Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim due to failure to cite specific facts in the appeal document.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece Pension Fund against a labor court decision. The appellant argued that the lower court rejected their claim of abusive exercise of rights without sufficient reasoning. However, the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the factual circumstances constituting the abuse of rights in the appeal document as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging violation of substantive law is inadmissible if the specific statutory provision violated and the factual basis for the error are not clearly defined in the appeal document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 902/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-02-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 911/2016 μη οριστική, 704/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4715/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Ωστόσο, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει κατά τη συζήτηση το υπ' αριθ. 438772264952 0117 0008 ηλεκτρονικό παράβολο, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
Με την από 1-12-2020 και με αριθ. κατάθεσης 9532/1073/15-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4715/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τραπέζης, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της § 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της § 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της § 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης (...).
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου (...).
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον νπιδ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1479/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλομΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της § 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και επομένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα.
Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της 23/16-12-2013 αποφάσεως του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση (ΑΠ 1479/2021).
Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.
Στην προκειμένη περίπτωση,, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την από 24-2-2014 και με αριθ. κατάθ. 24640/601/2014 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ήταν πρώην υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ασφαλισμένη στο εναγόμενο -αναιρεσείον νπιδ για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή τους.
Ότι αποχωρήσασα λόγω συνταξιοδότησης στις 30-4-2012 και ενώ εκκρεμούσε η αίτησή της για τη λήψη της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, το εναγόμενο με την υπ' αρ. 23/16-12-2013 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 τροποποίησε το άρθρο 7 του Καταστατικού του με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, με συνέπεια αυτή να μειωθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από το νέο τρόπο υπολογισμού και οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας που αποχώρησαν από τις 3-1-2012 και εφεξής και επικαλούμενο και εφαρμόζοντας το νέο αυτόν τρόπο υπολογισμού, της κατέβαλε μέρος μόνο της εφάπαξ παροχής που δικαιούταν να λάβει.
Ζήτησε δε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο αποχώρησής της από την εργασία της και του εξουσιοδοτικού νόμου 3029/2002 να υποχρεωθεί το εναγόμενο (εν μέρει αναγνωριστικά) να της καταβάλει την αιτούμενη διαφορά. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως παραδεκτή και νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και κατ' έφεση του εναγομένου-αναιρεσείοντος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν επικυρώνοντας ούτω την πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε την 7.3.1984 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος.
Ακολούθως αφού συμπλήρωσε 28 έτη υπηρεσίας και έχοντας λάβει το βαθμό της Τμηματάρχη Α', την 30.4.2012 αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης και αφού είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος. Καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην Εθνική Τράπεζα υπήχθη στην ασφάλιση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), καταβάλλοντας τις αναλογούσες σε αυτήν εισφορές, ώστε να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή.
Ακολούθως η ενάγουσα μετά την αποχώρησή της από την ενεργό υπηρεσία και αφού πληρούσε τις σχετικές από τον κανονισμό του εναγομένου προϋποθέσεις, υπέβαλε τη με αριθμ. πρωτ. 1050/30.4.2012 αίτησή της προς τα αρμόδια όργανα του εναγομένου προκειμένου να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του κανονισμού του εναγομένου, που ίσχυε κατά το χρόνο συνταξιοδότησης της ενάγουσας την 30.4.2012.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../21.11.2018 βεβαίωση του εναγομένου η καταβλητέα στην ενάγουσα εφάπαξ παροχή ανέρχεται στο ποσό των 86.470,07 ευρώ. Την 19.12.2013 δημοσιεύθηκε η με αριθμ. Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία, αφού τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του κανονισμού του εναγομένου, ανακαθορίστηκε το ύψος και το τρόπος υπολογισμού της χορηγητέας εφάπαξ παροχής, ενώ προβλέφθηκε και η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης σε όσους αποχώρησαν από την "ΕΤΕ ΑΕ" από 3.1.2012.
Με βάση την ανωτέρω ρύθμιση, η οποία κατέλαβε και την ενάγουσα, η εφάπαξ καταβλητέα παροχή που δικαιούται αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 55.095,04 ευρώ. Περαιτέρω με την με αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ έχει ακυρωθεί η ανωτέρω ΚΥΑ, ως προς τη ρήτρα αναδρομικότητας, λόγω μη νόμιμης έκδοσής της, αφού εκδόθηκε, κατά το συγκεκριμένο μέρος χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα, και η οποία (ανωτέρω απόφαση) ως προς το κριθέν διοικητικής φύσης αυτό ζήτημα παράγει δεδικασμένο δεσμευτικό για το δικαστήριο.
Συνακόλουθα και οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου ως προς τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής δεν καταλαμβάνουν την ενάγουσα, η οποία αποχώρησε την 30.4.2012, ήτοι, πριν την έκδοση της ανωτέρω ΚΥΑ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Περαιτέρω απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εν προκειμένω ισχύει η με αριθμ. 23/16.12.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς τον τρόπο υπολογισμό της εφάπαξ παροχής και η οποία δεν έχει προσβληθεί κατ' άρθρο 101 παρ. 3 ΑΚ, εντός της οριζόμενης προθεσμίας.
Η ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου συνιστά διατύπωση γνώμης, ήτοι πρόταση προς τροποποίηση του άρθρου 7 του κανονισμού του εναγομένου και η οποία (ανωτέρω τροποποίηση) συντελέστηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ και όχι με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο ενεργεί ως γνωμοδοτικό όργανο (...).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το εναγόμενο για την ανωτέρω αιτία έχει καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 57.589,56 ευρώ και συνεπώς της οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, ήτοι: (86.470,07 ευρώ, που είναι η καταβλητέα εφάπαξ παροχή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα - 57.589,56 ευρώ = 28.880,51 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την 31.7.2012, οπότε παρήλθε το τρίμηνο από την από 30.4.2012 αίτησή της προς το εναγόμενο για τη λήψη της εφάπαξ παροχής και κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η σχετική αξίωσή της (άρθρο 12 παρ. 2 α' του κανονισμού του εναγομένου), απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβάσιμου".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 § 20 ν. 3029/2002, υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το αναιρεσείον ΤΑΠΕΤΕ, μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της § 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το ΔΣ του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που ενέκρινε την ως άνω υπό του ΔΣ προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία ούτω εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ΤΑΠΕΤΕ.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του ΔΣ του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του ΔΣ του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ και, εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του.
Όπως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη και της βάσει αυτής τροποποιήσεως του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοικήσεως να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως προσφάτου της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού με νεότερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με την αναιρεσίβλητη περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 € περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινων.
Ασφαλίσεων. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που κρίνονται ενιαίως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (εκτός αν πρόκειται για τις περ. α', β' & γ' οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του και επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Επομένως, αν ο αναιρεσείων - εναγόμενος που έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό προσβάλλει με λόγο αναίρεσης την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη καταλυτική ένσταση αυτού, για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, για τον οποίο δεν γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, νομίμως επαναφέρθηκε στο εφετείο με λόγο έφεσης, δηλ.
ότι είχε παραδεκτά προταθεί πρωτοδίκως δια δηλώσεως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής και καταγραφής στα πρακτικά (βλ. ΚΠολΔ 591 § 1δ'), ώστε να επαναφερθεί ούτω νομίμως στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 1207/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενο πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί απορρίψεως του αιτήματος επιδικάσεως τόκων υπερημερίας, επικαλούμενο ότι δεν θα έπρεπε να επιβληθούν σε βάρος του τόκοι υπερημερίας από την ημερομηνία συμπλήρωσης τριμήνου από της αποχωρήσεως της αναιρεσίβλητης από την υπηρεσία, διότι για την καθυστέρηση δεν υπέχει ευθύνη κατ' άρθρα 342 και 345 ΑΚ αφενός και αφετέρου λόγω συμβατικού αποκλεισμού των τόκων υπερημερίας δυνάμει του άρθρου 7 § 5 του συμβατικής ισχύος κανονισμού του, όπως ίσχυε το έτος 2004.
Ωστόσο, μη επικαλουμένης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός του αυτός είχε νόμιμα προταθεί πρωτοδίκως, δια δηλώσεως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και καταγραφής στα πρακτικά, ώστε να επαναφερθεί ούτω νομίμως στο Εφετείο με λόγο εφέσεως και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος.
Σημειωτέον ότι, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είχαν ορθώς απορριφθεί ως απαράδεκτοι διότι (το αναιρεσείον) [βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: "όφειλε να τους έχει προβάλει και προφορικά, ώστε να καταχωριστούν στα πρακτικά (άρθρα 591 § 1 περ. β', 115 § 3 & 256 § 1 περ.
δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 του ν. 4335/2015, καθόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη εφαρμογής του τελευταίου, οι δε διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ίδιου ν. 4335/2015 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές)"].
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 651/2018).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε επειδή απέρριψε ως μη νόμιμη άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα απ' αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιουμένης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νπιδ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του. Ωστόσο, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου με τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ούτε ο τρόπος υποβολής του σχετικού ισχυρισμού στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς τους στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του σχετικού ισχυρισμού ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος υπ' αριθ. 438772264952 0117 0008 παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον.
Απορρίπτει την από 1-12-2020 και με αριθ. κατάθεσης 9532/1073/15-12-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4715/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ