόμενοι, εργολάβος οικοδομών ο ενάγων και δικηγόρος ο εναγόμενος, στα πλαίσια της απόφασης τους συνέχισης των εργασιών, μετά την έκδοση της απόφαση του ΣτΕ και διευθέτησης των οικονομικών ζητημάτων που προέκυψαν από την πολυετή καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου.
Έτσι, όπως ήδη αναφέρθηκε, συμφωνήθηκε η καταβολή του άνω ποσού μετά από συμβιβασμό, ως κατ' αποκοπή αποζημίωση, για την κάλυψη της ζημίας, την οποία είχε πράγματι υποστεί από την καθυστέρηση αυτή. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε πράγματι από τον ενάγοντα σε χρονικό διάστημα δύο περίπου ετών από την κατάρτιση της συμφωνίας, που έλαβε χώρα στις 31-3-2000, ήτοι μέχρι τις 14-3-2002, χρόνο καταβολής της τελευταίας δόσης, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη από την πλευρά του ενάγοντος.
Η καταβολή δε αυτή, δεν ήταν παροχή έναντι της επικαλούμενης σύμπραξης του ενάγοντος στην τροποποίηση του συμφωνητικού, αλλά κατ' αποκοπή αποζημίωση για την κάλυψη της ζημίας του εναγομένου, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ανάγκη, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος, ταυτίζεται με την υποχρέωσή του από τη σύμβαση να αποπερατώσει και παραδώσει το συμφωνηθέν έργο.
Με βάση δε τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, δεν μπορεί να γίνει λόγος στην προκειμένη περίπτωση και για δυσαναλογία και μάλιστα φανερή παροχής και αντιπαροχής, την οποία ο ενάγων προσδιορίζει στην καταβολή του ποσού και στη συναίνεση της τροποποίησης του εργολαβικού. Επίσης, ούτε για αισχροκερδή δικαιοπραξία, μπορεί να γίνει λόγος αφού ουδόλως αποδείχθηκαν περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι ο ενάγων εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη του εναγομένου, ακολούθως δε επωφελούμενος της κατάστασης αυτής πέτυχε τη συνομολόγηση δυσανάλογων ωφελημάτων, δεδομένου ότι για να χαρακτηριστεί η επίδικη δικαιοπραξία ως καταπλεονεκτική, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τα στοιχεία, α) της ανάγκης ενός των συμβαλλομένων, β) της εκμετάλλευσης της ανάγκης του αντισυμβαλλομένου και γ) της προφανούς δυσαναλογίας, μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.
Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε ότι η καταρτισθείσα με το άνω συμφωνητικό δικαιοπραξία είναι άκυρη ως αισχροκερδής και, ακολούθως, ακύρωσε αυτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα εντόκως το ποσό των 58.694,06 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος, με τους διαλαμβανόμενους στο δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρισμούς και τις αναφερόμενες στο ιστορικό της έφεσης, αιτιάσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υπόθεσης ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης.
Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στην θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος.... Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μετά την παραδοχή του άνω λόγου της έφεσης και την συνεπεία τούτου, εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, πρέπει να εξεταστεί η επικουρική βάση αυτής, περί ακυρότητας της ένδικης δικαιοπραξίας, ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, κατ' άρθρο 178 ΑΚ, η οποία δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως, μετά την παραδοχή της αγωγής, κατά την κύρια βάση της.
Η αγωγή αναφορικά με τη βάση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη. Ωστόσο, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε αντίθεση της ένδικης δικαιοπραξίας προς τα χρηστά ήθη, αφού από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, το περιεχόμενο και τον τρόπο σύναψης της επίδικης δικαιοπραξίας, σε συνδυασμό με την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων για την κατάρτισή της, δεν προκύπτει ότι η δικαιοπραξία αυτή είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αντίθεση που πρέπει να συντρέχει για την ευδοκίμηση της άνω αυτοτελούς από το άρθρο 178 ΑΚ επικουρικής αγωγικής βάσης...".
Περαιτέρω, το Εφετείο αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στο σύνολο της, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη εν προκειμένω ζητήματα, ήτοι:
α) της ανάγκης του αναιρεσείοντος, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο της σύναψης της ένδικης σύμβασης, β) της εκμετάλλευσης, κατά τον ίδιο χρόνο, της ανάγκης του από τον αντισυμβαλλόμενο αυτού, ήδη αναιρεσίβλητο, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψη αυτής και, γ) της προφανούς δυσαναλογίας, μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και δέχθηκε ότι αυτά δεν αποδείχθηκαν, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, οι προβαλλόμενες δε με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κρίνονται απορριπτέες, ως αβάσιμες.
Τούτο δε διότι, η επικαλουμένη, με την πρώτη αιτίαση αυτού του λόγου, αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης ότι η προσφυγή τρίτων στο ΣτΕ για την ακύρωση της οικοδομικής άδειας της ένδικης οικοδομής δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας, ώστε να διακόψει τις οικοδομικές εργασίες και εκείνης περί του δικαιολογημένου της εν λόγω διακοπής, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως δικαιολογημένη τη διακοπή των εργασιών της ένδικης οικοδομής, πράγμα, όμως, που ουδόλως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του και, έτσι, τούτο συνιστά, αυθαίρετο, συμπέρασμα του αναιρεσείοντος.
Και αυτά, πέραν του ότι η αιτίαση αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελής, αφού η κρίση του Εφετείου, περί μη υπαγωγής στην έννοια της ανώτερης βίας, της διακοπής των εργασιών της ένδικης οικοδομής, συνεπεία προσφυγής τρίτων στο ΣτΕ για την ακύρωση της οικοδομικής άδειας, είναι πλεοναστική και διελήφθη (η παραδοχή αυτή) στην αναιρεσιβαλλομένη προς απόκρουση σχετικού, αντίθετου, επιχειρήματος της αναιρεσείουσας, χωρίς ν' ασκεί ουδεμία επίδραση στο διατακτικό της, το οποίο, επαρκώς, στηρίζεται στην προπαρατεθείσα, ανεπιτυχώς πληττόμενη, αιτιολογία της.
Εξάλλου, για την επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των ζημιών, του ήδη αναιρεσιβλήτου, τις οποίες καλύπτει η συμφωνηθείσα (και επιδικασθείσα σ' αυτόν) παροχή των 20.000.000 δρχ. (ήδη 58.694,06 €), παρά τ' αντίθετα υποστηριζόμενα, από τον αναιρεσείοντα, με τη δεύτερη αιτίαση του ίδιου, ως άνω αναιρετικού λόγου, που είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο, αναιρετικά ανέλεγκτα, δέχθηκε ότι αυτή (παροχή) ήταν αποζημίωση κατ' αποκοπή.
III. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2902/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, παρά την ήττα του, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.10.2017 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2902/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ